You are on page 1of 174

Ή θεωρία τών αναγκών στόν Μάρ

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΣΤΟΝ ΜΑΡΞ

AGNES HELLER

Πρόλογος: Pier Aldo Rovati


Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη

Ε ξάντας
Agnes Heller: Beteulung und Funktion des Begriffs Bedürfnis im Denken von Karl

Copyright: Giangiacomo Felirinclli — 1974


Copyright: Ε ξ ά ν τα ; — 1975

Έ ΐόκρί’Λλο: Γιώτα Καλιακμάνη


Περιεχόμενα

Πρόλογος σελ. 9
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις. Ή Μαρξική Έ ννοια
τής Ανάγκης 27
2. Ή Γενική Φιλοσοφική Έννοια τής Ανάγκης. Ή
'Αλλοτρίωση τών Αναγκών 46
3. Ή Έ ννοια τής «Κοινωνικής Ανάγκης» 77
4. Ο ΐ λεγάμενες «ριζικές» Ανάγκες 85
5. Τό «Σύστημα τών Αναγκών» καί ή κοινωνία τών
«Συνεταιρισμένων Παραγωγών» 110
Παράρτημα: θ εω ρ ία, Πρακτική καί άνθρώπινες
Ανάγκες 151
Πρόλογος

Γεννημένη στή Βουδαπέστη τό 1929, μαθήτρια κι έπειτα


βοηθός τον Λ ούκα τς ώς τό 1958 πού έφ υγε άπό τό πανεπι­
στήμιο (άκολουθώντας τό δάσκαλο) καί όιαγράφηκε άπό τό
κόμμα σάν έκπρόσωπος τών «πλαστών καί ρεβιζιονιστικών»
ιδεών τον — γιά ν ’ άποκατασταθεί άργότερα καί νά προσ-
λη φ θεΐ σάν έρεννήτρια στήν Ο υγγρική 'Ακαδημία Επιστημών
( Ινστιτούτο Κοινωνιολογΐας) — ή Ά γκνες Χέλερ μπορεί νά
θεωρηθεί δίκαια μ ιά φυσιογνωμία μέ μεγάλη θεωρητική βαρύ­
τητα μέσα στήν όμάδα τών στοχαστών πού είναι πιά γνωστοί
σάν «Σχολή τής Βονδαπέστης». Στά 1968, στή διάρκεια ένός
διεθνούς σννεδρίον, οργανωμένου άπό τή γιουγκοσλάβικη
φιλοσοφική έπιθεώρηση Praxis, οί στοχαστές αύτοί ύπέγρα-
ψαν ένα κείμενο διαμαρτυρίας γιά τή σοβιετική εισβολή στήν
Τσεχοσλοβακία, μ έ άποτέλεσμα νά διωχθούν άπό τούς ύπεύ-
θννους τού κόμματος. Στις άρχές τού 1973, άρχισε μιά έρευνα
σέ βάρος τών κειμένων τους: μιά όμάδα έρευνητών στόν
κλάδο τών κοινωνικών έπιστημών τής Ακαδημίας, άρχισε νά
έξετά ζει τις θέσεις τονς, προσπαθώντας νά έκτιμήσει τή θεω­
ρητική τους σημασία καί κυρίως τήν πολιτική τους βαρύτητα.
Σ τή βάση τών πορισμάτων τής έρευνας, πού δημοσιεύτηκαν
αμέσως μετά στήν έπιθεώρηση Szociologia στά μέσα Μάΐου, ή
Κ εντρική Ε πιτροπή τού κόμματος έξέδωσε ένα άνακοινωθέν,
περίπου δύο δακτυλογραφημένες σελίδες, όπου καταδίκαζε
κατηγορηματικά τις θέσεις τονς σάν έκφράσεις τού παραδο­
σιακού ρεβιζιονισμού τής δεξιάς καί ταυτόχρονα τού νέου
άριστερισμού δυτικού τύπου: πιό συγκεκριμένα, σάν θέσεις
φιλοαστικές καί άντιμαρξιστικές. Ό οικονομολόγος καί κοι­
νω νιολόγος Α ντρα ς Χ έγκεντνς, μέ σταλινικό πολιτικό παρελ­
θόν (ήταν ό τελευταίος πρω θυπουργός τής εποχής τών Ρα-
κότσι), ή Μ αρία Μάρκους, έρευνήτρια τών οικονομικών καί
κοινωνικών ποοβλημάτων, ό Μιχάλη Βάιντα, ό Γιόρκι Μάρ­
κους, ό Γιάνος Κ ίς καί ό Γιόργκι Μπέντσε — όλοι τους έρευ-
νητές στό θεωρητικό-φιλοσοφικό πεδίο — καί φυσικά ή
Α γκ ν ες Χέλερ, άπομακρύνθηκαν άπό τήν Ακαδημία Επιστη­
μώ ν (ό Χ έγκεντυς, ό Κίς καί ό Βάιντα, οί μόνοι πού ήταν
μέλη, διαγράφηκαν άπό τό κόμμα). Οί έξι αύτοί στοχαστές (1),
πού οί περισσότεροί τους έχουν άμεση σχέση μ έ τόν Λούκατς,
10

άναγνω ρίστηκαν έτσι έπίσημα σάν απομονωμένη όμάδα δια­


φωνούντων- σκοπός τού μέτρου αύτού ήταν, ολοφάνερα, νά
τούς άποκόψει άπό τήν πολιτιστική ζωή τής Ούγγαρίας, νά
απαγορέψ ει τή δημοσίευση καί τήν κυκλοφορία τών κειμένων
τους, καί μ ' αύτό τόν τρόπο νά «άποτρέψει» ιδέες πού θεω­
ρούντα ν έπικίνδυνες.
Ή Χέλερ, όπως καί οί άλλοι, βρίσκεται κυριολεκτικά πα ­
ραγκωνισμένη μέσα στή χώρα της καί κάνει μεταφράσεις γιά
νά ζήσει. Ε λπίζει ώστόσο σέ καλύτερους καιρούς καί στό
μετα ξύ καταστρώνει ένα φιλοσοφικό πρόγραμμα μεγάλων
άξιώσεων, μιά γενική μαρξιστική άνθρωπολογία πού ένα
τμήμα της είναι ή Θεωρία τών Αναγκών στόν Μάρξ. Τά άλλα
τμήματα πραγματεύονται τά συναισθήματα, τις έπιθυμίες, τό
πρόβλημα τής «δεύτερης φύσης» καί, τέλος, τή θεωρία τής
προσω πικότητας. Είναι μιά κριτική άνθρωπολογία άντίθετη σ ’
όλες τις γενικές έκλαϊκευμένες άνθρωπολογίες πού πιστεύουν
ότι ή άνθρώπινη φύση είναι άναλοίωτη κι άμετάβλητη — καί
πού γ ι ’ αύτό τό λόγο προσπαθεί νά τις άντικρούσει μέ τό
δύσκολο τρόπο άνάμεσα στό ιστορικό καί τό γενικό θεωρη­
τικό έπίπεδο (όπως τά έχει έξατομικεύσει ένα τμήμα τού σύγ­
χρονου μαρξισμού σάν βασικό άντικείμενό του — π.χ. ό
Σάρτρ).
Ή Χ έλερ φτάνει σ ’ αύτό τό βαρύ θεωρητικό έργο έπειτα
άπό μ ιά έργασία μεγάλη, πλούσια σέ πορίσματα, ήδη πλατιά
άναγνωρισμένη σέ διεθνές έπίπεδο, πού έχει έπίκεντρό της τήν
ήθική καί τήν καθημερινή ζωή σέ σχέση μέ τήν ιστορία. Η
προβληματική πού καλλιεργεί έδώ ή Χέλερ, είναι συνειδητά
κληρονομημένη άπό τόν Λούκα τς■ αύτή διατρέχει τά πιό
σημαντικά βιβλία της, άπό τήν πρώτη της άπόπειρα νά συγ­
κροτήσει μιά μαρξιστική ήθική ( Από τήν Πρόθεση στις Συνέ­
πειες, γραμμένο στά 1957 καί έκδομένο στά 1965), ώς τά έργα
τής περιόδου 1958-1963 Ή Ή θική τού Αριστοτέλη καί Ό
Α νθρωπος καί ή Αναγέννηση (είναι τά χρόνια πού έφυγε
άπό τό πανεπιστήμιο κι έγινε καθηγήτρια σέ γυμνάσιο), ώς τά
πιό πρόσφατα γιά τήν Καθημερινή Ζωή καί τήν Αξία καί
Ιστορία (2). Στό δεύτερο μισό τής δεκαετίας τού ’60 ή Χέλερ
άναγνω ρίζεται σέ πολλές εύρωπαϊκές χώρες, στις ΗΠΑ, τόν
Κ αναδά κι άκόμα στήν Ιαπωνία καί τή Βραζιλία, μέ μετα­
φράσεις, συνεντεύξεις καί σειρές μαθημάτων.
Ή διεθνής απήχηση έπαιξε ά\'αμφίβολα ρόλο στις πρόσ­
11

φ α τες αποφάσεις τού ουγγρικού κόμματος, πού σκέφτηκε


φ υσ ικά ότι κάθε πλατιά διάδοση τών «λαθεμένων» ιδεών
συνεπά γετα ι μεγαλύτερο «κίνδυνο». Πρέπει όμως νά πούμε
ότι όσο ή Χέλερ ήταν περιορισμένη στην επεξεργασία τής
«μαρξιστικής της θεωρίας τών άξιών» καί στις «ήθικές» της
μελέτες, μένοντας έτσι — τουλάχιστο τυπικά — μέσα στά όρια
τής καθαρής φιλοσοφικής πρακτικής, τήν είχαν γενικά άνεχ-
θεί. Ό τα ν όμως στήν πορεία τών πραγμάτων άρχισε νά
δημιουργείται μιά ολοένα καί πιό αίαθητή διασύνδεση θεω­
ρίας καί πράξης, όταν δηλαδή ή θεωρία άρχισε νά φορτίζεται
μ έ έπαναστατικές άποχρώσεις καί νά έπαληθεύεται καί στή
συγκεκριμένη κοινωνική πρακτική τής Ο ύγγαρίας καί στή
γενικότερη τής Δύσης, τότε δόθηκε τό σήμα κινδύνου. Ή
ταξινόμηση τών άξιών έγινε έξέταση τού κομμουνισμού καί
γιά τόν κομμουνισμό.

Κ αί γιά τή Χέλερ ή άποφασιστική χρονιά είναι τό 1968. Κι


αύτό όχι μόνο έπειδή, όπως καί οί άλλοι τής ομάδας, πρέπει
νά σκεφτεί καί νά πει κάτι γιά τά γεγονότα τής Πράγας, γιά
τόν «πραγματωμένο σοσιαλισμό», άλλά, κυρίως, έπειδή δια­
κρίνει μέσα στις φοιτητικές έξεγέρσεις τής Δύσης τή συγκε­
κριμένη έκφραση μιάς κριτικής πού, άπό τό έπίπεδο τής
πολιτικής καί τής οικονομίας, καταφέρνει νά διεισδύσει στόν
τρόπο τής άστικής ζωής. Ή προτεραιότητα τής καθημερινής
ζωής καί τών κοινωνικών σχέσεων πού φτάνουν στό άμεσό-
τερο έπίπεδο έμπειρίας, άποκτούν τώρα γιά τή Χέλερ μιά
ξεκάθαρη ιστορική οπτική.
Σ έ δύο δοκίμιά της (3) ή Χέλερ έκφράζει ένα νέο αίτημα: τό
θέμα τής καθημερινής ζωής τού Λούκατς (θέμα πού, πρέπει νά
θυμηθούμε, ύπάρχει καί στόν Λεφέβρ καί στόν Κόζικ) πρέπει
νά συνδεθεί μέ τή μαρξική έννοια τής έπανάστασης: κι αύτή ή
σύνδεση μπορεί νά γίνει μόνο μέ τή ριζοσπαστική φοιτητική
έπανάσταση. «Πρέπει νά θεωρούμε μεταφυσική αύταπάτη»,
λέει (4), «έκείνην πού ύποστηρίζει ότι πρέπει νά καταργή­
σουμε πρώ τα τήν οικονομική καί πολιτική άλλοτρίωση, γιά νά
μπορέσουμε έπειτα, post festum, νά έξανθρωπίσονμε τις καθη­
μερινές σχέσεις άνάμεσα στούς άνθρώπους». Γιαυτό είναι
άνάγκη νά δούμε τή μαρξική ιδέα τού κομμουνισμού καί τού
«κομμουνιστικού κινήματος» πάν οικουμενική διαδικασία: σ ’
αυτή τήν ιδέα, σύμφωνα μ έ τήν Χέλερ, υπάρχουν όυό θεμε­
λιακά στοιχεία, ή πραγμάτωση τού άτόμου καί ή κοινότητα
σάν τόπος άμεσης δημοκρατίας. Ή ατομική ζωή, σύμφωνα μέ
τά όσα λέει ό νεαρός Μάρξ, πραγματώνεται όταν ή ζωή
γίνεται άντικείμενο τού άνθρώπου, όταν δηλαδή ό άνθρωπος
μπ ο ρεί να ζήσει συνειδητά σύμφωνα μέ τό είδος του· ή
άτομική ζωή λοιπόν άντιπαρατίθεται στό μεμονωμένο άν­
θρωπο πού έχει σκοπό του τήν αύτοσνντήρηση καί πού
άνάγκη του είναι νά ταυτιστεί μ έ όλους τούς κανόνες καί τις
άπαιτήσεις τού συστήματος. Στήν πρώτη υπάρχει ή έπανα-
στα τική άπαίτηση γιά μιά καθολική άνασυγκρότηση τής καθη­
μερινής ζωής (πού δέν μπορεί νά περιοριστεί μόνο στον
έξανθρω πισμό τής παραγω γικής έργασίας), ή πολιτική άναζή-
τηση ένός νέου τρόπου ζωής. Εύκολα άνιχνεύεται έδώ ή άπή-
χηση τού Μαρκούζε. Πρέπει όμως νά παρουσιαστεί καί ή
διαφορά, ό συγκεκριμένος χαρακτήρας αύτής τής νέας άντί-
ληψης γιά τήν προοπτική τής έπανάστάσης μέσα στό κοινωνι­
κό καί πολιτικό πλαίσιο μιάς «σοσιαλιστικής» χώρας. Πρέπει
νά διευκρινιστεί τό γεγονός πού δικαιώνει τό αίτημα τής έπα-
νάστασης, κι άκόμα τό ότι ή ένσωμάτωση τής έργατικής
τάξης, πού ή Χέλερ τήν κάνει βάση τής όλης μελέτης της, δέν
είναι οικονομική ένσωμάτωση πού προωθείται άπό τά άνώ-
τερα έπίπεόα τής καπιταλιστικής έξέλιξης άλλά πολιτική έν­
σωμάτωση μέ βάση μιά «σοσιαλιστική» ιδεολογία, πέρα άπό
τή δυνατότητα τού άγώνα καί τής κριτικής, είναι ή ύλική
δύναμη τής ιδεολογίας.
Μέ τον ίδιο τρόπο διαβάζουμε καί τό άλλο αίτημα πού
προβάλλει ή Χέλερ σ ’ αύτά τά δοκίμια τού 1960: μ ιά πραγμα­
τικά σοσιαλιστική κοινωνία πρέπει νά έχει κοινοτικές βάσεις.
Α π ό δώ προέρχεται ή άμεση σχέση άνάμεσα στον κομμου­
νισμό καί τό ξεπέρασμα τής οικογενειακής δομής, πού ή Χέλερ
(καί ό Βάιντα) τονίζουν ιδιαίτερα σάν τυπική έκφραση τής
άνάγκης γιά κοινότητα.
Α ν τώρα θελήσουμε νά έξετάσουμε τά πορίσματα τής
έρευνας πού έγινε γιά τή «Σχολή τής Βουδαπέστης» (5), θά
δούμε ότι γιά τή Χ έλερ (όπως καί γιά τούς άλλους) τό έπίμαχο
σημείο είναι πώς μιλάει γιά έπανάσταση, άφού έχει βέβαια
προηγηθεί μιά κριτική άντιμετώπιση τής γραμμής τού κόμ­
ματος: ή Χ έλερ χτυπάει καί κριτικάρει τήν έπίσημη ιδεολογία.
Ομως ή θεωρητική μάχη δείχνει άμέσως τό πολιτικό ύπό-
13

βάθρο. Περισσότερο άπό τό βολονταρισμό, τό κόμμα πολεμάει


ριζικά τόν πλουραλισμό τής όμάόας, τή φράση τής Χέλερ ότι
«πρέπει νά πειραματιστούμε καί μέ άλλους τρόπους». Ή
κατηγορία τού πλουραλισμού είναι στήν πραγματικότητα λο­
γοκρισία τού έπαναστατικού αιτήματος. Α πό όώ προέρχονται
κι όλες οί άλλες κατν-νρίες: τό ότι πάντα ύποστήριζε παρό­
μοιες θεωρίες, πώς μ./.άει γιά άόριστες κοινότητες πού βάζουν
τούς ίδιους άντικειμενικούς σκοπούς μέ τούς έχθρούς τού
σοσιαλισμού, ή ταύτιση τών ριζικών άναγκών μέ τή χίπικη
νοοτροπία καί, τέλος, ό άντιμαρξισμός. Επιφανειακά ή κατη­
γορία τού πλουραλισμού δικαιολογείται μ έ τήν έγκατάλειψη,
πά ντα άπό μέρους τής Χέλερ, τού έπαναστατικού έργατικού
κινήματος. Έ πειτα, στά έπίσημα συμπεράσματα τής έπιτροπής
μνημονεύεται ό Μαρκούζε. Έ χει κανείς τήν έντύπωση πώς
όλη αυτή ή έξέταση θέλει τελικά νά καταλήξει σέ μιά οριστική
διά λυση τών θέσεων τού Μαρκούζε.
Είναι όμως άνάγκη νά δούμε τις διαφορές καί τις άνα-
λογίες: νά δούμε ποιό είναι τό συγκεκριμένο βάρος τού
ανθρω πισμού τής Χέλερ, άν πραγματικά ή θεωρία της γιά τις
ριζικές άνάγκες σημαίνει έγκατάλειψη τού έπαναστατικού
μα ρξικού υποκειμένου, δηλαδή τής έργατικής τάξης.

Ή συγκεκριμενοποίηση τής ήθικής θέσης φαίνεται άκόμα


καλύτερα στά τελευταία της κείμενα, τό δοκίμιο θεω ρία,
Πράξη καί Ανθρώπινες Ανάγκες (6) καί σ ’ αύτό έδώ τό
βιβλίο γιά τή θ εω ρ ία τών Αναγκών στόν Μάρξ. Είναι κεί­
μενα π ο ύ — κι αύτό δέν είναι τυχαίο — έλαβε άμεσα ύπόψη
της ή έπιτροπή τού κόμματος σάν άντικείμενα τής έρευνάς της,
καί στά όποια θά πρέπει νά άναφερθούμε κι έμείς γιά νά
προσπαθήσουμε ν ’ απαντήσουμε στά παραπάνω προβλήματα.
Μ πορεί νά παρατηρήσει κανείς πώς όλη ή άνάπτυξη τής
Χ έλερ οργανώ νεται γύρω άπό τήν έννοια τής άνάγκης, έννοια
πού μένει σταθερά δεμένη μέ τό θέμα τής άξίας άλλά καί πού
άπ οτελεί ταυτόχρονα τό υλιστικό της θεμέλιο, τήν πραγματική
βάση πού τής έπιτρέπει νά κινηθεί πέρα άπό τόν όποιον-
δήποτε ήθικό ιδεαλισμό καί νά κατακτήσει συνακόλουθα ένα
πολιτικό χώρο. Ή έννοια τής άνάγκης δίνει τή δυνατότητα
μ ιά ς άνάλυσης θεωρητικής καί ιστορικής συνάμα, ένώ ή
έννοια τής άξίας — χωρίς ύλικό ύποστήριγμα — κινδυνεύει
14

συνεχώ ς νά μετα τραπεί σέ όντολογική θέση, στή στατική καί


υπαρξιστική — καί γιαυτό ίόεαλιστική — άνάλνση τής άνθρώ-
πινης φύσης. Ή Χέλερ όέν έγκαταλείπει τό θέμα τής άξίας
(πού άπεναντίας έξακολουθεί ν' άποτελεί διακριτικό γνώ­
ρισμα τού μαρξισμού της), άλλά τό βλέπει μέσα στό θέμα τής
άνάγκης, σάν χαρακτήρα ένός τύπου άναγκών, ένα χαρακτήρα
ποιοτικό καί ιστορικά καθορισμένο. Τώρα ή άνάλνση κινεί­
ται, όπως είπαμε καί παραπάνω, άπό ένα πραγματικό συσχε­
τισμό: τήν ιστορική δυνατότητα τών ριζικώ ν άναγκών.
Σ τό Θεωρία, Πράξη καί Ανθρώπινες Ανάγκες (στά τέλη
τού 1971) ή Χέλερ εισάγει οργανικά αύτή τή νέα άποψη, πού
άπ οτελεί καρπό όλων τών συζητήσεων τής ομάδας. Η προϋ­
πόθεση είναι πολιτική: μόνο ένας τύπος πράξης είναι πραγμα­
τικά έπαναστατικός, δηλαδή έκείνος πού προσωποποιείται
στήν καθολική κοινωνική έπανάσταση, πού ξεπερνάει όχι
μόνο τό σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμισμό (τή μεταρύθμιση
ολόκληρης τής κοινωνίας μέσα άπό μερικές μεταρνθμίσεις)
άλλά καί τό έπίπεδο τής πολιτικής έπανάστασης. Α ύτή ή
τελευταία όέν άναπτύσσει μιά μαζική έξουσία, άφού καί στά
ιστορικά της παραδείγματα (καί έδώ ή Χέλερ άναφέρει τήν
περίπτω ση τής γαλλικής έπανάστασης) βλέπουμε πώς έξασθε-
νίζει, όσο πού ή μαζική της βάση έξαφανίζεται έντελώς: ή
μ ά ζα έπιστρέφει στή ζωή τού bourgeois, ένώ «μιά μειοψηφία
άπολιθώ νεται στήν αλλοτριωμένη ύπαρξη τού citoyen» (7). Σ ’
αύτή τή διάκριση άνάμεσα στήν πολιτική έπανάσταση καί
στήν κοινωνική έπανάσταση βασίζεται ή κριτική καί ή «αί­
ρεση» τής Χέλερ. Μά καί γιά τόν Μ άρξ — κι έδώ φαίνεται ν ’
άπαντάει προκαταβολικά στις παρατηρήσεις τής έρεννητικής
έπιτροπής — ή πολιτική έπανάσταση είναι μόνο ένα στοιχείο
τής ολοκληρω τικής έπανάστασης, όπως καί ή πολιτική χειρα­
φέτηση είναι μερικό στοιχείο τής άνθρώπινης χειραφέτησης,
θ εμ έλιο τής γενικευτικής πράξης καί έπαληθευτική πρακτική
τής θεωρίας είναι, καί γιά τόν Μάρξ, οί άνάγκες. Ή έννοια
τών άναγκώ ν όμως μπορεί νά είναι άφηρημένη, άπροσδιόρι-
στη, όλότελα εμπειρική: πρέπει ά π ’ αύτές νά συγκροτηθεί μιά
θεωρία, νά διακρίνουμε ένα τύπο, τό ένα ο . <πημα άναγκών
άπό τόν άλλο τύπο καί τό σύστημα, άπό τις άλλοτριωμένες
άνάγκες τής καπιταλιστικής κοινωνίας. Στήν άνάλνση τής
Χ έλερ έμφανίζεται ή πεποίθηση πώς τό έπίπεδο τών άναγκών
καθορίζει καί περιλαμβάνει ολόκληρη τή μαρξιστική θεωρία:
15

τό έπαναστατικό πέρασμα είναι έπανάσταση άπό ένα σύστημα


άναγκώ ν βασισμένο στήν άνάγκη τού έχειν, σ ’ ένα άλλο
σύστημα άναγκών, ριζικά διάφορο, βασισμένο στόν πλούτο
τών ποιοτικώ ν άναγκών. « Α πό τήν άποψη αύτή δέν υπάρχει
καμιά άμφιταλάντευση στήν άντίληψη τού Μάρξ γιά τόν
κομμουνισμό» (8).
Ή ίδια σχέση άνάμεσα σέ θεωρία καί πρακτική (γιά τήν
όποια έχει καταναλώσει ποταμούς μελανιού ή μορφολογία),
μπορεί νά βρει έδώ μιά μή θεωρητική έρμηνεία: «ή πρακτική
άποτελεσματικότητα μιάς θεωρίας έξαρτάται άπό τήν ικανό­
τητά της ν ’ ‘άκολουθεί τά ίχνη' τών συγκεκριμένων άνθρώ-
πινω ν άναγκών» (9). Α ς δούμε τή σχέση άνάμεσα στή θεωρία
όπως έννοείται παραπάνω καί στά διάφορα έπίπεδα πρακτι­
κής, στήν πολιτικοκοινωνική άλλαγή. Α ν ό ρεφορμισμός άνα-
φέρεται στις φανερές άνάγκες πού δέν έχουν όμως έκφραστεί
άκόμα άμεσα (έδώ ή σχέση συμβιβάζεται άπόλυτα μέ τή δομή
τής έμπορευματικής παραγωγής), τότε ή φάση τής πολιτικής
έπανάστασης δέν καταφέρνει νά ξεπεράσει τις άνάγκες πού
άναπτύχθηκαν άπό τόν καπιταλισμό, καί ό έπαναστατικός
άσκητισμός τής πρω τοπορίας γίνεται στήν πραγματικότητα
κ ατα φυγή σέ μιά άπό τις κυρίαρχες ποσοτικές άνάγκες μέσα
στήν καπιταλιστική κοινωνία, τήν άνάγκη τής ισχύος. Μόνο
μέσα στήν καθολική έπανάσταση ή θεωρία δέ σκοντάφτει στήν
άντίφαση άνάμεσα στις άνάγκες καί τήν ύπαρξη: μπαίνει
λοιπόν σέ λειτουργία μ ιά διαδικασία πού έχει υποκείμενό της
τις μ ά ζες καί όπου οί μάζες είναι σέ θέση νά μεταμορφώσουν
συνειδητά ολόκληρη τή δομή τών άναγκών (καί τών άξιών)
μέσα στή διαδικασία τής άντικειμενοποίησής τους.
Η ριζική άνάγκη είναι ή άνάγκη πού δέν μπορεί νά ένσω-
ματω θεί μέσα στόν καπιταλισμό καί πού άναπτύσσεται άντι-
φ α τικά στή διάρκεια τής ίδιας τής έξέλιξης τού καπιταλισμού.
Ή βάση της είναι ύλική, άλλά τό έπίπεδό της είναι ποιοτικό
κ αί συνειδητοποιείται άτομικά καί κοινωνικά. Βρισκόμαστε
στους άντίποδες κάθε άσκητισμού, καί τού άσκητισμού τού
κόμματος πού άπαντάει μ έ τό στόμα τών ειδικών του στή
«Σχολή τής Βουδαπέστης», καί τού δυτικού άσκητισμού, π.χ.
ένός Αλτουσέρ. Α π ό τήν άλλη μεριά, μόνο κακόπιστα μπορεί
νά μιλήσει κανείς έδώ γιά έναν ήθικό μαρξισμό, άντικειμενικά
σοσιαλδημοκρατικό. Ή έρευνα τελειώνει: είμαι πεισμένη, λέει
ή Χέλερ, πώ ς οί συνθήκες γιά ένα πρόγραμμα κοινωνικής
16

έπανάστασης υπάρχουν τώρα καί «μπορούν ν ’ άποκρυπτο-


γραφηθούν γιά ολοένα καί πλατύτερα στρώματα τού πλη­
θυσμού» (10).· καί έόώ χρησιμοποιεί τό παράδειγμα τού
φ οιτητικού καί νεανικού φαινομένου καί τών καθαυτό άνα-
γνώσιμων άναγκών. Δ έν είναι άποκρυπτογράφηση καί άνά-
γνωση τής ταυτότητας τών κοινωνικών καί πολιτικώ ν δυνά­
μεων, άλλά καί έρευνα τών θεωρητικών προϋποθέσεων. Τά
συμπεράσματα τής έρευνας τού κόμματος χτυπούν άποφασι-
στικά αύτό τό σημείο: « Ό λα αύτά σημαίνουν πώς στις σοσια­
λιστικές χώρες δέν πραγματώ νεται ή μαρξική άντίληψη τής
έπανάστασης- πώ ς στήν έργατική τάξη, στό έργατικό κίνημα,
δέν ύπάρχουν πραγματικά οί 'ριζικές άνάγκες’ πού άποσκο-
πούν στή μεταμόρφωση ολόκληρης τής δομής τών άναγκών,
ένώ ύπάρχουν στά κοινόβια τών χίπιδων, πού στις άναπτυγ-
μ ένες καπιταλιστικές χώρες παίζουν, μέσα στους κοινωνικούς
άγώνες, βραχύβιους μόνο ρόλους — καί μάλιστα άμφίβολης
άξίας —, άποτραβιούνται άπό τήν κοινωνία καί προσπαθούν
νά πραγματώ σουν τις ιδέες τους μεμονωμένα καί έξω άπό τήν
κοινωνία. Στή θέση τού έπαναστατικού προγράμματος τού
έργατικού κινήματος, στή θέση τής έπανάστασης τής έργα-
τικής τάξης, τοποθετείται τό κίνημα τής άντικουλτούρας καί
τής ‘έπανάστασης’ τών κοινοβίων■ αύτό είναι τό ‘έπαναστα-
τικό ’ πρόγραμμα, τό πρόγραμμα τής 'νέας άριστεράς' τής
Α γκ ν ες Χέλερ».
Ό λα αύτά λέγονται σέ ιδιαίτερα κατηγορηματικό ύφος,
άλλά δέ γίνεται πουθενά λόγος γιά τις ριζικές άνάγκες. «Τό
ύποκείμενο πού προϋποθέτουν», λέει ή Χέλερ, «είναι μιά
έργατική τάξη πού νά έχει αποκτήσει συνείδηση τής ιστορικής
αποστολής της, μ ιά έργατική τάξη πού θά έχει άναπτύξει μιά
συνείδηση άνάλογη μ έ τήν άποστολή αύτή». Μ ιά έργατική
τάξη λοιπόν. Πού πρέπει νά συγκροτηθεί. Α ν φυσικά, προσ­
θέτει ή Χέλερ, δίνουμε πίστη στόν ισχυρισμό τού Μ άρξ ότι ή
έργατική τάξη μπορεί ν ’ άπελευθερωθεί μόνο άν άπελευθε-
ρώσει ταυτόχρονα ολόκληρη τήν άνθρωπότητα.
Ή θ εω ρ ία τών Αναγκών στόν Μάρξ όεν παρουσιάζεται
σάν συστηματική έξέταση. Έ χει τή μορφή ύλικού έργασίας
πού δέν έχει άκόμα περάσει άπό οριστική έπεξεργασία, πολλές
φορές ούτε κάν γλωσσική. Ύ πάρχουν ομάδες παρατηρήσεων,
άνακαλύψεων μέσα στόν Μάρξ, για τί αύτός άποτελεί τή βάση
π ού πάνω της ή Χέλερ συγκροτεί οργανικά τήν άνθρωπο-
17

λογΐα της.
Είναι όμως ταυτόχρονα ένα ύλικό πλούσιο σέ νύξεις καί
αληθινές άνακαλύψεις. Τήν έρώτηση πάνω στήν όποια στη­
ρίζει ή Χέλερ τήν άναγκαιότητα ένός ξαναόιαβάσματος τού
Μ άρξ (τί είναι καί τί ρόλο παίζουν στόν Μ άρξ οί ριζικές
άνάγκες), τή στηρίζει σ' ένα μή σχολαστικό μαρξισμό, σ ’ ένα
μαρξισμό μή κωδικοποιημένο, πού δέν περιορίζεται άπό τούς
ίδιους τούς ορισμούς του. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σέ
μ ιά διαφορετική άνάγνωση, πού δέν κινείται άπό τήν άπαί­
τηση να ξαναγυρίσουμε στόν Μ άρξ άλλά νά προχωρήσουμε
πέρα άπό τόν Μάρξ. Ό μαρξισμός δέν είναι ένας θεωρητικός
χώ ρος πού πρέπει νά προστατευτεί. Ή θεμελιακή προσπά­
θεια δέν είναι νά διορθωθεί ό Μάρξ, δηλαδή νά συμφωνήσει
μ ’ ένα όρθό πρότυπο τής έπιστήμης — καί, πίσω ά π ’ αύτήν,
τής πολιτικής λογικής■ άντίθετα, πρέπει νά πλουτιστεί ό
Μάρξ, νά δούμε τις βέβαιότητές του, τις δυσκολίες ή τις
ιστορικές άδυναμίες του, νά έξεταστεί στή βάση τών έπιτα-
κτικώ ν πρακτικώ ν καί θεωρητικων άναγκών τού σήμερα. Ή
έργασία τής Χέλερ τελειώνει μέ τούτα τά λόγια: « Ό Ένγκελς
μίλησε περήφανα γιά τήν έξέλιξη τού σοσιαλισμού άπό τήν
ούτοπία στήν έπιστήμη. Σήμερα κανείς δέν μπορεί ν ’ άρνηθεί
πώς αύτή ή έπιστήμη περιέχει άρκετά ούτοπιστικά στοιχεία».
Επιστημονικός τρόπος άνάγνωσης τού Μ άρξ είναι γιά τή
Χ έλερ αύτός πού ξεκινάει άπό τήν έρευνα τών ριζικών άναγ­
κών. Δηλαδή, κριτήριο τής έπιστημονικότητας είναι ή ικανό­
τητα καί ή αύστηρότητα τής έρευνας τού κομμουνισμού ώς
άνάγκης, ή ικανότητα δημιουργίας αύτού τού θεωρητικού
έπ ιπέδου μέσα στήν άντίφαση πού χαρακτηρίζει τις ένεργη-
τικές φάσεις τού καπιταλισμού: ή άνάγκη νά δώσουμε άπα-
ντήσεις γιά τό άτομο, τήν κοινωνία, τό ρόλο καί τό χαρακτήρα
τής έργασίας, τήν έννοια τού γενικού πλούτου. Νά έπανεξε-
τάσουμε κατηγορίες πού φαίνονται άπλές καί προφανείς, όπως
τής ισότητας καί τής άνάγκης. Μ πορεί έπειτα νά συμφω­
νήσουμε ή νά διαφωνήσουμε γιά τό όφελος τών απαντήσεων,
άλλά αύτό πού ένδιαφέρει περισσότερο, γιά νά μήν κάνουμε
τό μαρξισμό μ ιά πελώρια άλλά άδρανή θεωρητική κατασκευή,
είναι νά ξαναποκτηθεί ή δυνατότητα νά βρούμε άπαντήσεις.
Ή πόλωση όσο άφορά τήν έπίσημη γραμμή είναι σαφής. Α ς
δούμε πάλι τά συμπεράσματα τής έρευνας γιά τή «Σχολή τής
Βουδαπέστης»: « Ή άντίληψη αν τή δέν είναι μόνο άντίθετη
18

ατό μαρξισμό άλλά καί στήν έπιστήμη γενικά». Ή έπιστήμη


είναι λοιπόν κριτήριο τής άλήθειας: ή άλήθεια, όπως ισχυ­
ρίζονται οί ειδικοί τής έπιτροπής, «δεν είναι πρακτικό ζή­
τημα».
Πόσο περισσότερο έχει προχωρήσει στήν πραγματικότητα ό
δυτικός μαρξισμός, άφον δέ σκόνταψε στις άπλές διατυπώ ­
σεις; Ενα πόκειτα ι μόνο στό μαρξισμό μας νά θέσει ουσια­
στικά τό ζήτημα τού κομμουνισμού, ή νά τό θέσει πραγματικά
μόνο μέσα στόν Μάρξ; Ή Χέλερ λέει κάπου πώς ή αύθε-
ντικότητα τής μεγαλοφνίας τού Μ άρξ βρίσκεται άκριβώς στις
άμφιταλαντεύσεις τον, σέ ορισμένες, άκόμα καί βαθιές, άμφι-
βολίες, στό γεγονός έπομένως ότι δέ θέλησε νά κλείσει δογμα­
τικά τή θεωρία έκεί πού ή πρακτική καί ή ιστορία έμεναν (καί
μένουν) άνοιχτές. Γιά τήν έπιτροπή αύτό είναι ένδεικτικό ένός
πλουραλισμού πού πρέπει νά παταχθεί. Καί γιά τό δικό μας
μαρξισμό λενινισμό, μέσα κι έξω ά π ’ τό κόμμα;
Δ έν είναι δύσκολο νά συμπεράνουμε πώς ή προσπάθεια τής
Χ έλερ νά διαβάσει τόν Μ άρξ όσο άφορά τό πρόβλημα τών
άναγκών, ιδωμένη μέσα στό όλο πλαίσιο τών στοιχείων καί
τής μεθόδου, άντιπροσωπεύει καί γιά μάς μιά θεωρητική
«καινοτομία» μεγάλης σημασίας. Τό νά ξανανακαλύψονμε
στόν Μ άρξ τις ριζικές άνάγκες (σ’ ολόκληρο τόν Μάρξ, λέει ή
Χέλερ, άλλά άκόμα πιό ώριμα καί οργανωμένα στά Grundrisse,
πού παρουσιάζονται έτσι σάν ή πιό προχωρημένη έκθεση τής
μα ρξικής σκέψης) σάν ύποκειμενικό — κι όμως πραγματικό
καί ιστορικά καθορισμένο — έπίπεδο τής άντίφασης τού
προηγμένου καπιταλισμού, άφορά ταυτόχρονα καί τήν κατά­
σταση τών «σοσιαλιστικών χωρών» καί τής Δύσης: τό πρό­
βλημα είναι τό ίδιο, καί παρουσιάζεται σάν πρόβλημα δημι­
ουργία ς μιάς σωστής έπαναστατικής συνείδησης. Στά Grund­
risse ό Μ άρξ ύποστηρίζει πώς ή ίδια ή καπιταλιστική κοι­
νωνία, μέσα σ^ήν έξέλιξη τών άντινομιών της, δημιουργεί αύτό
πού ονομάζει «πελώρια συνείδηση».
Α π ό τόν Μ αρκούζε ή Χ έλερ άπομακρύνεται καί ξεχωρίζει
τή θέση της ειδικά έκεί πού άντιμετωπίζει καί ύπογραμμίζει
σάν άποφασιστικό τό μαρξικό θέμα τής άντίφασης κι όπου,
κατά συνέπεια, βλέπει ένα διαλεκτικό πλέγμα άνάμεσα στις
συνθήκες καί τή συνείδηση, άνάμεσα στις απαραίτητες καί τις
ριζικές άνάγκες, άνάμεσα στό υλικό καί ποσοτικό στοιχείο καί
στό ποιοτικό στοιχείο. Ή Χέλερ άντιπαραθέτει στήν οίκονο-
19

μική έκτίμηση (άκόμα καί οί κλασικοί οικονομολόγοι μιλον-


σαν γιά άνάγκη, άλλά ό Μ άρξ υποθέτει μιά έννοια τής
άνάγκης πού όέν μπορεί νά άναχθεί σέ οικονομικό έπίπεδο)
τήν άξιολογική έκτίμηση. Έδώ όμως άξιολογική έκτίμηση θά
π ει πώς, τελικά, μόνο άλλες άνάγκες μπορούν νά περιορίσουν
τις δοσμένες άνάγκες καί πώς ή συνειδητή ύπόθεση καί ή
έμπρακτη έφσρμογή αύτού τού πράγματος είναι τό κλειδί τού
κονμμοννισμού. Πώς αύτό τό κλειδί βρίσκεται μέσα στήν
ιστορική άντίφαση: πώς πρέπει νά «διαβάσουμε» τήν άντί-
φαση χω ρίς νά τήν κάνουμε έννοια νατουραλιστική, άποκλει-
στικά άντικειμενική.
Π ρέπει έδώ νά ξέρουμε νά διακρίνουμε τις άμφιταλαντεύ-
σεις τού Μάρξ, τή μεγαλοφυΐα του πού όέν άφήνεται νά
προσηλω θεί στή νατουραλιστική θέση πρός τήν όποια τείνει
— σύμφωνα μέ τή Χέλερ — καί πού συνάγεται ιστορικά άπό
τό έπίπεδο άνάπτυξης τού καπιταλισμού. Κ αί έδώ κυρίως
(πρβ. κεφάλαιο 5, «Τό 'σύστημα τών άναγκώ ν’ καί ή κοινωνία
τών συνεταιρισμένω ν παραγωγών») συγκεντρώνονται οί πιό
γόνιμες άναλύσεις τού βιβλίου, όπου ή Χέλερ — μιλώντας γιά
τήν κοινωνία τών συνεταιρισμένων παραγωγών καί έπομένως
γιά τόν κομμουνισμό — προβάλλει τις διαφορές καί τις
άποκλίσεις άνάμεσα στά Grundrisse καί τό Πρόγραμμα τής
Γκότα άπό τή μιά μεριά, κι άπό τήν άλλη στό Κεφάλαιο καί
τις Θεωρίες γιά τήν Υπεραξία. Δ ύο πρότυπα κομμουνισμού,
ώς ένα μέρος άλληλένδετα: άπό τή μιά μεριά ή έργασία πού
γίνεται ζωτική άνάγκη, ό γενικός πλούτος σάν ποιοτικό έπί-
πεδο πού προϋπόθεσή του είναι ό ύλικός πλούτος καί τέλος ή
κυριαρχία τής πνευματικής πάνω στή φυσική έργασία■ άπό
τήν άλλη μεριά (καί κυρίως στις σελίδες τού Κεφαλαίου) ή
κοινωνία πού συγκροτείται σάν μοναδικό άτομο καί ή έργα­
σία πού έξισώνεται μ έ άπλή έργασία. Αλλά, άναρωτιέται ή
Χέλερ, άν σταθούμε στό Κεφάλαιο, πώς είναι δυνατό τό
πέρασμα στήν άνώτερη φάση τού κομμουνισμού; Μόνο μ ’ ένα
άλμα άπό τό κράτος τής άνάγκης στό κράτος τής έλευθερίας
(στή φημισμένη σελίδα τού τρίτου τόμου), πού ή ύλική του
πραγμάτω ση δέ φαίνεται καθαρά, πού μοιάζει ούτοπιστικό μέ
άρνητική σημασία καί πού παρουσιάζει άκόμα έντονα τά
σημάδια τής χεγκελιανής έπιροής. Ό πω ς ξέρουμε, άκριβώς σ ’
αύτό τό άλμα στηρίζει τις θέσεις τον γιά τόν κομμουνισμό ό
Μ αρκούζε.
20

Unit') u.i' αντά τά πρότυπα μπορούμε νά συναντήσουμε όνό


διαφορετικές θεωρίες τής άντίφασης, πού καί τις όνο τις
χρησιμοποιεί ό Μάρξ: μιά θεωρία χεγκελιανού τύπον βασι­
σμένη στό καθήκον σάν κοινωνική άναγκαιότητα, (ηήν όποια
υποτίθεται ένα άναγκαίο φυσικό πέρασμα στόν κομμουνισμό,
καί μ ιά άλλη θεωρία, άπόλυτα αύθεντική, πού συνδέεται μέ τό
φετιχιστικό χαρακτήρα τού καπιταλισμού καί έπομένως μέ τήν
ύπόθεση τού ίστορικού-ύποκειμενικού περάσματος. Στή δεύ­
τερη αύτή θεωρία τής άντίφασης, άπέναντι στήν έννοια τών
ριζικώ ν άναγκών μπορεί νά συγκροτηθεί ή ιδέα (πού μπορεί
καί έχει μετα φρα στεί σέ έπαναστατική πρακτική) τής μή
φυσικής άναγκαιότητας, τής ιστορικής άναγκαιότητας πού
ξεκινάει άπό τό παρόν.
Γύρω ά π ’ αύτό τόν πυρήνα συγκεντρώνονται πολλά έπιμέ-
ρους σημεία καί ύποθέσεις τής έρευνας. Μιά ειδική κατα­
γρα φή π ού άποτελείται άπό τις άμεσες άναφορές στόν «πρα-
γματωμένο σοσιαλισμό», πάνω ά π ’ όλα στό σημείο πού άφορά
τή φετιχοποίηση τής κοινωνικής έργασίας (πρβ. τήν άρχή τού
κεφ αλαίου 3, «Οί κοινωνικές άνάγκες»): ποιός άποφασίζει,
ρω τάει ή Χέλερ, τήν άναγνώριση τής καθολικότητας τών
άναγκώ ν; «Οί έκπρόσωποι τών ‘κοινωνικών άναγκώ ν’ άνα-
λα μβάνονν λοιπόν ν ’ αποφασίσουν γιά τις άνάγκες τής πλειο­
νότητας καί καταφεύγουν στις λεγάμενες μή άναγνωρισμένες
άνάγκες, άντί γιά τις πραγματικές καί άποτελεσματικές».

Pier Aldo Rovatti

1. Αναφέρουμε τά πιό σημαντικά ονόματα: άλλοι μαθητές τοί· Λούκατς


πού μπορούμε ν’ αναφέρουμε είναι οι Μίκλο; Αλμαζι. Φίρεντς Φέχερ. Γκέζα
Φοντόρ. Μ αρία Λοί·ντασι, Ντένες Ζολτάι.
2. Έ δ ώ μπορούμε νά προσθέσουμε τήν άνάπτυξη ένό; άπό τά θέματα πού
περιέχει τό τελευταίο αύτό βιβλίο. Υποθέσεις γιά μιά μαρξιστική θεωρία τών
άναγκών, στό όποιο ή Χέλερ κάνει συγκεκριμμένη αναφορά.

3. Ή μαρξιστική θεωρία τής ίχανάστασης καί ή καθημερινή έπανάσταση


και (σι συνεργασία μέ τόν Βάιντα) Οικογενειακή όομή καί κομμουνισμός, Aul
Aul, 127.

4. Α. Χέλερ. Ή μαρξιστική θεωρία τής επανάστασης, ό.π.. σ. 65.


5. Μ ιά ιταλική έκόοχή τής έρευνας στό Aut Aul, 140.

6. Α. Χέλερ. θεω ρία, πράξη > ί άνθρώπινες άνάγκες. Aut Aut 135.

7. Βλ. στό Παράρτημα.

8. Βλ. στό Παράρτημα.

9. Βλ. στό Παράρτημα.

10. Βλ. στό Παράρτημα.

11. Βλ. στό Παράρτημα.


Σημείωμα γιά τή μετάφραση

Α ΠΟΞΕΝΩ ΣΗ — ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ. Ελληνική απόδοση τού όρου


ENTFREMDUNG, πού μεταφράζεται πότε σάν «αποξένωση» καί
πότε σάν «αλλοτρίωση» καί αποδίδουν ή κάθε μιά χωριστά δυό
άλληλοσυμπληρωνόμενες πλευρές τής ίδιας έννοιας. Ή «άποξένωση»
σημαίνει τήν άπομάκρυνση, άποχωρισμό τού Υποκειμένου άπό κάτι
πού ήταν κάποτε δικό του (π.χ. τού παραγωγού εργάτη άπό τά
προϊόντα τής εργασίας του στις δοσμένες συνθήκες τής έμπορευμα-
τικής κοινωνίας). Δέν καλύπτει όμως πλήρως τόν όρο ENTFREM­
DUNG, όπω ς τόν χρησιμοποιεί ό Mare στις GRUNDRISSE. Πρέπει γΓ
αύτό νά προστεθή ένα άλλο στοιχείο τής έννοιας αύτής, πού στά
ελληνικά αποδίδεται μέ τή λέξη «άλλοτρίωση», καί σημαίνει αυτο­
νόμηση τών προϊόντων τής άνθρώπινης δραστηριότητας καί τών
αμοιβαίων άναγκαστικών σχέσεων τών άτόμων σέ μιά δύναμη πού
βρίσκεται πάνω άπό τά άτομα αύτά καί τά έξουσιάζει εχθρικά. (Οί
ίργάτες δέν άποφασϊζουν ούτε γιά τήν οργάνωση ούτε γιά τήν διά­
θεση τών προϊόντων τής εργασίας τους, άλλά ή άλλότρια (έχθρική)
θέληση τού καπιταλιστή).

ΑΝΤΙΚΕΙΜ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ. Ελληνική άπόδοση τών γερμανικών


λέξεων GEGENSTAND - OBJEKTIVATION (OBJEKTIVIERUNG), πού
είναι ετυμολογικά ταυτόσημες (Gegenstand = Objekt = άντικεϊμενο).
Στόν Marx ό όρος OBJEKTIVATION σημαίνει τήν άντικειμενική
έκφραση τών δυνατοτήτων τού άνθρώπου. Έννοιολογικά αυστηρό­
τερα καί πιό συχνά χρησιμοποιεί ό Μ. τόν όρο VERGEGENSTÄN-
ϋ ΰΟ Η υ Ν Ο .π ο ύπ αρ έλ αβ εάπό τήν κλασική φιλοσοφία καί σημαίνει ότι
ό άνθρωπος πραγματο-ποιεί (άντικειμενο-ποιεί) τόν έαυτό του με­
ταλλάσσοντας, άναμορφώνοντας τά άντικεϊμενα πού βρίσκονται έξω
άπό αύτόν — ύλικά — ιδεατά (έποικοδόμημα). Ό άνθρωπος άντι-
κειμενο-ποιεϊ μέ τήν εργασία τις υποκειμενικές του άνάγκες, συμφέ­
ροντα, συναισθήματα έπιδρώντας πάνω στή φύση ή δίνει άντικει-
μενική υπόσταση στις κοινωνικές (άναγκαστικές) άνθρώπινες σχέ­
σεις μέ τήν παραγωγή τών ιδεατών άντικειμένων τού εποικο­
δομήματος (π.χ. τέχνες, επιστήμες). Στόν Hegel ό όρος VERGE-
GENSTÄNDLICHUNG άπαντάται χαρακτηριστικά σέ συνάρτηση
μέ τή φιλοσοφική έννοια τής έργασίας. Τό προτσές τής άνθρώπινης
έργασϊας είναι ή άντικειμενοποίηση τού ύποκειμένου στή διαδικασία
23

μέ τήν όποια αί'τό μεταλάσσει (μορφοποιεί) τό αντικείμενο. Ο Mm \


έγραψε αργότερα ότι ή μορφοποίηση καί τών πέντε αισθήσεων είναι
άποτίλεσιια τή; «παγκόσμιας αύτής εργασίας».
« Ή μεταλάσσουσα ανθρώπινη δραστηριότητα (έργασία) αναλίσκει
τό άντικείμενο καί αναλίσκεται ή ίδια, άλλά αύτή άναλίσκει μόνο τή
δοσμένη μορφή τού αντικειμένου (κοινωνίας, φύσης) γιά νά τού
δώσει μιά νέα μορφή καί ή ίδια αναλίσκεται μόνης της στήν υπο­
κειμενική της μορφή σάν δραστηριότητα. Μετασχηματίζει τόν άντι-
κειμενικό χαρακτήρα τού άντικειμένου (κοινωνίας - φύσης) καί τόν
ύποκειμενικό χαρακτήρα τής άνθρώπινης εργασίας. Στό πρώτο (ά-
ντικείμενο) δίνει νέα μορφή καί στή δεύτερη (άνθρωπινή έργασία)
υλική υπόσταση». (Grundrisse der Politischen Ökonomie. K. Marx, Dietz
Verlag, Berlin 1953).
Στή μετάφραση γιά νά γίνει διάκριση τών δύο έννοιών χρησιμο­
ποιούμε τούς τύπους άντικεψενοποίηση (Ο.) καί άντικεψενοποίηση
(V.).
Μεθοδολογικές Παρατηρήσεις

Ή ανάλυση τής μαρξικής θεωρίας τής άνάγκης έγινε στή βάση


τών κύριων έργων τού Κάρλ Μάρξ κι όχι τών άπάντων του.
Ίσ ω ς ό άναγνώστης διακρίνει μέσα στό τεράστιο έργο τού
Μ άρξ κάποια σημεία πού έρχονται σέ άντίφαση μέ τις θέσεις
ή τά συμπεράσματα τής έργασίας μου. Αυτό είναι όμως
άναπόφευκτο γιατί, όπως θά δούμε, ό Μάρξ δέν είναι άπό-
λυτα άκριβής στήν ορολογία του — άκόμα καί στά βασικά
έργα του — καί δίνει άρκετές φορές διαφορετικές έρμηνείες
γιά τό ίδιο πράγμα ή άναπτύσσει ιδέες πού ισχύουν μόνο γιά
κείνη τή στιγμή. Πιστεύω λοιπόν πώς κάθε έρμηνεία τού Μάρξ
μπορεί ν ’ «άντικρουστεί» μέ άποσπάσματα άπό τά κείμενά
του — άν κι αύτό τό «άντικρουστεί» δέ βρίσκεται τυχαία μέσα
σέ εισαγωγικά. Αύτό πού μ’ ένδιαφέρει είναι ή βασική τάση
τής σκέψης του — κάποτε καί οί τάσεις — κι αύτήν άκριβώς
έξετάζω σέ σχέση μέ τό προκείμενο πρόβλημα.

Τά παραθέματα τού βιβλίου είναι παρμένα άπό τήν έκδοση,


Karl Marx-Friedrich Engels, Werke (MEW). Dietz Verlag, Βερο­
λίνο· ό τόμος άναφέρεται κάθε φορά ξεχωριστά. Επίσης χρη-
σιμοποιήθηκε καί τό Karl Marx, Grundrisse der Kritik der politis­
chen Oekonomie. Dietz Verlag, Βερολίνο 1953.
1. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις: Ή Μ α ρ ξικ ή Έ ν­
νοια τής Ανάγκης

Συνοψίζοντας τις οικονομικές ανακαλύψεις του σέ σχέση μέ


τήν κλασική πολιτική οικονομία, ό Μάρξ τονίζει τρία κυρίως
πράγματα:
1. Τήν επεξεργασία τής Θεωρίας, σύμφωνα μέ τήν όποια ό
έργάτης δέν πουλάει στόν κεφαλαιοκράτη τήν έργασία του
άλλά τήν έργατική του δύναμη.
2. Τήν επεξεργασία τής γενικής κατηγορίας τής ύπεραξίας
καί τήν άπόδειξη τού ότι τό κέρδος, ό τόκος καί ή γαιοπρό-
σοδος δέν είναι παρά μορφές έμφάνισης τής ύπεραξίας.
3. Τήν άνακάλυψη τής σημασίας τής άξίας χρήσης. ( Ό
Μάρξ λέει ότι οί κατηγορίες άξια καί άνταλλακτική άξια δέν
είναι καινούργιες, άλλά τις παρέλαβε άπό τήν κλασική πολι­
τική οικονομία).
Αν έξετάσουμε τώρα τις τρεις άνακαλύψεις πού άποδίδει
στόν εαυτό του ό Μάρξ, δέ θά ’ναι δύσκολο ν’ άποδείξουμε
ότι καί οί τρεις είναι κατά κάποιο τρόπο δομημένες πάνω
στήν έννοια άνάγκη.
Ας δούμε πριν α π ’ όλα τήν άξια χρήσης. Ό Μάρξ ορίζει τό
εμπόρευμα σάν άξια χρήσης μέ τόν άκόλουθο τρόπο: «Τό
εμπόρευμα είναι ένα πράγμα, πού μέ τις ίδιότητές του ικανο­
ποιεί όποιοδήποτε είδος άνθρώπινης άνάγκης (Κεφάλαιο I,
MEW 23, σ. 49). Έ δώ δέν έχει καμιά σημασία άν πρόκειται
γιά άνάγκη τού στομαχιού ή τής φαντασίας. Ή ικανοποίηση
τής άνάγκης άποτελεί conditio sine qua non τού κάθε έμπορεύ-
ματος. Δέν ύπάρχει καμιά άξια (άνταλλακτική άξια) δίχως
άξια χρήσης (ικανοποίηση άναγκών)· ύπάρχουν όμως άξιες
χρήσης (άγαθά) χωρίς άξια (άνταλλακτική άξια) άν καί σύμ­
φω να μέ τόν ορισμό τους ικανοποιούν τις άνάγκες. Βλέπουμε
λοιπόν ώς έδώ ότι ό Μάρξ χρησιμοποιεί στόν ορισμό του τήν
άνάγκη, χωρίς νά ορίζει τήν έννοιά της καί χωρίς ούτε κάν νά
περιγράφει τί έννοεί λέγοντας άνάγκη.
Ή άξια χρήσης ορίζεται άμεσα άπό τις άνάγκες· τό ίδιο
ισχύει — έμμεσα βέβαια, άλλά σέ έξϊσον πολλές περιπτώσεις
— καί γιά τήν ιδέα ότι ό έργάτης πουλάει στόν κεφαλαιο­
κράτη τήν έργατική του δύναμη: τού δίνει δηλαδή μιά άξια
28

χρήσης καί παίρνει μιά ανταλλακτική άξια. Τί καθορίζει τώρα


τήν άξια πού παίρνει, δηλαδή τήν άξια τής έργατικής δύ­
ναμης; Είναι σαφές πώς τήν καθορίζει ή άξια τών μέσων
συντήρησης πού άπαιτούνται γιά τήν αναπαραγωγή της. Αν
θεωρήσουμε δοσμένη τήν παραγωγικότητα, ή άντίστοιχή της
άξια καθορίζεται πάλι άπό τις άνάγκες τού έργάτη. Κατώτατο
όριο είναι τό σύνολο τών άναγκών τής άπλής έπιβίωσης (όπου
περιλαμβάνεται καί ή συντήρηση τών παιδιών). Ό Μάρξ
τονίζει όμως άρκετές φορές τήν ιστορικότητα αύτών τών
άναγκών, τήν έξάρτησή τους άπό τήν παράδοση, τό πολιτι­
στικό έπίπεδο κ.λπ. Στό σημείο αύτό θά ξαναγυρίσουμε παρα­
κάτω.
Ό έργάτης πουλάει λοιπόν στόν κεφαλαιοκράτη τήν εργα­
τική του δύναμη, πού είναι μιά άξια χρήσης. Σύμφωνα μέ τόν
ορισμό της, ή άξια χρήσης ικανοποιεί άνάγκες: τις άνάγκες
παραγω γής ύπεραξίας καί, έπομένως, τής άξιοποίησης τού
κεφαλαίου. ( Αν ή έργατική δύναμη δέν παρήγαγε ύπεραξία
κι ό κεφαλαιοκράτης δέν άγόραζε τήν έργατική δύναμη, τότε
θά έπαυαν νά ύπάρχουν καπιταλιστικές σχέσεις). «Έτσι ό
νόμος τής καπιταλιστικής συσσώρευσης πού δόλια τόν άνακή-
ρυξαν φυσικό νόμο, έκφράζει στήν πραγματικότητα μόνο τό
ότι ή φύση τής καπιταλιστικής συσσώρευσης άποκλείει κάθε
έλάττωση τού βαθμού έκμετάλλευσης τής έργασίας ή κάθε
αύξηση τής τιμής τής έργασίας πού θά μπορούσε ν’ απειλήσει
σοβαρά τή διαρκή άναπαραγωγή τής σχέσης τού κεφαλαίου
καί τήν άναπαραγωγή της σέ διαρκώς διευρυνόμενη κλίμακα.
Καί δέν μπορούσαν νά ’ναι διαφορετικά τά πράγματα σ’ ένα
τρόπο παραγωγής όπου ό έργάτης ύπάρχει γιά τις άνάγκες
άξιοποίησης ύπαρχουσών άξιών άντί, τό έναντίο, ό ύλικός
πλούτος νά ύπάρχει γιά τις άνάγκες άνάπτνξης τού έργάτη»
(οί ύπογραμμίσεις δικές μου. Κεφάλαιο I. MEW 23, σ. 649).
Γιά τήν ώρα άς έχουμε ύπόψη πώς αυτή ή παρατήρηση —
τό ότι δηλαδή ό ύλικός πλούτος θά ’πρεπε νά ύπάρχει γιά τις
άνάγκες άνάπτυξης τού έργάτη — στηρίζεται ολοκληρωτικά
σέ μιά έξωοικονομική έκτίμηση. Ά ς ξαναγυρίσουμε όμως στήν
κατηγορία τής ύπεραξίας. Είδαμε ώς έδώ ότι καί ή παραγωγή
ύπεραξίας ικανοποιεί μιά άνάγκη (τήν «άνάγκη» άξιοποίησης
τού κεφαλαίου). Μέ τις άνάγκες όμως ό Μάρξ καθορίζει
άκόμα καί τή δυνατότητα παραγωγής ύπεραξίας. Σ ’ ολόκληρο
τό έργο τού Μάρξ συναντάμε συχνά τήν ιδέα ότι ή δυνατότητα
29

παραγω γής υπεραξίας πραγματώνεται επειδή μιά δοσμένη


κοινωνία μπορεί καί παράγει περισσότερα ά π ’ όσα άρκοΰν
γιά τήν ικανοποίηση τών «ζωτικών άναγκών» της. Ό Μάρξ
δέν ισχυρίζεται βέβαια ότι σέ κάθε τέτοια περίπτωση έχουμε
παραγωγή υπεραξίας, άλλά μόνο πώς ή υπεραξία δέν είναι
δυνατή χωρίς αυτό τό πλεόνασμα. Τό πότε πρανιιατοποιείται
ή παραγωγή τής υπεραξίας καί πότε όχι, είναι ένα ειδικό
πρόβλημα, έξαρτημένο άπό τήν άλληλεπΐδραση πάμπολλων
παραγόντων.
Θεωρημένη ώστόσο στήν ιστορική της γένεση, ή παραγωγή
τής υπεραξίας θέτει καί άναπαράγει ταυτόχρονα τήν άτομική
ιδιοκτησία καί τόν καταμερισμό τής έργασίας πού, τουλάχιστο
στή γένεσή του, είναι ταυτόσημος μ’ αυτήν. Ή άνάπτυξη τού
καταμερισμού τής έργασίας — καί επομένως καί τής παραγω­
γικότητας — δημιουρνεί, μαζί μέ τόν ύλικό πλούτο, καί τόν
πλούτο καί τήν πολυπλοκότητα τών άναγκών· πρόκειται ώ­
στόσο γιά τόν ίδιο ακριβώς καταμερισμό τής έργασίας πού
έχει συνέπεια καί τόν «καταμερισμό» τών άναγκών. Ή θέση
π ού κατέχει κανείς μέσα στόν καταμερισμό τής έργασίας
καθορίζει τή δομή τών άναγκών ή τουλάχιστο rä όριά τονς.
Αύτή ή άντίθεση κορυφώνεται στόν καπιταλισμό καί γίνεται
μάλιστα, όπως θά δούμε παρακάτω, ή μεγαλύτερη άντινομία
τού συστήματος.
Είδαμε λοιπόν ότι άνάμεσα στις νέες οικονομικές άνακαλύ-
ψ εις πού τονίζει ό Μάρξ, ή έννοια τής άνάγκης παίζει έναν
άπό τούς κυριότερους ρόλους, γιά νά μήν πούμε τόν κυριό-
τερο. Αρκεί μιά ματιά στίς κατηγορίες πού ξεπέρασε συνει­
δητά ό Μάρξ γιά νά δούμε ότι σ’ αύτές ή άνάγκη δέν παίζει
κανέναν άπολύτως ρόλο. Ή κλασική πολιτική οικονομία δέν
έδινε καμιά σημασία στήν άξια χρήσης, άρα έδώ δέν ύπάρχει
κανένα πρόβλημα. Ά ν ό έργάτης πουλούσε στόν κεφαλαιο­
κράτη τήν έργασία του, θά έλειπαν άπ’ αύτή τήν πράξη καί τά
δύο στοιχεία πού άφορούν τις άνάγκες. Καί όταν, τέλος,
μιλάει γιά τό κέρδος, τόν τόκο καί τή γαιοπρόσοδο, δέ γίνεται
πάλι καμιά άναφορά στήν άνάγκη.
Αύτό βέβαια δέ σημαίνει ότι ή έννοια «άνάγκη» δέν έπαιξε
κανένα ρόλο στήν κλασική πολιτική οικονομία- άπεναντίας,
στάθηκε άποφασιστική άλλά άπό άλλη προοπτική καί σέ μιά
έντελώς διαφορετική συνάρτηση άπ’ ό,τι στόν Μάρξ. Ή
άνάλυση καί ή κριτική τής άνάγκης γίνονται άπό τή σκοπιά
30

τού καπιταλισμού. Κατά συνέπεια ή άνάλυση καί ή κριτική


είναι καθαρά οικονομικές: ή οικονομική άξια είναι ή μονα­
δική άξια, πού καμιά δέ μπορεί νά τήν ξεπεράσει άπό όποια-
δήποτε άλλη σκοπιά. Οί άνάγκες τού έργάτη έμφανίζονται
σάν περιορισμοί τού πλούτου καί άναλΰονται σάν τέτοιοι.
Ταυτόχρονα όμως αύτή ή άνάγκη, πού έμφανίζεται μέ τή
μορφή τής φερέγγυας ζήτησης, είναι κινητήρια δύναμη καί
μέσο τής οικονομικής άνάπτυξης. Από τά Οικονομικά καί
Φιλοσοφικά Χειρόγραφα ήδη, ό Μάρξ άποκροΰει μέ πάθος
αύτή τήν καθαρά οικονομική (άφού δημιουργείται άπό τή
σκοπιά τού καπιταλισμού) άντίληψη τής άνάγκης. Ό σ ο άφο­
ρά τήν πολιτική οικονομία γράφει: «...κάθε τί πού ξεφεύγει
άπό τήν πιό άφηρημένη άνάγκη — είτε πρόκειται γιά παθη­
τική άπόλαυση είτε γιά έκδήλωση δραστηριότητας — τού
φαίνεται (του οικονομολόγου) πολυτέλεια» (MEW 1, σ. 549).
Καί παρακάτω: « Ή κοινωνία, όπως τή βλέπει ό οικονομο­
λόγος, είναι ή άστική κοινωνία, πού μέσα της κάθε άτομο
είναι ένα σύνολο άπό άνάγκες καί ύπάρχει μόνο γιά τό άλλο
— όπως καί τό άλλο άτομο ύπάρχει μόνο γι’ αύτό — στό
βαθμό πού τό ένα γίνεται ιιέσο γιά τό άλλο»*. {IBID., σ. 557).
Ή άναγωγή (ύποβιβασμός) τής έννοιας τής ανάγκης σέ οικο­
νομική άνάγκη είναι γιά τόν Μάρξ μιά έκφραση τής (καπιτα­
λιστικής) άλλοτρίωσης τών άναγκών σέ μιά κοινωνία όπου
στόχος τής παραγωγής δέν είναι ή ικανοποίηση τών άναγκών
άλλά ή άξιοποίηση τού κεφαλαίου, όπου τό σύστημα τών
άναγκών στηρίζεται στόν καταμερισμό τής έργασίας καί όπου
ή άνάγκη έμφανίζεται στήν άγορά μόνο μέ τή μορφή τής
φερέγγυας ζήτησης. Ή δομή τών άναγκών στήν κοινωνία τών
«συνεταιρισμένων παραγωγών», πού παρουσίασε ό Μάρξ, θά
έξεταστεί παρακάτω. Έ δώ θά τονίσουμε μόνο μερικά σημεία.
Ή κοινωνία τών συνεταιρισμένων παραγωγών δέ θά διαφέρει
άπό τόν καπιταλισμό όσο άφορά τήν συνεχή άνοδο τής πα ρα­
γω γικότητας. Ή αύξηση τής παραγωγής έχει σχέση μόνο μέ
τήν ποσότητα (καί τήν ποιότητα) τής άξίας χρήσης, μεγαλώνει
τόν «ύλικό πλούτο» τής κοινωνίας, ικανοποιεί άλλά ταυτό­
χρονα γεννάει άνάγκες. Δέν έχει έπομένως άμεση σχέση μέ τήν

• Ή αρνητική αξιολόγηση είναι σαφέστατη: βασίζεται στήν καντιανή


προσταγή, σύμφωνα μέ τήν όποια ό άνθρωπος δέν πρέπει ν' άποτελεί μόνο
μέσο γιά τόν άνθρωπο.
31

παραγωγή τής αξίας (ανταλλακτικής αξίας), μιά κι αϋτή


σχετίζεται μέ τόν άναγκαίο χρόνο έργασίας (πρβ. Κεφάλαιο I,
σ. 61). Βέβαια μέ τή μεσολάβηση τού νόμου τής άξίας, ή
άνοδος τής παραγωγικότητας μπορεί νά σχετιστεί μέ τις
άνάγκες· χάρη σ’ αυτήν, μπορεί νά μειωθεί ό κοινωνικά άνα-
γκαίος χρόνος έργασίας, έτσι πού νά δοθεί ή δυνατότητα στόν
έργάτη νά ικανοποιήσει «άνώτερες» άνάγκες. Ό Μάρξ π ι­
στεύει όμως ότι αυτό δέν μπορεί νά γίνει ποτέ στόν καπιτα­
λισμό γιά δύο λόγους: πρώτο, επειδή ή άξιοποίηση τού κεφα­
λαίου έμποδίζει τή μείωση τού χρόνου έργασίας καί δεύτερο
— καί θά δούμε ότι αύτό είναι τό πιό άποφασιστικό — έπειδή
γιά τό μέσο άνθρωπο δέ μπορεί νά διαμορφωθεί ab ovo μιά
τέτοια δομή άναγκών πού θά τού έπέτρεπε νά χρησιμοποιήσει
τόν έλεύθερο χρόνο του γιά τήν ικανοποίηση «άνώτερων
άναγκών».Αύτή ή δυνατότητα μπορεί νά πραγματοποιηθεί
μόνο στήν κοινωνία τών «συνεταιρισμένων παραγωγών» όπου
οί άνάγκες δέν έμφανίζονται στήν άγορά, όπου πρωταρχική
σημασία έχει ή έκτίμηση τών άναγκών καί ή άντίστοιχη κατα­
νομή τής έργατικής δύναμης καί τον χρόνον έργασίας· μέ τόν
τρόπο αύτό μεταβάλλεται ολόκληρη ή δομή τών άναγκών (κι
έτσι καί ή εργασία γίνεται ζωτική άνάγκη): οί άνθρωποι
μοιράζονται τά άγαθά άνάλογα μέ τις άνάγκες τους καί
παίρνουν προτεραιότητα όχι οί άνάγκες πού άφορούν ύλικά
άγαθά άλλά έκείνες πού άφορούν μιά «άνώτερη δραστηριό­
τητα» καί κυρίως οί άνάγκες πού άφορούν τόν άλλο άνθρωπο
όχι σάν μέσο άλλά σάν σκοπό.
Δέν πρέπει λοιπόν νά θεωρούμε «συμπτωματικό» τό ότι ή
έννοια τής άνάγκης παίζει τό μυστικό βασικό ρόλο στις οικο­
νομικές κατηγορίες τού Μάρξ· δέν είναι έπίσης συμπτωματικό
τό ότι ή έννοια τής άνάγκης δέν ορίζεται στις κριτικές τής
πολιτικής οικονομίας (καί τού καπιταλισμού). Οί μαρξικές
κατηγορίες τής άνάγκης (καί θά δούμε πώς ό Μάρξ τούς δίνει
διάφορες έρμηνείες) δέν είναι γενικά οικονομικές κατηγορίες.
Σ ’ όλα τά έργα του βασική του τάση είναι νά βλέπει τις
έννοιες τής άνάγκης σάν έξωοικονομικές, ίστορικοφιλοσο-
φικές κατηγορίες ή κατηγορίες άνθρωπολογικές - άξιακές,
πού γιά τό λόγο αύτό δέν μπορούν νά οριστούν μέσα στό
οικονομικό σύστημα. Γιά νά μπορέσουμε ν’ άναλύσουμε τις
οικονομικές κατηγορίες τού καπιταλισμού σάν κατηγορίες
άποξενωμένων άναγκών (καί μήπως ή άνάγκη άξιοποίησης
τού κεφαλαίου, τό σύστημα τών άναγκών πού έπιβάλλεται
32

άπό ιό ν καταμερισμό τής έργασίας, ή συνακόλουθη έμφάνιση


τής άνάγκης στήν άγορά, ό περιορισμός τών άναγκών τού
έργάτη στά «ζωτικά άναγκαία είδη» ή ή χειραγώγηση τών
άναγκών, δέν είναι φαινόμενα άποξένωσης;), πρέπει νά δη-
μιουργηθεί ή θετική άξιακή κατηγορία τού «συστήματος μή
άποξενωμένων άναγκών»· αύτό όμως θα γίνει στό μέλλον,
όταν καί ή οικονομία θά υπάγεται σ’ αύτό τό «άνθρώπινο»
σύστημα άναγκών.

Πριν έξετάσουμε διεξοδικότερα αύτή τή φιλοσοφική άντί-


ληψη τού Μάρξ σέ σχέση μέ τις άνάγκες, άς δούμε πολύ
σύντομα τις διαφορετικές έρμηνείες πού δίνει σ’ αύτή τήν
έννοια. Σέ όλα τά σημαντικά φιλοσοφικά ή οικονομικά έργα
του, ό Μάρξ προσπαθεί διαρκώς νά ταξινομήσει τούς τύπους
τών άναγκών. Αύτή ή ταξινόμηση γίνεται πότε άπό ίστορι-
κοφιλοσοφική-άνθρωπολογική σκοπιά, πότε στή βάση άντι-
κειμενοποιήσεων (Ο.)* πού δημιουργούνται άπό τις άνάγκες
καί συνδέονται μ’ αύτές, ή άκόμα άπό οικονομική σκοπιά
(ιδιαίτερα στις άναλύσεις τής προσφοράς καί τής ζήτησης) ή
μέ τή βοήθεια τής άξιακής κατηγορίας τού «άνθρώπινου
πλούτου». Πρέπει νά προσθέσουμε ότι σχεδόν κάθε τέτοια
ομαδοποίηση έμπεριέχει τό στοιχείο τής άξιολόγησης, άκόμα
κι όταν βάση τής ταξινόμησης δέν είναι άμεσα κάποια άξιακή
κατηγορία.
Αύτές οί διαφορετικές σκοπιές μέσα στήν ίδια ταξινόμηση
οδηγούν σέ κάποια έτερογένεια. Ωστόσο κι αύτό άκόμα δέ θά
δημιουργούσε καμιά δυσκολία στήν περιγραφή τής άποψης
τού Μάρξ, άν οί διάφορες σκοπιές διαχωρίζονταν πάντα
συνειδητά. Συχνά όμως οί ίδιες «σκοπιές» δέν είναι πάντα
σαφείς καί μονοσήμαντες, κι αύτό έπειδή πολλές φορές ή
ταξινόμηση στηρίζεται σέ μιά //// συνειδητή έκτίμηση. Έπειτα,
στήν ταξινόμηση τών άναγκών σέ οικονομική βάση επικρα­
τούν συχνά φιλοσοφικές έννοιες καί, τέλος, τό στάτους κβό
τής καπιταλιστικής κοινωνίας έπηρεάζει άρκετά τήν ίστορικο-
φιλοσοφική - άνθρωπολογική ταξινόμηση. Αύτό τό τελευταίο
γεγονός — κι όχι κάποιος άκατανίκητος φοϋερμπαχισμός —
εύθύνεται γιά τό ότι ό Μάρξ δέν ξεπερνάει τή φυσιοκρατική
έννοια τής άνάγκης, άν καί τό έπιχειρεί συχνά.
Τά λιγότερα προβλήματα παρουσιάζει ή ταξινόμηση τών
άναγκών στή βάση τών άντικπμινο.τοιήσεων (Ο.) δηλαδή όσο
33

άφορά τά άντικεϊμενα γενικά, κι άκόμα όσο άφορά τις δρα­


στηριότητες, τά αισθήματα καί τις άντΐστοιχες επιθυμίες.
(Προχωρώντας στήν ανάλυση τής φιλοσοφικής έννοιας τής
άνάγκης, θά δούμε ότι ό Μάρξ συσχετίζει πάντα τό άντι-
κείμενο τής άνάγκης μέ τήν άνάγκη). Οι τύποι τών άναγκών
διαμορφώνονται άνάλογα μέ τά άντικείμενά τους, δηλαδή
άνάλογα μέ τις δραστηριότητες πού άφορούν τά άντικεϊμενα.
Α π ’ αύτή τήν άποψη ή γενικότερη διαίρεση τού Μάρξ ξεχω­
ρίζει τά «ύλικά» καί τά «πνευματικά» άγαθά, άλλά μιλάει καί
γιά τήν πολιτική άνάγκη, γιά τις άνάγκες τής κοινωνικής ζωής
καί γιά τήν άνάγκη τής έργασίας (άπασχόλησης). Στις διαι­
ρέσεις αυτές ή άξιολόγηση δέν έχει θετική θέση. Ή ικανο­
ποίηση τής ύλικής άνάγκης δέν είναι μόνο ή θεμελιώδης
βιοτική άνάγκη τού άνθρώπου, άλλά ή έπέκταση τών ύλικών
άναγκών είναι συνάμα καί σημάδι τού «πλουτισμού» του·
μπορεί ώστόσο ν’ άποξενωθεϊ καί ή «πνευματική άνάγκη». Ή
έκτίμηση άφορά τό σύνολο τής δομής τών άναγκών, όπως θά
δούμε πάλι παρακάτω*.
Ή ίστορικοφιλοσοφική-άνθρωπολογική ταξινόμηση βασί­
ζεται σέ δύο κατηγορίες: στις «φυσικές άνάγκες» καί στις
«κοινωνικά καθορισμένες» άνάγκες. Συνώνυμες τών πρώτων
είναι οί «άπαραίτητες» άνάγκες, ένώ στις δεύτερες άντιστοι-
χούν οί «κοινωνικές άνάγκες» — τουλάχιστο μέ τήν έφαρμο-
σμένη έννοια τής λέξης. Πώς έρμηνεύει τώρα ό Μάρξ αύτές τις
ομάδες;
Στά Οικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τού 1844
γράφει: «...ό άνθρωπος παράγει έλεύθερος άπό τή φυσική
άνάγκη, καί παράγει άληθινά μόνο όταν είναι έλεύθερος άπό
τόν έαυτό του» (MEW, IBID., σ. 517). Ή φυσική άνάγκη
άντιστοιχεί έδώ στό βιολογικό, δηλαδή στις άνάγκες έκείνες
πού άφορούν τήν άπλή διατήρηση τών βιοτικών συνθηκών.
Στό σημείο αύτό ό Μάρξ (παρά τις άντίθετες ένδείξεις τής
ορολογίας πού χρησιμοποιεί) απομακρύνεται άπό τή φυσιο-
κρατική έρμηνεία, περισσότερο άπ’ ό,τι σέ πολλά έργα τής
ωριμότητάς του. Κι αύτό δέ γίνεται μόνο όταν μιλάει γιά ένα
ριζικά νέο άνθρώπινο-κοινωνικό περιεχόμενο τών αύστηρά

* Σέ μεμονωμένα σημεία στόν Μάρξ μπορεί φυσικά νά καταδειχτεί ένας


τονισμός τής αξίας πρός τή μιά ή τήν άλλη κατεύθυνση, άλλά αί·τό είναι
πάντα μέσα στή λειτουργία τού έρευνώμενου προβλήματος καί δέν επιτρέ­
πει συμπεράσματα σχετικά μέ τή συνολική του άντίληψη.
34

βιολογικών άναγκών (πράγμα έξάλλου πού, έκτος άπό ορισμέ­


νες περιπτώσεις, είναι πάντα ξεκαθαρισμένο στόν Μάρξ),
άλλά καί όταν θεωρεί τήν άναγωγή (υποβιβασμό) τών «άν-
θρώπινων» άναγκών σέ άνάγκες μέ κοινωνικό περιεχόμενο —
έστω κι άν ή «φύση» τους είναι βιο-ψυχολογική — σάν προϊόν
τής καπιταλιστικής κοινωνίας. Γιατί ή άστική κοινωνία είναι
αυτή πού ύποτάσσει τις άνθρώπινες αισθήσεις στις «ώμές,
πρακτικές άνάγκες», κι αυτή κάνει τις άνάγκες «άφηρημένες»,
άνάγοντας (ύποβιβάζοντάς) τις σέ άπλές άνάγκες αυτοσυντή­
ρησης. Γιαυτό άκριβώς οί άνάγκες.ποϋ άφορούν τήν έπιβίωση
όέ μπορούν ν’ άποτελέσουν έδώ μιά αύτόνομη όμάδα άναγκών
— άπό ίστορικοφιλοσοφική άποψη.
Ά π ο τήν οικονομική άποψη όμως, έγινε άργότερα άναγκαία
μιά ταξινόμηση πού — λιγότερο ή περισσότερο παραλλαγμένη
(ή διαφορετικά έρμηνευμένη) — έμφανίζεται στά πιό ώριμα
έργα τού Μάρξ· πρόκειται γιά τή διάκριση «φυσικών» καί
«κοινωνικά καθορισμένων» άναγκών. Ό π ω ς ήδη έπισημά-
ναμε, ή οικονομική άποψη άποτελεί μιά έξήγηση γιά τή γένεση
τής ύπερεργασίας καί τής ύπεραξίας ή γιά τή δυνατότητα
ύπαρξής τους. Αύτό όμως ξεκινάει καί άπό τό στάτους κβό
τής καπιταλιστικής κοινωνίας σάν άφετηρία τής μαρξικής
άνάλυσης, καί άπό τήν άπο κάλυψη τού γεγονότος «έκμετάλ-
λευση» πού άποτελεί κατευθυντήρια δύναμη στήν κριτική τού
καπιταλισμού.
Πρέπει νά δούμε τώρα σέ ποιές συναρτήσεις εμφανίζονται
αυτές οί κατηγορίες (ύπογραμμίζοντας μόνο τά σημαντικό­
τερα σημεία). Στά Grundrisse ό Μάρξ λέει πώς ή «κατανα­
λωτική ικανότητα» δημιουργεί τις άνάγκες μέσα στήν καπι­
ταλιστική κοινωνία, καί ξεχωρίζει τις άνάγκες πού «δημιουρ­
γεί ή κοινότητα» άπό τις «φυσικές» άνάγκες (Εισαγωγή, σ.
15). Ό σ ο άφορά τόν καπιταλισμό, γράφει στό ίδιο έργο (σ.
231): «Τείνοντας όμως άδιάκοπα πρός τή γενική μορφή τού
πλούτου, τό κεφάλαιο ώθεί τήν έργασία έξω άπό τά όρια τής
φυσικής της άνάγκης καί δημιουργεί έτσι τά ύλικά στοιχεία
γιά τήν άνάπτυξη μιάς πλούσιας άτομικότητας πού είναι
ολόπλευρη καί στήν παραγωγή καί στήν κατανάλωσή της.
Γ ιαυτό ή έργασία της δέν έμφανίζεται πιά σάν έργασία, άλλά
σάν καθολική άνάπτυξη αύτής τής δραστηριότητας, στήν
όποια ή φυσική άναγκαιότητα δέν ύπάρχει πιά μέ τήν άμεση
μορφή της, έπειδή στή θέση τής φυσικής άνάγκης έχει παρόν-
35

σια στεί μιά ιστορικά όημιονργημένη άνάγκη...» (ή υπογράμ­


μιση δική μου). Καί λίγο παραπάνω γράφει (σ. 426): «Ή
πολυτέλεια είναι τό άντίθετο τού φυσικά άναγκαΐου. Α πα­
ραίτητες είναι οί άνάγκες τού άτόμου πού έχει καί τό ίδιο
άναχθεί (ύποβιβαστεί) σέ φυσικό υποκείμενο. Ή ανάπτυξη τής
βιομηχανίας καταργεί αύτή τή φυσική άναγκαιότητα καθώς καί
τήν πολυτέλεια — βέβαια στήν άστική κοινωνία αύτό γίνεται μό­
νο άντιθετικά, γιατί αύτή ή ίδια μέ τή σειρά της δημιουργεί ένα
καθορισμένο κοινωνικό μέτρο άνάλογο μέ τήν πολυτέλεια» (ή
ύπογράμμιση δική μου). Στό Κεφάλαιο (τόμ. I, MEW 23, σ.
185) εμφανίζεται ή κατηγορία τών «φυσικών άναγκών» μέ τόν
καθορισμό τής άξίας τής έργατικής δύναμης: «Οί ίδιες οί
φυσικές άνάγκες, όπως ή τροφή, ό ιματισμός, ή θέρμανση, ή
κατοικία κ.λπ., διαφέρουν άνάλογα μέ τις κλιματικές καί τις
άλλες φυσικές ιδιομορφίες μιάς χώρας. Ά π ό τήν άλλη μεριά,
ή ίδια ή έκταση τών λεγάμενων άπαραίτητων άναγκών όπως
καί ό τρόπος ικανοποίησής τους, είναι ιστορικό προϊόν καί
γιαυτό έξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος άπό τή βαθμίδα τού
πολιτισμού μιάς χώρας, κι άνάμεσα στ’ άλλα — ούσιαστικά —
άπό τό μέσα σέ ποιες συνθήκες κι έπομένως μέ τί συνήθειες
καί άπαιτήσεις τής ζωής σχηματίστηκε ή τάξη τών έλεύθερων
εργατών. Έτσι, άντίθετα άπό τ’ άλλα έμπορεύματα, ό καθο­
ρισμός τής άξίας τής έργατικής δύναμης περιέχει ένα ιστορικό
καί ήθικό στοιχείο» (ή ύπογράμμιση δική μου). Τέλος, ή άξια
τής έργατικής δύναμης καθορίζεται μέ τόν άκόλουθο τρόπο
(IBID, σ. 542): «Ή άξια τής έργατικής δύναμης καθορίζεται
άπό τήν αξία τών άναγκαίων καί άπό συνήθεια καθιερωμένων
μέσων συντήρησης τού μέσου έργάτη» (ή ύπογράμμιση δική
μου). Ωστόσο καί ή ταξινόμηση πού άναφέραμε πιό πριν
έμφανίζεται καί έδώ. Διευκρινίζοντας τή διαφορά πού πα ­
ρουσιάζει ή άξια τής έργατικής δύναμης άπό χώρα σέ χώρα, ό
Μ άρξ γράφει παρακάτω: «Ό ταν λοιπόν συγκρίνουμε τούς
έθνικούς μισθούς πρέπει νά ύπολογίζουμε όλους τούς παρά­
γοντες πού καθορίζουν τήν άλλαγή στό μέγεθος τής άξίας τής
έργατικής δύναμης, στήν τιμή καί τήν έκταση τών φυσικά καί
ιστορικά άναπτυγμένων πρώτων άναγκών τής ζωής...» (IBID.,
σ. 583· ή ύπογράμμιση δική μου). Προχωρώντας στήν άνά-
λυση τού ζητήματος θά ήθελα νά άναφέρω άκόμα τήν άντί-
ληψη τού Μάρξ (Κ εφάλαιο, III, MEW 25, σ. 827-828), ότι ή
ύλική παραγωγή ήταν πάντα κράτος τής άναγκαιότητας καί
36

θά έξακολουθήσει νά είναι καί στήν κοινωνία τών «συνεται­


ρισμένων παραγωγών». Μέ τήν ανάπτυξη τών παραγωγικών
δυνάμεων «...τό κράτος τής φυσικής άναγκαιότητας έπεκτεί-
νεται γ ια τί έπεκτείνσνται οί άνάγκες τον» (IBID., σ. 828· ή
υπογράμμιση δική μου).
Α π ’ όλα αυτά προκύπτει ότι ή σημασία τής κατηγορίας
τών «φυσικών άναγκών» άφορούν τή άπλή διατήρηση τής
άνθρώπινης ζωής (αύτοσυντήρηση) καί είναι «φυσικά άπα-
ραίτητες» άφού ό άνθρωπος δέ μπορεί νά διατηρηθεί σάν
φυσικό όν άν δέν τις ικανοποιήσει. Οί άνάγκες αύτές δέν
ταυτίζονται μέ τις άνάγκες τών ζώων, γιατί ό άνθρωπος
χρειάζεται καί συνθήκες (θέρμανση, ιματισμό) πού τό ζώο δέν
τις έχει καμία «άνάγκη». Έ τσι οί άνάγκες πού είναι απαραί­
τητες γιά τή διατήρηση τού άνθρώπου ώς φυσικού όντος είναι
κοινωνικές (καί είναι γνωστό τό άπόσπασμα άπό τά Grundrisse
πού λέει ότι ή πείνα πού ικανοποιείται μέ μαχαίρι καί
πηρούνι είναι διαφορετική άπό κείνην πού ικανοποιείται μέ
ώμό κρέας): αύτό πού κοινωνικοποιεί τήν άνάγκη είναι τό
είδος καί ό τρόπος τής ικανοποίησής της. Ωστόσο ό σχημα­
τισμός τής έννοιας τών «φυσικών άναγκών» σάν άνεξάρτητης
«ομάδας άναγκών», σέ άντίθεσή πρός τήν έννοια τών «κοινω­
νικών» ή «κοινωνικά παραγμένων» άναγκών, έρχεται σέ άντί-
φαση μέ τή φιλοσοφική θεωρία τής άνάγκης τού Μάρξ τουλά­
χιστο γιατί δέν ένσωματώνεται οργανικά σ’ αύτήν. Ας έξε-
τάσουμε τώρα τις άνάγκες σάν δομή άναγκών (παρακάτω θά
δούμε ότι τό ίδιο κάνει καί ό Μάρξ). Ά ν πιστέψουμε ότι
μπορούμε νά έρμηνεύσουμε ολόκληρη τή δομή τών άναγκών
μόνο σέ συνάρτηση μέ τό σύνολο τών κοινωνικών σχέσεων
(πράγμα πού μπορεί νά καταδειχτεί καί μ’ ένα άπόσπασμα
άπό τήν Αθλιότητα τής Φιλοσοφίας), τότε πρέπει νά ύπάρ-
χουν μόνο κοινωνικά παραγμένες άνάγκες καί τόν ίδιο χαρα­
κτήρα θά πρέπει νά έχουν καί οί «φυσικές άνάγκες» (όπου ό
τρόπος ικανοποίησής τους μεταβάλλει καί τήν άνάγκη).
Κατά τόν Μάρξ, όπως είδαμε, μόνο ή βιομηχανική παρα­
γωγή έχει τή δυνατότητα νά λύσει τήν άντίθεση άνάμεσα στις
«φυσικές» καί τις «κοινωνικά παραγμένες» άνάγκες — έστω
κι άν αύτό γίνεται άντιφατικό μέσα στήν καπιταλιστική κοι­
νωνία, έστω κι άν αύτή ή κοινωνία άναπαράγει προσωρινά
τήν άντΐφαση. Ή κατάργηση τής άντίφασης άνάμεσα στις
«φυσικές» καί τις «κοινωνικά παραγμένες» άνάγκες είναι
37

λοιπόν συνέπεια τής υποχώρησης τών φυσικών περιοριυμών-


ή υποχώρηση τών υποκειμενικών περιορισμών τής φύσης είναι
άλλελένδετη μέ τήν ύποχώρηση τών αντικειμενικών περιο­
ρισμών. Ό Μάρξ δέν κάνει τή διάκριση άνάμεσα σέ έξωτε-
ρική καί έσωτερική φύση. Ωστόσο, άκόμα καί στή βάση αύτής
τής μεγαλοφυούς σκέψης, δέ χρειάζεται νά συγκροτηθεί μιά
άνεξάρτητη όμάδα «φυσικών άναγκών», γιατί καί ή έξωτερική
φύση ύπάρχει γιά τόν άνθρωπο μό' ο στήν άλληλεπίδρασή της
μέ τήν κοινωνία, στή διαδικασία τής κοινωνικοποίησης, στήν
άνταλλαγή τής ύλης άνάμεσα στόν άνθρωπο καί τή φύση.
Μόλο πού ή όμάδα τών «φυσικών άναγκών» δέ μπορεί νά
έρμηνευτεί μέσα στή συνολική φιλοσοφία τού Μάρξ, ή ιδέα
πού θέλησε νά έκφράσει μέ τή δημιουργία αύτής τής ομάδας
είναι σαφής καί άπλή: μόνο μέ τή βιομηχανική παραγωγή, μέ
τήν καπιταλιστική άνάπτυξη τής παραγωγικότητας, δημιουρ-
γείται πιά οριστικά (καί άμετάκλητα, λέει ό Μάρξ) ή δυνα­
τότητα νά πάψει νά είναι πιά ιδιαίτερος στόχος καί πρόβλημα
πού οργανώνει τήν καθημερινή άπασχόληση τού άνθρώπου ή
διατήρηση τής καθαρά φυσικής ύπαρξής του· οί άνθρωποι δέν
έργάζονται πιά μόνο γιά νά γεμίζουν'τό στομάχι — τό δικό
τους καί τών παιδιώ ν τους — ούτε γιά νά μήν πεθάνει άπό τό
κρύο ή οίκογένειά τους.
Ή άνάπτυξη όμως τής βιομηχανικής παραγωγής δέ δίνει
άπλά καί μόνο τήν εύκαιρία νά ικανοποιηθούν πλουσιοπά­
ροχα οί «φυσικές άνάγκες» άλλά λύνει μιά γιά πάντα τό
πρόβλημα (τήν άντίθεση). Στά Οικονομικά καί Φιλοσοφικά
Χ ειρόγραφ α τον 1844 διατυπώνεται ή άποψη ότι ή καπιτα­
λιστική κοινωνία είναι αύτή πού κατά βάθος έπιδιώκει τήν
άναγωγή τους σέ «φυσικές άνάγκες», δηλαδή πού συγκροτεί
τήν αύτόνομη όμάδα τών «φυσικών άναγκών». Αντίθετα
όμως, στά μεταγενέστερα έργα τού Μάρξ, ή ιδέα αύτή έμφανί-
ζεται σάν καπιταλιστική άναπαραγωγή τής άντίθεσης. Δέν
ύπάρχει άμφιβολία ότι σ’ αύτή τή μετατόπιση τού τόνου
έκφράζεται μιά θετικότερη άξιολόγηση τού καπιταλιστικού
τρόπου παραγωγής.
Βέβαια ή συγκρότηση μιάς ξεχωριστής ομάδας «φυσικών
άναγκών» δέ διαρθρώνεται, κατά τή γνώμη μου, οργανικά
μέσα στή γενική φιλοσοφική θεωρία τών άναγκών τού Μάρξ,
καί σήμερα δέ θά διατηρούσαμε μιά τέτοια ξεχωριστή όμάδα
σέ μιά σύγχρονη μαρξιστική θεωρία τής άνάγκης· νομίζω
38

ωστόσο πώς μπορεί νά έρμηνευτεί στό πλαίσιο αυτής τής


θεωρίας. Οί «φυσικές άνάγκες» δέν είναι μιά όμάδα άπό
άνάγκες άλλά μιά οριακή έννοια: είναι τό όριο — διαφορετικό
σέ κάθε κοινωνία — πού έξω άπ’ αύτό δέν μπορεί ν’ άναπα-
ραχθεί πιά ή άνθρώπινη ζωή σάν τέτοια· είναι μ’ άλλα λόγια
τό όριο τής άπλής ύπαρξης (οί μαζικοί λιμοί λ.χ. στις Ινδίες ή
τό Πακιστάν άποτελούν έκφραση τής ύπέρβασης αύτού τού
όρίου). Γιά τό δικό μας κόσμο ειδικά, θά ήταν καθαρός
άριστοκρατισμός νά παραλείψουμε αύτή τήν οριακή έννοια
όταν έξετάζουμε τις άνάγκες, γιατί στήν περίπτωση αύτή δέ
θά μιλούσαμε γιά «φυσικές άνάγκες» άλλά γιά τό υπαρξιακό
όριο τής ικανοποίησης τών άναγκών.
Είπαμε παραπάνω ότι τό νόημα τών «άπαραίτητων ά­
ναγκών» άλλαξε άπό τά Grundrisse ώς τό Κεφάλαιο. Στά
Grundrisse οί άπαραίτητες άνάγκες άντιστοιχούν άπόλυτα στις
φυσικές, ένώ στό Κεφάλαιο ύπογραμμϊζεται περισσότερο ή
διαφ ορά τους. « Άπαραίτητες» είναι οί άνάγκες πού δημιουρ-
γήθηκαν ιστορικά καί όέν άφορούν μόνο τήν άπλή αύτοσυντή-
ρηση· μέσα σ’ αύτές τό πολιτιστικό καί ήθικό στοιχείο καί τό
έθιμο παίζουν άποφασιστικό ρόλο, καί ή ικανοποίησή τους
είναι συστατικό τής «κανονικής» ζωής τών άνθρώπων μιάς
ορισμένης τάξης σέ μιά δοσμένη κοινωνία. Ονομάζουμε «άνα-
γκαίο μέσο όρο συντήρησης», σ’ ένα δοσμένο χρόνο καί γιά
μιά δοσμένη τάξη, τήν ποσότητα πού έπαρκεί γιά τήν ικανο­
ποίηση τών (ζωτικών) άναγκών καί τών «άπαραίτητων
άναγκών».
Στήν έρμηνεία αύτή ή έννοια τών «άπαραίτητων άναγκών»
έχει μεγάλη σημασία, έστω κι άν δέν είναι παρά μιά περιγρα­
φική έννοια. Ά ν θελήσουμε νά έρευνήσουμε έμπειρικά ποιές
άνάγκες πρέπει νά ικανοποιηθούν, έτσι ώστε τά μέλη μιάς
δοσμένης κοινωνίας ή τάξης νά έχουν τό αίσθημα ή τήν
πεποίθηση ότι ή ζωή τους — στό δοσμένο* έπίπεδο καταμε­
ρισμού τής έργασίας — είναι «κανονική» θά καταλήξουμε
στήν έννοια τών «άπαραίτητων άναγκών». Επομένως ή έκ­
ταση καί τό περιεχόμενο τών άπαραίτητων άναγκών μπορεί
νά διαφέρει πολύ άνάλογα μέ τήν έποχή καί τις τάξεις. Γιά τό
σημερινό άμερικάνο έργάτη ισχύουν πολύ πιό διαφορετικές
«άπαραίτητες άνάγκες» ά π ’ ό,τι γιά τό σημερινό ίνδό έργάτη ή
τόν άγγλο έργάτη τής έποχής τού Μάρξ. Μ’ αύτή τήν έννοια
μιλάει γιά τις άνάγκες καί ό Μάρξ στήν Αθλιότητα τής
39

Φ ιλοσοφίας, παρουσιάζοντας τήν άντίφαση άνάμεσα οτί;


άνάγκες καί τις δυνατότητες τού έργάτη. Αύτό σημαίνει ότι οί
άπαραίτητες άνάγκες τού έργάτη δέ μπορούν νά ικανοποιη­
θούν, έπειδή δέν καλύπτονται άπό τή φερέγγυα ζήτησή του.
Είπαμε καί πιό πριν ότι θεωρούμε τήν κατηγορία τών
«άπαραίτητων άναγκών» σάν μιά έξαιρετικά σημαντική —
άπό κοινωνική άποψη — περιγραφική έννοια. Ά π ό φιλοσο­
φική άποψη όμως τό περιεχόμενό της είναι άσαφές, άκριβώς
έξαιτίας τού περιγραφικού της χαρακτήρα. Ό τα ν λ.χ. ό Μάρξ
μιλάει γιά τις «άπαραίτητες άνάγκες» τών σύγχρονών του
άγγλων έργατών, δέν έννοεί μόνο τις υλικές άνάγκες άλλά καί
τις μή ύλικές πού έρμηνεύονται μόνο μέ τήν έννοια τού «μέσου
όρου». Στό γνωστό έρωτηματολόγιό του ύπάρχουν στήν κατη­
γορία αύτή καί τά μαθήματα, τά βιβλία ή ή ένταξη σ’ ένα
συνδικάτο. Επειδή όμως ή ικανοποίηση αύτών τών άναγκών
(σέ μιά δοσμένη στιγμή καί κάτω άπό δοσμένες συνθήκες)
έξαρτάται άπό ύλικά μέσα καί μπορεί ν’ «άποκτηθεί» μέ τό
χρήμα (στήν περίπτωση τής ένταξης σέ συνδικάτο ό Μάρξ
ρωτάει άν ύπάρχει συνδρομή), οί άνάγκες αύτές πρέπει νά
θεωρηθούν «άπαραίτητες» καί ή άξια πού άπαιτείται γιά τήν
ικανοποίησή τους έμπεριέχει τήν άξια τής έργατικής δύναμης.
Στήν κατηγορία αύτή δέν άνήκουν όμως οί άτομικές άνάγκες
πού δέν έχουν «μέσο όρο», καί ιδιαίτερα έκείνες πού ή ικανο­
ποίησή τους δέ μπορεί ν ’ «άγοραστεί». Έτσι οί ομοιογενείς
άνάγκες κατατάσσονται σέ διαφορετικές κατηγορίες (π.χ. τό
κρέας σάν άπαραίτητη άνάγκη, άλλά ή άγκινάρα σάν πολυ­
τελής), ένώ άντίθετα οί έτερογενείς μπαίνουν στήν ίδια κατη­
γορία (π.χ. ή κατανάλωση οινοπνευματωδών καί ή συνδικαλι­
στική συμμετοχή σάν άπαραίτητες άνάγκες).
Ό τα ν όμως ό Μάρξ ορίζει τήν ιδιομορφία τών «άπαραί­
τητων άναγκών» — όχι έμπειρικά άλλά φιλοσοφικά — κατα­
λήγει άπό άποψη περιεχομένου σέ έντελώς διαφορετικά απο­
τελέσματα. Τό κράτος τής ύλικής παραγωγής είναι — καί
μένει καί στήν κοινωνία τών «συνεταιρισμένων παραγωγών»
— κράτος άναγκαιότητας. Μ’ αύτή τήν έννοια οί «άπαραί­
τητες άνάγκες» είναι οί άνάγκες πού γεννιούνται μέσα στήν
ύλική παραγωγή καί μεγαλώνουν διαρκώς. Στήν κοινωνία τών
«συνεταιρισμένων παραγωγών» πρέπει κανείς νά μετρήσει τις
ύλικές άνάγκες (τις άνάγκες τής κατανάλωσης καί τής παρα­
γωγής) καί νά μοιράσει άνάλογα τήν έργατική δύναμη καί τό
χρόνο έργασίας. Σ ’ αύτή τή συνάρτηση καί στή βάση αύτής τής
40

ερμηνείας οί πνευματικές καί ηθικές άνάγκες καθώς καί οί


άνάγκες πού άφορούν τό συλλογικό χαρακτήρα τής κοινό­
τητας άντιπαρατίθενται στις άπαραίτητες άνάγκες. Αύτές οί
τελευταίες — τουλάχιστο στό μέλλον — δέ θά καθορίζονται
άπό τή θέση τους μέσα στόν καταμερισμό τής έργασίας (άφού
είναι άτομικές), δέ θά μπορούν νά έκφραστούν μέ κανένα
μέσο όρο καί ή ικανοποίησή τους δέ θά είναι άγοράσιμη
(άφού δέ θά άποδίδει χρήμα). Αύτές θά ήταν τότε οί λ υ ό ­
μενες «έλεύθερες άνάγκες», πού θ ’ άποτελούσαν ούσιαστικά
χαρακτηριστικό τού «κράτους τής έλευθερίας».
Ά ς ξαναγυρίσουμε όμως γιά λίγο στό πρόβλημα τού φυσιο-
κρατικού καθορισμού τών «φυσικών άναγκών». Ά φ ού, όπως
θά δούμε, γιά τόν Μάρξ ή άνάγκη είναι ένα είδος συσχε­
τισμού ύποκειμένου καί άντικειμένον, είναι αύτονόητο ότι τό
πρόβλημα έμφανίζεται καί άπό τήν άποψη τού άντικειμένον (τού
άντικειμένου τών άναγκών) — δηλαδή άπό τήν άποψη τής άξιας
χρήσης. Ή φυσιοκρατική ερμηνεία τών άναγκών προϋποθέτει
τή φυσιοκρατική έρμηνεία τής άξίας χρήσης, όπως καί τό
ξεπέρασμα τών πρώτων προϋποθέτει τό ξεπέρασμα τής δεύ­
τερης.
Σχετικά μέ τό πρόβλημα αύτό μπορούμε νά ύποδείξουμε
μόνο μιά τάση, κι αύτό έπειδή ό Μάρξ μέσα σέ ένα καί τό
αύτό έργο, συμβαίνει νά δίνει διαφορετικές έρμηνείες. Στό
Κεφάλαιο ή άξια χρήσης ορίζεται σάν ή «φυσική μορφή» τού
έμπορεύματος, πού έκφράζει τή σχέση άνάμεσα στό άτομικό
καί τή φύση. (Έ ναν άνάλογο ορισμό βρίσκουμε καί στά οικο­
νομικά χειρόγραφα τού 1857-58· βλ. Grundrisse, σ. 905). Μιά
παρόμοια καί ριζοσπαστικότερα διατυπωμένη άποψη συνα­
ντάμε καί στις Θεωρίες γιά τήν Υπεραξία, όπως λ.χ. στόν
τρίτο τόμο: «Ή άξια χρήσης έκφράζει τή φυσική σχέση
άνάμεσα στά πράγματα καί τόν άνθρωπο, τήν ύπαρξη τών
πραγμάτων γιά τόν άνθρωπο. Ή ανταλλακτική άξια... είναι ή
κοινωνική ύπόσταση τών πραγμάτων» (MEW 26, σ. 291). Στή
σελίδα 421 τού ίδιου τόμου διαβάζουμε ώστόσο τά παρακά­
τω: «Ή αύτόνομη ύλική μορφή τού πλούτου έξαφανίζεται καί
δέν έμφανίζεται πιά παρά μόνο σάν ένασχόληση τών άνθρώ-
πων. Κάθε τί πού δέν είναι άποτέλεσμα τής άνθρώπινης
δραστηριότητας καί έργασίας είναι φύση, καί σάν τέτοια όέν
άποτελεί κοινωνικό πλούτο. Τό φάντασμα τού κόσμου τών
άγαθών διαλύεται καί έμφανίζεται πιά σάν ολοένα καί πιό
εφήμερη καί διαρκώς άναγεννώμενη άντικειμενοποίηση (Ο.)
τής άνθρώπινης έργασίας (οί ύπογραμμίσεις δικές μου).
41

Ά ν δούμε λοιπόν πώς ομαδοποίησε ό Μάρξ τις άνάγκες στή


βάση τών οικονομικών άπόψεων (άνάλογα μέ τήν προσφορά
καί τή ζήτηση), άπομακρυνόμαστε, έστω καί προσωρινά, ά π’
όσα έξετάσαμε παραπάνω. Οί ομάδες τών «άπαραίτητων» καί
«πολυτελών άναγκών» ή τών «άληθινών» καί «πολυτελών», ή
τέλος τών «άληθινών» καί «φανταστικών» άναγκών όέν έχουν
γιά τόν Μάρξ πάντα και όπωσόήποτε οικονομική σημασία*. Ή
διαίρεση αύτή λοιπόν μπορεί νά έρμηνευτεί μόνο στή βάση
οίκονοαικών κατηγοριών, περιέχει πολύ συχνά ίστορικοφιλο-
σοφικά στοιχεία καί παίρνει άξιολογικονς τόνους. Μπαίνει
λοιπόν τό πρόβλημα άν μπορούμε νά συνδέσουμε τις άνάγκες
ή τά άντικεϊμενα πρός τά όποια άπευθύνονται, στή βάση τού
περιεχομένου τους καί τής ποιότητάς τους, μέ τις κατηγορίες
τού άπαραίτητου ή τής πολυτέλειας, ή άν άποφασίζει άπο-
κλειστικά — ή κατά πρώτο λόγο — ή φερέγγυα ζήτηση, άν μιά
άνάγκη καί τό άντικείμενό της είναι «πολυτελή».
Στήν Α θλιότητα τής Φιλοσοφίας οί δύο λύσεις δέν είναι
αρκετά διαφοροποιημένες. Οπωσδήποτε ό Μάρξ κλίνει πε­
ρισσότερο πρός τήν καθαρά οικονομική έρμηνεία. Πολε­
μώντας τήν άποψη τού Προυντόν, πού ύποστηρίζει ότι τά
περισσότερο χρησιμοποιούμενα άντικεϊμενα είναι καί τά πιό
ώφέλιμα (καί πού σύμφωνα μ' αύτήν θά πρέπει νά λογαριάζει
κανείς τά οινοπνευματώδη σάν τά ώφελιμότερα καταναλωτικά
άγαθά!), τονίζει ότι γιά τό συγκεκριμένο περιεχόμενο τών
άπαραίτητων άναγκών άποφασίζει ή παραγωγή: όσο περισσό­
τερη έργατική δύναμη ξοδεύεται γιά τήν κατασκευή ένός
προϊόντος, τόσο περισσότερο αύτό τό προϊόν πλησιάζει τήν
ομάδα τών πολυτελών. Ταυτόχρονα όμως, στό ίδιο έργο,
δίνεται ένας μή οικονομικός ορισμός πού έρχεται σέ άντίφαση
μ' αύτή τήν έρμηνεία. Έτσι ό Μάρξ γράφει: «...Ή τιμή τών
πιό άπαραίτητων πραγμάτων, όπως τά σιτηρά, τό κρέας,
κ.λπ., μεγαλώνει συνέχεια, ένώ ή τιμή τού μπαμπακιού, τής
ζάχαρης, τού καφέ, K.Lt., πέφτει άδιάκοπα σέ βαθμό έκπλη-
κτικό. Κι άκόμα άνάμεσα στά βασικά είδη διατροφής, τά είδη
πολυτελείας, όπως οί άγκινάρες, τά σπαράγγια, κ.λπ., είναι
σήμερα σχετικά φτηνότερα άπό τά πιό χρειαζούμενα μέσα
διατροφής. Στήν έποχή μας τό περιττό μπορεί νά παραχθεί
εύκολότερα άπό τό άναγκαίο» (MEW 4, σ. 92). Σ’ αύτή τήν
έρμηνεία όμως τό «πολυτελές προϊόν» ή ή «πολυτελής ά-

* Τό ζεύγος «φυσικές ανάγκες - πολυτελείς άνάγκες» έμφανίζεται μόνο στά


Grundrisse, όπου ό Μάρξ όέν κάνει διάκριση, ό.κος είδαμε, άνάμεσα στις
πρώτες καί στις «άπαραίτητες άνάγκες».
42

νάγκη» δέν είναι πιά οικονομική κατηγορία άλλά εμφανί­


ζονται σάν άντίθετο τής περιγραφικής-κοινωνιολογικής έν­
νοιας «άπαραίτητες άνάγκες» καί στόν ορισμό τους παίζουν
βασικό ρόλο τό «ήθικό» καί τό «ιστορικό» στοιχείο, ή συνή­
θεια, κ.λπ. Κατά συνέπεια κάθε πολυτελής άνάγκη είναι κάτι
πού συνήθως δέν άνήκει στό σύστημα άναγκών τής έργατικής
τάξης. Α ντίθετα, ή οικονομική θεωρία βλέπει σάν είδος πολυ­
τελείας έκείνο πού τό άντικείμενό του (καθώς καί ή κατοχή
καί ή κατανάλωση τού άντικειμένου) βρίσκεται έξω άπό τή
φερέγγυα ζήτηση. Μ’ αύτή τήν τελευταία έννοια δεν μπορούμε
όμως νά πούμε ότι τά πολυτελή προϊόντα γίνονται φτηνότερα,
άλλά μόνο ότι τό προϊόν πού γίνεται φτηνότερο άπό άλλα
παρόμοια προϊόντα (π.χ. τά τρόφιμα; παύει νά είναι πολυ­
τελές προϊόν. (Μπορούμε ν ’ άποδείξουμε μέ παραδείγματα ότι
αύτό έχει κιόλας συμβεί στήν πραγματικότητα: ούτε ή ζάχαρη
ούτε οί άγγινάρες είναι σήμερα άγαθά πολυτελείας).
Ανάλογα προβλήματα δημιουργούνται σέ σχέση μέ τήν ίδια
ταξινόμηση στό δεύτερο βιβλίο τού Κεφαλαίου, όπου τά κατα­
ναλωτικά άγαθά ύποδιαιρούνται μέ τόν έξής τρόπο: «I.
Α να γκα ία είδη κατανάλωσης, όπότε δέν έχει άπολύτως καμιά
σημασία άν ένα ά π ’ αύτά τά προϊόντα, όπως λ.χ. ό καπνός,
είναι ή όχι άπό φυσιολογική άποψη άπαραίτητο είδος κατα­
νάλωσης· άρκεί ότι έγινε τέτοιο άπό συνήθεια»· καί «2. Είδη
κατανάλωσης πολυτελείας πού μπαίνουν μόνο στήν κατανά­
λωση τής τάξης τών κεφαλαιοκρατών κι έπομένως μπορούν ν’
άνταλλάσσονται μόνο μέ ξοδεμένη υπεραξία, πού δέν περιέρ­
χεται ποτέ στόν έργάτη» (MEW 24, σ. 402). Πιστεύω πώς αύτή
είναι ή μοναδική σημαντική έρμηνεία πού προσπαθεί νά προσ­
διορίσει τά προϊόντα πολυτελείας καί τις άνάγκες πολυτελείας
— καί μπορεί νά έφαρμοστεί συγκεκριμένα στις κάθε φορά
συγκεκριμένες καταστάσεις. Κανένα συγκεκριμένο προϊόν ή
άνάγκη δέν έχει τήν ιδιότητα νά είναι προϊόν ή άνάγκη πολυ­
τελείας- αύτό καθορίζεται άποκλειστικά άπό τό ότι τό άντι-
κείμενο κατέχεται ή χρησιμοποιείται (καί άρα ικανοποιεί τήν
άντίστοιχη άνάγκη) άπό τήν πλειονότητα τού λαού ή μόνο άπό
μιά μειοψηφία πού μέ τόν κοινωνικό καταμερισμό τής έργα­
σίας άντιπροσωπεύει ένα σημαντικά άνώτερο έπίπεδο φερέγ­
γυας ζήτησης. Μέ τήν αύξηση τής παραγωγικότητας καί τις
άλλαγές τής κοινωνικής διάρθρωσης, άνάγκες πού πριν θεω­
ρούνταν πολυτελείς γίνονται τώρα άπαραίτητες χωρίς ν’ άλ-
43

λάξει στό έλάχιστο ή ποιότητά τους. (Μπορεί νά οι-μοει


έξίσου καί τό άντίθετο. Ό Μάρξ έξήγησε ότι στις άρχές τής
καπιταλιστικής άναπαραγωγής στήν Αγγλία ένα μέρος άπό
τις άνάγκες πού ήταν παλιότερα άπαραίτητες έγιναν άνάγκες
πολυτελείας. Γιαυτό δέχομαι μόνο αύτή τήν άποψη τού Μάρξ
καί νομίζω ότι ή κατηγορία τών «άναγκών πολυτελείας» μπορεί
νά έρμηνευτεί μόνο άπό οικονομική άποψη.
Τό πρόβλημα αυτό δέν παρουσιάζεται έδώ, άλλά σέ κατο­
πινά κείμενα. Γιά τή φάση ευημερίας τού καπιταλισμού, ό
Μάρξ γράφει τά έξής: «...ή έργατική τάξη... συμμετέχει έστω
καί στιγμιαία στήν κατανάλωση τών κατά τά άλλα άπρόσιτων
γι’ αύτήν ειδών πολυτελείας» (Κεφάλαιο II, MEW 24, σ. 409).
Ό τα ν όμως ή φερέγγυα ζήτηση ύπάρχει καί στήν έργατική
τάξη, δέν ικανοποιεί «άνάγκες πολυτελείας»: σύμφωνα μέ όσα
είπαμε, οί άνάγκες αύτές παύουν νά είναι πολυτελείας. Ω σ τό­
σο αύτή ή άμφιταλάντευση άνάμεσα στό «προϊόν πολυτε­
λείας» καί τήν «άνάγκη πολυτελείας» δέν έρχεται σέ άντίθεση
μέ τή γενική άντίληψη τού Μάρξ, σύμφωνα μέ τήν όποια
ολόκληρος ό λαός μπορεί νά άποκτήσει «πολυτελείς άνάγκες»
μόνο σέ έξαιρετικές καί σύντομες περιόδους. Τήν εύημερία
τήν άΛολουθεί ή κρίση καί τότε τά ίδια είδη (καί οί ικανο­
ποιήσεις τών άναγκών) γίνονται πάλι άπλησίαστα. Έχοντας
κατά νού τήν έμπειρία τής καπιταλιστικής έξέλιξης, θά μπο­
ρούσαμε νά πούμε (πράγμα πού άλλωστε τό ύποστήριζε πάντα
ό Μάρξ) ότι κάθε κοινωνία πού στηρίζεται στόν κοινωνικό
καταμερισμό τής έργασίας άναπαράγει αύτές τις ειδικές οικο­
νομικές ομάδες άναγκών (δηλαδή τις άπαραίτητες καί τις
πολυτελείς άνάγκες). Μόνο ή κοινωνία τών «συνεταιρισμένων
παραγωγών» μπορεί νά καταργήσει αύτή τήν άντίθεση, όχι
μόνο έπειδή παύουν πιά νά ύπάρχουν οί λεγόμενες «άνάγκες
πολυτελείας», άλλά καί έπειδή άλλάζει τό σύστημα τών «άπα-
ραίτητων άναγκών», άνοίγοντας τό δρόμο στήν άνάπτυξη τών
άτομικών «έλεύθερων άναγκών». Τό μόνο πού άμφισβητούμε
είναι πώς οί «άνάγκες πολυτελείας» μπορούν νά οριστούν
άνάλογα μέ τό περιεχόμενο καί τήν ποιότητά τους, ότι οί
άνάγκες μπορούν νά διαιρεθούν γενικά σέ «άπαραίτητες» καί
σέ «άνάγκες πολυτελείας» στή βάση τής συγκεκριμένης τους
ποσότητας ή ποιότητας.
Ορισμένες κατηγορίες μέ ειδικά άξιολογικό χαρακτήρα
έμφανίζονται καί στις ομάδες πού έξετάσαμε παραπάνω. Οσο
44

κι ύν ό Μάρξ γράφει γιά «άληθινές» καί «φανταστικές»


χρηστικές άξιες (θεω ρίες γιά τήν Υπεραξία, MEW 26, σ.
130), ή κύρια τάση είναι ή κατάργηση τών άξιολογικών κατη­
γοριών. Παρόλα αύτά βάση καί μέτρο κάθε ομαδοποίησης καί
ταξινόμησης είναι ή άνάγκη σάν άξιακή κατηγορία.
Ό π ω ς καί παντού άλλού, έτσι καί σ’ αύτή τήν περίπτωση ή
σημαντικότερη άξιακή κατηγορία τού Μάρξ είναι ό πλούτος-
αύτή άποτελεί παράλληλα καί μιά κριτική τού τρόπου μέ τόν
όποιο χρησιμοποιούσε τήν κατηγορία «πλούτος» ή κλασική
πολιτική οικονομία, ταυτίζοντάς τον μέ τόν ύλικό πλούτο. Γιά
τόν Μάρξ ή προϋπόθεση τού «άνθρώπινου» πλούτου δέν είναι
παρά μόνο ή βάση γιά τήν έλεύθερη άνάπτυξη όλων τών
ικανοτήτων καί τών αισθήσεων τού άνθρώπου, δηλαδή γιά
τήν έκδήλωση τής έλεύθερης καί πολύπλευρης δραστηριότητας
κάθε άτόμον. Ή άνάγκη σάν άξιακή κατηγορία δέν είναι άλλο
πα ρά ή άνάγκη αυτού τού πλούτου. Έτσι στά Οικονομικά καί
Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τού 1844 γράφει: «Βλέπουμε πώς
στή θέση τού πλούτον καί τής άθλιότητας τής πολιτικής οικο­
νομίας, μπαίνει ό πλούσιος άνθρωπος καί ό πλούτος τών
άνθρώπινων άναγκών. Ό πλούσιος άνθρωπος είναι ταυτό­
χρονα ό άνθρωπος πού έχει άνάγκη μιά ολότητα έκόηλώσεων
τής άνθρώπινης ζωής...» (MEW I, σ. 544· ή ύπογράμμιση δική
μου). Καί παρακάτω: «...ή άτομική ιδιοκτησία δέν ξέρει νά
κάνει τήν ώμή άνάγκη άνθρώπινη άνάγκη» (IBID., σ. 547). Ό
Μ άρξ άπορίπτει τήν κοινωνία τής καπιταλιστικής άτομικής
ιδιοκτησίας άπό τή σκοπιά τής «πλούσιας άνθρώπινης άνά­
γκης». Ή κοινωνία αύτή είναι άνΐκανη νά μετατρέψει τις
«ώμές άνάγκες» σέ «πλούσιες άνθρώπινες άνάγκες», όσο
μεγάλος κι άν είναι ό ύλικός πλούτος πού παράγει.
Ή έπεξεργασία τής άξιακής κατηγορίας τής άνάγκης είναι
έργο τού νεαρού Μάρξ. Στόν ώριμο Μάρξ ή κατηγορία αύτή
είναι ήδη δοσμένη, είναι ήδη άφετηρία καί δέν τό βρίσκει
άπαραίτητο νά τήν άναλύσει άπ’ τήν άρχή. Ά ς θυμηθούμε τό
άπόσπασμα όπου ό Μάρξ άντιπαραθέτει τήν άνάγκη άξιο-
ποίησης τού κεφαλαίου στις «άνάγκες άνάπτυξης» τού έργάτη
ή, άκόμα πιό καθοριστικά, στήν έννοια τών ριζικών άναγκών
πού λειτουργεί καί σάν άξιακή κατηγορία (θά δούμε άργότερα
τό βασικό ρόλο πού παίζει αύτή ή έννοια στή θεωρία τού
Μάρξ).
Συχνά όμως τέτοιες «καθαρά» άξιακές έννοιες έμφανί-
45

ζονται καί σάν συμπέρασμα τής κριτικής τού καπιταλισμού.


«Σέ σχέση μέ τόν ύπάρχοντα πληθυσμό δέν παράγονται πολλά
μέσα διατροφής. Απεναντίας παράγονται πολύ λίγα γιά νά
μπορούν νά ικανοποιήσουν μέ έπάρκεια καί άνθρωπιά τή
μάζα τού λαού» (Κεφάλαιο III, MEW 25, σ. 268· ή ύπογράμ-
μιση δική μου).
Ε ίναι περιττό νά έπαναλάβουμε τά παραδείγματα τών κα­
θαρά άξιακών κατηγοριών γιά ν’ άποδείξουμε ότι κάθε κρίση
πού άφορά τις άνάγκες σταθμίζεται στή βάση τής θετικής
άξίας τών «πλούσιων άνθρώπινων άναγκών». Τί άλλο χρησί­
μεψε στόν Μάρξ σάν θεμέλιο γιά ν’ άποκρούσει τή διαίρεση
άνάμεσα σέ «άπαραίτητες» καί σέ «πολυτελείς» άνάγκες; Πώς
άλλιώς μπορούσε ν’ άπορίψει μιά κοινωνία πού άπό τή μιά
μεριά δημιουργεί πλούτο κι άπό τήν άλλη φτώχια; Μέ ποιό
άλλο κριτήριο θά μπορούσε νά καταδικάσει μιά οικονομική
διάρθρωση πού ή δυναμική της κινείται άπό τις άνάγκες
άξιοποΐησης τού κεφαλαίου κι όχι άπό τις άνάγκες άνάπτυξης
τού έργάτη; Ά π ό ποιά . άλλη άφετηρία θά μπορούσε νά
ξεκινήσει γιά ν’ άντιπαραθέσει στό κράτος τής άναγκαιότητας
ένα άλλο κράτος — τό κράτος τής έλεύθερης άπασχόλησης καί
τής έλευθερίας; Πώς άλλιώς θά μπορούσε νά έκτιμήσετ τόσο,
σ ’ ένα θετικό πρότυπο τού μέλλοντος, τήν έξύψωση τής
έργασΐας σέ ζωτική άνάγκη καί τόν έλεύθερο χρόνο πού άφιε-
ρώ νεται σέ πολύπλευρες δραστηριότητες σέ συνδυασμό μέ τόν
πραγματικό πλούτο τής κοινωνίας; Πώς άλλιώς θά μπορούσε
νά επιβεβαιώσει τήν προσωπική ιδιοκτησία πού θά γεννιόταν
μέ τήν κατάργηση τής άτομικής ιδιοκτησίας καί μέ τήν άνα-
κατανομή τών άγαθών άνάλογα μέ τις άτομικές άνάγκες τού
καθενός; Μέ μεγάλη οξυδέρκεια, ό Μπέρνσταϊν διέκρινε τήν
αξιολογική στάση τού Μάρξ καί προσπάθησε νά τήν άποχω-
ρίσει άπό τήν οικονομική άνάλυση τής καπιταλιστικής κοινω­
νίας — άν καί τά δύο αύτά είναι άξεχώριστα γιά τόν Μάρξ.
Χωρίς άξιολογικές προϋποθέσεις ό Μάρξ θά έμενε ένας έμπει-
ρικός κριτικός τού καπιταλισμού καί χωρίς έμπειρική έρευνα
τού καπιταλισμού θά γινόταν ένας ρομαντικός άντικαπιτα-
λιστής.
2. Ή Γενική Φιλοσοφική Έννοια τής Ανάγκης. Ή
Αλλοτρίωση τών Αναγκών

Ό Μάρξ άναπτύσσει τή γενική φιλοσοφική έννοια τής


άνάγκης στά Οικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τού
1844 καί στή Γερμανική Ιδεολογία. Γιά τό λόγο αύτό στήν
άνάλυση πού άκολουθεί θά συγκεντρώσουμε τήν προσοχή μας
σ’ αύτά τά έργα κυρίως. Έ ν α μέρος αύτών τών προβλημάτων
δέν έπανέρχεται στά μεταγενέστερα έργα του, τουλάχιστον όχι
συστηματικά· άλλα προβλήματα έμφανϊζονται στά έργα τής
ώριμότητάς του μέ ελαφρά τροποποιημένες έρμηνεϊες. Στήν
άνάλυση αύτή έχουν ληφθεΐ ύπόψη καί οϊ άλλαγές στή σκέψη
τού Μάρξ, πού φαίνονται μέ άρκετή σαφήνεια (καί ιδιαίτερα
στά Grundrisse), καί πού έρχονται σέ σύγκρουση μέ τις προη­
γούμενες άναπτύξεις τών ιδεών του.
Ή άνάγκη τού άνθρώπου καί τό άντικείμενό της είναι δύο
πράγματα άλληλένόετα: ή άνάγκη άναφέρεται πάντα σ’ ένα
συγκεκριμένο άντικείμενό ή μιά συγκεκριμένη δραστηριό­
τητα. Τά άντικείμενα «γεννούν» τις άνάγκες καί άντίστροφα.
Ή άνάγκη καί τό άντικείμενό της είναι «στοιχεία», «πλευρές»
ένός καί τού αύτού συνόλου (Γερμανική Ιδεολογία, MEW 3,
σ. 25). Ό τα ν δέν αναλύουμε ένα στατικό πρότυπο άλλά τή
δυναμική ένός «κοινωνικού σώματος» (μέ τήν προϋπόθεση
βέβαια ότι αύτό τό «κοινωνικό σώμα» έπιδέχεται μιά δυνα­
μική), τότε τό στοιχείο τής παραγωγής έχει τήν προτεραι­
ότητα, γιατί άκριβώς ή παραγωγή είναι πού δημιουργεί νέες
άνάγκες. Φυσικά καί ή παραγωγή πού δημιουργεί νέες
άνάγκες βρίσκεται σέ άμεση σχέση μέ τις άνάγκες πού ύπάρ-
χουν ήδη: «Ή διαφορετική διαμόρφωση τής ύλικής ζωής
έξαρτάται κάθε φορά άπό τις ήδη άναπτυγμένες άνάγκες, καί
τόσο ή γένεση όσο καί ή ικανοποίηση αύτών τών άναγκών
άποτελούν μιά ιστορική διαδικασία...» (IBID., σ. 71).
Φυσικά λέγοντας «άντικείμενό» τής άνάγκης δέν έννοούμε
μόνο τά ύλικά άντικείμενα. Ό κόσμος στό σύνολό του είναι
ένας άντικειμενικός κόσμος, κάθε κοινωνική σχέση, κάθε
κοινωνικό προϊόν είναι άντικειμενοποίηση τού άνθρώπου
(Ο .). Αργότερα ό Μάρξ θά κάνει σαφέστερα τή διάκριση
άνάμεσα στήν Objektivation καί τή Vergegenständlichung, άλλά
αύτό δέ σημαίνει τροποποίηση τής θεωρίας σχετικά μέ τήν
47

άνάγκη. Στή διαδικασία άντικειμενοποίησης (V.) τού ανθρώ­


που γεννιούνται οί άνθρώπινες αισθήσεις, καί άκριβώς αύτή ή
άντικειμενοποιημένη (V.) άνθρώπινη σχέση — πού ήδη υπάρ­
χει — άναπτύσσει σέ κάθε άνθρωπο, όσο είναι δυνατό,
άνθρώπινες αισθήσεις καί άνάγκες: «...δηλαδή ή άντικειμενο-
ποίηση (V.) τού άνθρώπινου όντος, τόσο άπό θεωρητική όσο
καί άπό πρακτική άποψη, χρειάζεται καί γιά νά κάνει ά ν θ ρ ώ -
π ι ν ε ς τ ί ς α ί σ θ ή σ ε ι ς τούάνθρώπου,καίγιάνάδημιουρ-
γήσει μιά ά ν θ ρ ώ π ι ν η αίσθηση πού ν’ άνταποκρίνεται σ’ ο­
λόκληρο τόν πλούτο τού άνθρώπινου καί τού φυσικού όντος»
(Ο ικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τού 1844,1, σ. 542· ή
ύπογράμμιση δική μου). Τό υψηλότερο άντικείμενο τής άν­
θρώπινης άνάγκης είναι ό άλλος άνθρωπος. Μ’ άλλα λόγια, ό
βαθμός στόν όποιο ό άνθρωπος σάν σκοπός γίνεται τό ύψιστο
άντικείμενο τής άνάγκης τού άλλου άνθρώπου, καθορίζει τό
βαθμό τού έξανθρωπισμού τών άνθρώπινων άναγκών.
Καί οί άνάγκες τών ζώων όμως στρέφονται πάντα σέ
άντικείμενο. Ωστόσο οί ζωικές άνάγκες καί τά άντικείμενά
τους είναι «δοσμένα» άπό τή βιολογική κατασκευή τού ζώου.
Μ πορούν βέβαια νά έξελιχθούν, άλλά τότε έχουμε νά κάνουμε
μέ μιά έξέλιξη τού είδους. Αντίθετα, μέ τήν ύποχώρηση τών
περιορισμών τής φύσης οί άνθρώπινες άνάγκες στρέφονται
ολοένα καί περισσότερο πρός τήν άντικειμενοποίηση (V.) Ό
άνθρω πος δημιουργεί τά άντικείμενά τής άνάγκης του καθώς
καί τά μέσα γιά τήν ικανοποίησή της (τά δύο αύτά μπορούν ν’
άντιστοιχούν, άλλά όχι άπαραίτητα). Ή «γένεση» τού άνθρώ­
που είναι κατά βάση «γένεση» τών άναγκών.
Ή θεωρία τής «γένεσης» πού διατυπώνεται έδώ έμφανί-
ζεται στόν Μάρξ δύο φορές, καί μάλιστα πολύ κοντά, στή
Γερμανική Ιδεολογία: «Ή πρώτη ιστορική πράξη είναι λοι­
πόν ή δημιουργία τών μέσων γιά τήν ικανοποίηση αυτών τών
άναγκών (τού ζώου)» (MEW 3, σ. 28). Κι άμέσως μετά: «...κι ή
αύτή ή δημιουργία νέων άναγκών είναι ή πρώτη ιστορική
πράξη» (IBID., σ. 28). Τά δύο άποσπάσματα έκφράζουν μία
καί τήν αύτή σκέψη άπό διαφορετικές σκοπιές. Ό τα ν δημιουρ­
γούμε έργαλεία γιά νά ικανοποιήσουμε τις άνάγκες μας, τότε ή
άνάγκη γιά έργαλεία είναι ήδη μιά νέα άνάγκη διαφορετική
άπό τή ζωική. Μέ τήν ποιητική έκφραση «πρώτη ιστορική
πράξη» περιγράφεται λοιπόν ή δημιουργία τών νέων άναγκών
ή ποιοτήτων τής άνάγκης πού όέν ύπάρχουν στή βιολογική
48

κατασκευή.
Ή άνθρώπινη άνάγκη δημιουργείται λοιπόν στή διαδικασία
τής άντικειμενοποίησης (V.) τά άντικεϊμενα «καθοδηγούν»
καί «κατευθύνουν» τόν άνθρωπο στή διαμόρφωση τών άντί-
στοιχων άναγκών. Οϊ άνάγκες ύπάρχουν γενικά μέσα στις
άντικειμενοποιήσεις (Ο.) καί στόν άντικειμενοποιημένο (V.)
κόσμο, καί οί δραστηριότητες πού άντικειμενοποιούν (V.)
δημιουργούν νέες άνάγκες. Ή άντικειμενοποιητική (V.) τάση
τών άναγκών ύποδεικνύει ταυτόχρονα καί τόν ένεργητικό
χαρακτήρα τους. Ο ί άνάγκες κουβαλούν μαζί τους πάθη καί
ικανότητες (πάθη καί ικανότητες γιά τήν κατοχή τού άντικει-
μένου) μέ τόν ίδιο τρόπο πού οί ικανότητες φέρνουν μ α ζί τους
άνάγκες. Έ τσι ή ικανότητα τής άντικειμενικής δραστηριό­
τητας είναι μιά άπό τις μεγαλύτερες άνάγκες τού άνθρώπου.
(Σ ’ αύτή τή φιλοσοφική άντίληψη θεμελιώνεται ή — στή
συνέχεια τόσο αποφασιστική — ιδέα τού Μάρξ γιά τήν άνά-
δειξη τής εργασίας σέ «ζωτική άνάγκη».)
Εμείς θά ονομάσουμε γενικά άνάγκη μόνο τήν άνάγκη πού
άφορά τήν άντικειμενοποίηση (Ο.) καί όδηγείται άπό αύτή·
στό ζώο μιλάμε περισσότερο γιά άναγκαιότητα, ένστικτο,
«όρμή» κ.λπ. Αύτό φυσικά είναι μόνο ζήτημα ορισμού καί
κατά τή γνώμη μου είναι άποφασιστικό μόνο στή διερεύνηση
τής κοινωνικοποιημένης ψυχής — στή διερεύνηση τού πώς οί
άνάγκες κατευθύνουν τά άνθρώπινα ένστικτα, τις παρορμή-
σεις, κι άκόμα τις έπιθυμίες, τά πάθη καί τούς πόθους πού
στρέφονται στά μεμονωμένα άντικεϊμενα τών άναγκών. Στό
ζώο δέν μπορούμε νά κάνουμε μιά παρόμοια διάκριση άνά­
μεσα στή «στάση άπ έναντι στά άντικεϊμενα» καί στό μεμονω­
μένο άντικείμενο τής «όρμής» του. Ή άνάγκη σάν άπαϊτηση,
«δημιουργημένη» άπό τις «άντικειμενοποιήσεις» (V.) καί
στραμμένη σέ τάξεις άντικειμένων ποιοτικά διάφορες, καί ή
άτομική έπιθυμία πού προσανατολίζεται σ ’ αυτές τις άνάγκες
γιά τό συγκεκριμένο καθορισμό αύτών τών άντικειμένων
(όπου ή πρώτη μπορεί νά χρησιμέψει σάν άξιακή σχέση ένώ ή
δεύτερη όχι) χαρακτηρίζονται άπό μιά πολύπλοκη διάρθρω­
ση. Έ τσι ή συγκεκριμένη ίστορικο-άνθρωπολογική έφαρμογή
τής έννοιας τής άνάγκης έμφανίζεται τουλάχιστο λογική. Αύτό
δέν ισχύει μόνο όσο άφορά άνάγκες ή έπιθυμίες άπόλυτα
«άπαλλαγμένες» άπό βιολογικά κίνητρα. Ή σεξουαλική ά ­
νάγκη πού διοχετεύεται στή μητέρα, βρίσκεται έδώ καί χιλιά­
δες χρόνια σέ άντίθεση πρός τις κοινωνικές νόρμες πού
4V

ρυθμίζουν τή σεξουαλικότητα (καί πρός τήν άξιακή σχέση πού


ενυπάρχει στήν άνάγκη) — γιατί άλλιώτικα δέ θά προκαλούσε
κανένα σύμπλεγμα (μέ τήν ψυχολογική σημασία τής λέξης)*.
Δέ θά πρέπει νά νομίσει ό αναγνώστης ότι έχουμε άπομα-
κρυνθεί άπό τήν άνάλυση τών μαρξικών ιδεών, γιατί καί ό
ίδιος ό Μάρξ έπιχειρεϊ σέ μερικά σημεία νά ξεχωρίσει τις
άνάγκες άπό τις επιθυμίες πού στρέφονται σέ συγκεκριμένα
άντικείμενα.
Διερευνώντας τήν ψυχολογική σχέση πρός τις άνάγκες (δη­
λαδή τήν ψυχολογική πλευρά τών άναγκών) ό Μάρξ άποδεί-
χνεται έξαιρετικά «διαφωτιστικός» κι ή σκέψη του συγγενεύει
μέ τή σκέψη τού Φουριέ. Στή Γερμανική Ιδεολογία γιά
παράδειγμα, πολεμώντας τόν Στίρνερ γράφει: «Τό άν ένα
πάθος γίνεται μόνιμο ή όχι... έξαρτάται άπό τό άν οί ύλικές
συνθήκες ...έπιτρέπουν νά ικανοποιηθεί κανονικά αύτή ή έπι-
θυμία, κι άπό τήν άλλη μεριά ν’ αναπτυχθεί ένα σύμπλεγμα
άπό άλλες. Αύτό τό τελείπαΐο έξαρτάται πάλι άπό τό άν ζούμε
μέσα σέ συνθήκες πού μάς έπιτρέπουν ν’ άναπτύξουμε ολό­
πλευρη δραστηριότητα καί έπομένως καί όλες μας τις δυνα­
τότητες» (MEW 3, σ. 237· οί υπογραμμίσεις δικές μου). Σ’ ένα
άπόσπασμα πού τελικά διαγράφηκε άπό τό χειρόγραφο τού
ίδιου έργου, άντιμετωπΐζει διεξοδικά αύτό τό ζήτημα. Νομί­
ζουμε πώς έχουμε τό δικαίωμα νά τό αναφέρουμε έδώ, γιατί
όπως φαίνεται ό Μάρξ δέν τό διέγραψε έπειδή δέν τόν άντι-
προσώπευαν τά όσα λέει έκεί. Ή έπιχειρηματολογία αύτού
τού άποσπάσματος άνταποκρίνεται ούσιαστικά στά όσα προη­
γούνται, καί λέει τά έξης: «Ή κομμουνιστική οργάνωση
έπενεργεί μέ δύο τρόπους πάνω στις έπιθυμίες πού γεννούν
στό άτομο οί σημερινές σχέσεις· ένα μέρος ά π ’ αύτές τις έπι­
θυμίες, δηλαδή έκείνες πού υπάρχουν σ’ όλες τις σχέσεις καί
πού μεταβάλλονται μόνο ώς πρός τή μορφή καί τήν τάση τους
άπό τις διάφορες κοινωνικές συνθήκες, μεταβάλλονται καί
μέσα σ’ αύτό τό κοινωνικό σχήμα πού τούς δίνει τά μέσα γιά
ν’ άναπτυχθούν κανονικά· αντίθετα ένα άλλο μέρος, δηλαδή
οί έπιθυμίες πού προέρχονται μόνο άπό ένα καθορισμένο
κοινωνικό σχήμα... χάνουν έντελώς κάθε προϋπόθεση ζωής»
(IBID., σ. 238-239). Πιό κάτω ό Μάρξ μιλάει γιά «έπιθυμίες»
πού ή σταθερότητά τους δέν μπορεί νά «καταργηθεί», δηλαδή

* Στήν περίπτακιη αύτή τά αντικείμενα τής άνάγκης (όηλαόή οί ίδιες οί


άνάγκες) είναι κοινωνικά ή — μέ τήν έσωτερίκευση — άτομικά «δοσμένες»
γιά τό βιολογικό κίνητρο πού λειτουργεί σάν γενικό (όπως π.χ. μέ τις σεξουα­
λικές όρμι ς ή τις όρμές τής διατροφής).
50

γιά τις έπιθυμΐες έκεΐνες πού στηρίζονται σέ βιολογικά κί­


νητρα, καί συνεχίζει: οί κομμουνιστές «έπιδιώκουν μιά οργά­
νωση τής παραγωγής καί τής ανταλλαγής πού τούς έπιτρέπει
τήν κανονική ικανοποίηση όλων τών άναγκών, δηλαδή τήν
ικανοποίηση πού περιορίζεται μόνο άπό τις ίδιες τις άνάγκες»
(IBID., ή υπογράμμιση δική μου).
Παρατηρούμε έδώ, πριν ά π ’ όλα, ότι ή ένδειξη «κανονικός»
παίζει άποφασιστικό ρόλο καί στά τρία άποσπάσματα. ( Ε ­
ξάλλου ή «κανονικότητα» λειτουργεί στόν Μάρξ σάν άξιο-
λογικό κριτήριο- άς άναλογιστούμε μόνο τήν Εισαγωγή στήν
Κ ριτική τής Π ολιτικής Οικονομίας όπου μιλάει γιά τήν άρ-
χα ία Ελλάδα σάν τήν «κανονική» παιδική ήλικία τής άνθρω-
πότητας.) Ό τα ν ό άνθρωπος είναι πλούσιος σέ άνάγκες καί ή
ικανοποίηση τών άναγκών του περιορίζεται μόνο άπό άλλες
άνάγκες, τότε οί έπιθυμΐες του κατευθύνονται «κανονικά»,
δηλαδή δέν προσηλώνονται άποκλειστικά σ’ ένα καί μοναδικό
άντικείμενο κι έτσι μπορούν νά ικανοποιηθούν καί «κανο­
νικά».
Ό Μάρξ δέν ξαναγυρίζει στις ψυχολογικές πλευρές τών
άναγκών, άλλά άναμφίβολα άπ’ αύτή τήν άποψη δέν έχει
ξεπεράσει ποτέ τή «διαφωτιστική» ορθολογική σκοπιά του. Κι
έδώ δέν έχουμε μόνο τό γεγονός ότι στήν κοινωνία τών «συνε­
ταιρισμένων παραγωγών» ύπάρχει μιά συνειδησιακή καί ψυ­
χική δομή ριζικά διαφορετική άπό τή σημερινή, άλλά καί τό
ότι ό Μάρξ δέν άμφισβητεί ποτέ αύτή τή δυνατότητα κι αύτή
τή διαδικασία- έπειτα δέ θίγει κάν ούτε τό ζήτημα τού χρόνον
στόν όποιο πρέπει νά συμβεί αύτή ή ψυχική άλλαγή. Οί
άνθρω ποι μεταβάλλοντας τήν κοινωνία μεταβάλλουν ριζικά
καί τόν έαυτό τους- πρόκειται έδώ γιά μιά «φυσική» (δηλαδή
«κανονική») διαδικασία, πού ή έκβασή της είναι άναμφισβή-
τητη.
Γιά νά προλάβω τις παρανοήσεις θά ήθελα νά έξηγήσω
άμέσως ότι δέν ύποστηρίζω τή θέση τής «αιώνιας άνθρώπινης
φύσης». Στόν κομμουνισμό έπιβεβαιώνεται ή δυνατότητα τής
ριζικής μεταβολής τής άνθρώπινης ψυχής μέσα στή διαδι­
κασία τής κατάργησης τής άποξένωσης. Ωστόσο ώς ένα μέρος
αύτή ή διαδικασία είναι πολύ πιό μακρόχρονη καί πιό περί­
πλοκη ά π ’ όσο είχε φανταστεί ό Μάρξ, κι έπειτα δέν πιστεύω
ότι μπορεί νά ύπάρξει κοινωνία (ή άνθρώπινη ψυχή) όπου ή
σύγκρουση άνάμεσα στις έπιθυμΐες καί τις άνάγκες θά ήταν
άδύνατη. Τό γεγονός ότι μόνο άλλες άνάγκες περιορίζουν τήν
ικανοποίηση τών άναγκών δέ λέει άκόμα τίποτα γιά τή σχέση
τους μέ τις έπιθυμΐες. Έ πειτα ή πρόβλεψη αύτή — τού περιο­
ρισμού τών άναγκών άπό άλλες άνάγκες — μπορεί νά άλη-
51

θέψει μόνο όσο άφορά τις ίκανοποιήσιμες άνάγκες (άν καί σ'
αύτή τήν περίπτωση είναι πάλι πρόβλημα ποιές άνάγκες
περιορίζουν ποιές) άλλά δέν έχει γενική ισχύ, άφού οί (ύλι-
κέφ άνάγκες περιορίζονται άπό τήν παραγωγή ένώ άλλες
άνάγκες έμποδίζονται άπό τά ποικίλα «άντικεϊμενα» τών
άναγκών.
Στόν Μάρξ τό πρόβλημα τής άποξένωσης τών άναγκών
άποτελεί πυρήνα τής φιλοσοφικής του άνάλυσης πάνω στήν
άνάγκη. Καί έδώ, όπως είδαμε, έχει σάν άξιολογικό του
κριτήριο τόν «πλούσιο σέ άνάγκες» άνθρωπο. Ή άποξένωση
τών άναγκών είναι ισοδύναμη μέ τήν άποξένωση αύτού τού
πλούτον.
Ό «πλούσιος σέ άνάγκες άνθρωπος» είναι άπό μιάν άποψη
ένα συνειδητό φιλοσοφικό κατασκεύασμα καί δέ γεννήθηκε
μέσα άπό έμπειρικά γεγονότα. Ποτέ δέν ύπήρξε κοινωνία πού
τά μέλη της — άσχετο σέ ποιά τάξη ή στρώμα άνήκαν — νά
ήταν τυπικά «πλούσια σέ άνάγκες». Τά άτομο τής άρχαίας
κοινωνίας ήταν, άλλά μόνο φαινομενικά: ό πλούτος του ήταν
περιορισμένος, ήταν ό πλούτος ένός άνθρώπου πού δέν είχε
άποκοπεί άπό τόν ομφάλιο λώρο τής «φυσικής κοινότητας».
Βέβαια αύτή ή κοινωνία χαρακτηριζόταν άπό τή δημιουργία
«άνθρώπινων» καί «θεωρητικών» αισθήσεων, κι έπειτα μέσα
στή δομή τών άναγκών κυριαρχούσε ή ποιότητα κι όχι ή
ποσότητα*. Ή δομή τής κοινότητας όμως, πού περιορίζει τήν
πλατιά άνάπτυξη τής παραγωγής, καί έπομένως καί τών
άναγκών, δέν καθορίζει μόνο τήν «περιορισμένη» πολυπλευ-
ρικότητα τού άτόμου άλλά κάνει έφήμερη καί «άνακλητή» τήν
ιστορική περίοδο τής καθολικότητας (τών πλούσιων άναγκών)
— πού πραγματικά καταργήθηκε άπό τή μετέπειτα ιστορική
έξέλιξη.
Οί άνάγκες είναι έπίσης ποιοτικά «κατανεμημένες» μέσα
στόν καταμερισμό τής έργασίας τών κοινωνιών πού βασί­
ζονται σέ «φυσικές κοινότητες». Ό δούλος τής γής είχε
ποιοτικά διαφορετικές άνάγκες άπό τό γαιοκτήμονα, όχι έ-

* Στό Κεφάλαιο ό Μάρξ τονίζει συχνά τήν υπεροχή — άπό τήν άποψη
αύτή — τών αρχαίων στοχαστών σέ σύγκριση μέ τούς ίδεολόγους τής άστικής
κοινωνίας, καί άναφέρεται πότε στόν Πλάτωνα καί πότε στόν Αριστοτέλη.
Φτάνει μάλιστα στό συμπέρασμα, πώς ή απαλλοτρίωση πού γέννησε τούς
έλληνες τραγικούς ποιητές καί φιλόσοφους πρέπει νά κριθεί διαφορετικά άπό
κείνην πού μοναδικό της κατόρθωμα ήταν ή δημιουργία ένός μεγιστάνα τής
κλωστοϋφαντουργίας.
52

πειδή δέν μπορούσε ν’ «αποκτήσει» τά άντικείμενα τών


άναγκών του άλλά έπειδή αύτές οϊ άνάγκες ήταν άπό τή φύση
τους (μέ τήν έννοια τού φυσικού χαρακτήρα τής κοινοτικής
ζωής) ποιοτικά διαφορετικές. Γιαυτό λοιπόν οϊ άνάγκες έμει­
ναν μονόπλευρες καί περιορισμένες, δέν μπόρεσαν νά έξατο-
μικεντούν κι έμεναν πάντα ύποταγμένες στή διάρθρωση τής
κοινότητας. «Μέχρι τώρα οί απολαύσεις όλων τών στρωμάτων
καί τών τάξεων, έπρεπε νά είναι γενικά παιδικές, καταπο-
νητικές ή χυδαίες, έπειδή πάντα ήταν άποκομμένες άπό τήν
όλη δραστηριότητα τής ζωής, άπό τό ούσιαστικό περιεχόμενο
τής ζωής τών άτόμων, κι έπειδή λίγο πολύ μπορούσαν νά
θεωρηθούν ότι έδιναν περιεχόμενο σέ μιά κενή δραστηριό­
τητα» (Γερμανική Ιδεολογία, MEW 3, σ. 404· ή ύπογράμμιση
δική μου). Τό «πλούσιο σέ άνάγκες άτομο» σάν χαρακτηρι­
στικός κοινωνικός τύπος είναι λοιπόν ένα φιλοσοφικό κατα­
σκεύασμα πού μπορεί νά έπαληθευτεί μόνο στό μέλλον: «Ούτε
ή φύση άντικειμενικά, ούτε ή φύση ύποκειμενικά, ύπάρχουν
άμεσα καί σωστά γιά τήν άνθρώπινη ύπαρξη» (Οικονομικά
καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τού 1844, σ. 579).
Είπαμε πιό πριν ότι ή έννοια τού «πλούσιου σέ άνάγκες»
άνθρώπου είναι, καί σύμφωνα μέ τήν πρόθεση τού Μάρξ, ένα
μερικά καθαρό φιλοσοφικό κατασκεύασμα. Ό Μάρξ προσ­
παθεί πάντα νά τό στηρίξει σέ έμπειρικά γεγονότα μέ ιδιαί­
τερη σημασία, καί γιά τό σκοπό αύτό τού χρησιμεύει ή έννοια
τής «άνθρώπινης ούσίας»*. Ή άνθρώπινη ούσία (ό πλούτος
τού άνθρώπου), πού έχει συστατικές της έννοιες τήν καθολι-
κότητα, τή συνείδηση, τήν κοινωνικότητα, τήν άντικειμενο-
ποίηση (Ο.) καί τήν έλευθερία, γεννήθηκε δυναμικά όταν ή
άνθρώπινη ύπαρξη έξυψώθηκε σέ «άνθρωπο». Αύτό πού
διαφοροποιεί τόν άνθρωπο σάν κοινωνικό όν άπό τό ζωικό
κόσμο είναι οί δυνατότητες τού είδους καθαυτού. Στήν έξε-
λικτική της πορεία ή άνθρωπότητα δέν μπορεί νά πραγματώ­
σει τίποτα άλλο παρά μόνο τις δυνατότητες τού είδους της.
Στις ταξικές κοινωνίες αύτή ή «συμφωνία πρός τό είδος»

* 'Ε πειδή ή μαρξική αντίληψη γιά τό «άνθρώπινο όν» έχει αναλυθεί


διεξοδικά στή μελέτη Μαρξισμός καί «Ανθρω πολογία» τού Γιόργκι Μόρ­
κους, καί επειδή έχω γράψει καί ή ίδια σχετικά (πρβ. Υπόθεση γιά μιά
Μ αρξιστική θεω ρία τής Α ξίας), δέ θά προχωρήσω έδώ σέ μεγαλύτερη
άνάλυση τού θέματος.
53

αναπτύσσεται μέσα άπό άντιθέσεις. Μόνο στό κοινωνικό έπί­


πεδο οί άνθρωποι άναπτύσσουν τά στοιχεία τού είδους τους
(τουλάχιστον ώς ένα ορισμένο βαθμό), άλλά τά μεμονωμένα
άτομα δέ συμμετέχουν στόν πλούτο τού κοινωνικού συνόλου.
Τό άτομο πού είναι ύποταγμένο στόν καταμερισμό τής έργα­
σίας μένει φτωχό (μέ τήν πλατύτερη σημασία τής λέξης) ένώ
παράλληλα πλουτίζει τό είδος· μέ τό σημερινό βαθμό αύτού
τού πλουτισμού, δηλαδή μέ τόν καπιταλισμό, ή άτομική έξα-
θλίωση φτάνει στό κορύφωμά της. Μέ τήν κατάργηση τής
άποξένωσης (τήν κατάργηση τής άτομικής ιδιοκτησίας καί τής
ύποταγής στόν καταμερισμό τής έργασίας) κάθε άτομο θά
μπορεί νά συμμετέχει στόν πανκοινωνικό πλούτο (καί όσο
άφορά τήν άπόλαυση καί όσο άφορά τή δραστηριότητα), πού
θά πάρει μιά νέα καί άνώτερη μορφή. Μόνο τότε ό άνθρωπος
θά γίνει όν άντάξιο τού είδους του, μόνο τότε ή «έσωτερική»
άλλά καί ή «έξωτερική» φύση θά γίνουν κατάλληλες γιά τήν
άνθρώπινη ύπαρξη.
Μ ιά μορφή άποξένωσης, τυπική γιά τις ταξικές κοινωνίες,
είναι κατά τόν Μάρξ ή θρησκεία. Μέσα σ’ αύτήν — καί στό
ύψιστο άντικείμενο της, τό «Θεό» — οί ούσιαστικές δυνάμεις
τού άνθρώπου έμφανίζονται σάν δυνάμεις ξένες πού τόν
κυριαρχούν. Ά ρ α στή θρησκευτική άνάγκη έκδηλώνεται ή
ίδια ή άποξένωση (ή άποξένωση καί τού άντικειμένου καί τής
άνθρώ πινης άνάγκης). Τό κλειδί γιά τήν Ά γ ια Οικογένεια τό
δίνει όμως μόνο ή γήινη οικογένεια. Ή θρησκευτική άποξέ­
νωση καί ή θρησκευτική άνάγκη θά έξαφανιστούν μόνο όταν
οί άνθρω ποι καταργήσουν τήν άποξένωση σ’ αύτό τόν «έπί-
γειο» κόσμο. Στόν άπλό άθεϊσμό (προσπάθεια νά κατανικηθεί
μιά μορφή άποξένωσης μέ τή βοήθεια μιάς άλλης άποξενω-
μένης μορφής) πρέπει ν’ άντιπαραταχθεί λοιπόν ό κομμου­
νισμός: τό κίνημα πού καταργεί τό διχασμό άνάμεσα στό
άνθρώ πινο είδος καί στό άτομο, άνάμεσα στήν ούσία καί τό
είναι γενικά, κι έτσι καταργεί καί τή θρησκευτική άνάγκη σάν
άνάγκη.
Σύμφωνα μέ τά όσα λέει ό Μάρξ, ή άποξένωση δέν είναι
ριζική παραμόρφωση τής ούσίας τού είδους ή τής άνθρώπινης
φύσης· ή ούσία τού άνθρώπου άναπτύσσεται μέσα στήν ίδια
τήν άποξένωση κι αύτή δίνει τή δυνατότητα νά δημιουργηθεί
ό «πλούσιος σέ άνάγκες» άνθρωπος. Τά λόγια τού Μάρξ είναι
γεμάτα πάθος στό σημείο πού περιγράφει τις λειτουργίες τής
54

καθολικοποίησης καί τού πλουτισμού στήν καπιταλιστική


κοινωνία. Τά σχετικά κείμενα είναι γενικά γνωστά, γιαυτό θά
μεταφέρω έδώ μόνο ένα σύντομο άπόσπασμα: «...ή άνάπτυξη
τών φυσικών έπιστημών στά άνώτατα έπίπεδά τους, ή άνακά-
λυψη, ή δημιουργία καί ή ικανοποίηση νέων άναγκών πού
προκύπτουν άπό τήν ίδια τήν κοινωνία, ή καλλιέργεια όλων
τών ιδιοτήτων τού κοινωνικού άνθρώπου καί ή παραγωγή του
σάν άνθρώπου έξαιρετικά πλούσιου σέ άνάγκες, έπειδή είναι
πλούσιος σέ ιδιότητες καί σχέσεις... όλα αύτά άποτελούν
προϋποθέσεις τής παραγωγής πού βασίζεται στό κεφάλαιο»
(Grundrisse, σ. 312). Ό καπιταλισμός όμως δέν παράγει μόνο
νέες (κοινωνικές) άνάγκες καί δυνατότητες. Γενικεύοντας τήν
έμπορευματική σχέση, δημιουργεί τό χρήμα σάν ποσοτική
«ένσάρκωση» τον κοινωνικού πλούτον. Τώρα πιά οί άνάγκες
δέ διαιρούνται στή βάση τού «φυσικού» καταμερισμού τής
έργασίας άνάλογα μέ τήν ποιότητά τους- κα τ’ άρχή σέ κανένα
άπολύτως μέλος τής κοινωνίας δέν άποκλείεται ή ικανοποίηση
τών άναγκών του, όποιουδήποτε είδους κι άν είναι αύτές
(φτάνει μόνο νά μπορεί νά έξαγοράσει τά άντικείμενά τών
άναγκών).
Ταυτόχρονα όμως ό καπιταλισμός σάν κοινωνική σχέση
περιορίζει τόν πλουτισμό τών άναγκών πού ό ίδιος δημιούρ­
γησε. Αύτό, σύμφωνα μέ τόν Μάρξ, τό πετυχαίνει μέ δύο
τρόπους. Ή άναπαράγοντας τή φτώχια (πάνω ά π’ όλα γιά τό
προλεταριάτο καί μ έ τήν αύστηρή έννοια, καί γιά τήν άστική
τάξη μ έ τή φιλοσοφική έννοια), ή περιορίζει σέ τελευταία
άνάλυση τήν άνάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων (σύμ­
φω να μέ τό νόμο τής πτωτικής τάσης τού ποσοστού τού
κέρδους, ή μέ τις περιοδικές καί άναγκαστικές κρίσεις), ή
τέλος ύποτιμά τή βασική παραγωγική δύναμη, τόν έργάτη.
Δέν είναι τυχαίο τό ότι ό Μάρξ τονίζει ιδιαίτερα αύτό τό
σημείο: ότι δηλαδή ό καπιταλισμός δημιουργεί «πολύπλευρες»
καί «πλούσιες» άνάγκες άπαθλιώνοντας ταυτόχρονα τούς
άνθρώπους καί κάνοντας τόν έργάτη ένα πλάσμα «στερημένο
άπό άνάγκες». Έ δώ έμφανίζεται τό θέμα τών «ριζικών άνα­
γκών», πού όπως θά δούμε είναι τό Leitmotiv τής μαρξικής
«σύνθεσης». Ό «πλούσιος σέ άνάγκες άνθρωπος» είναι μιά
φιλοσοφικά κατασκευασμένη έννοια, ή «άνθρώπινη ούσία»,
άν καί έμπειρικά θεμελιωμένη, είναι μιά άποκλειστικά άξιακή
κατηγορία. Ωστόσο άν ή άπαϊτηση νά πραγματωθεί ή «ούσία
55

τού είδους» ή άν ή ιδέα ένός μελλοντικού άνθρώπου «πλούσιου


σέ άνάγκες» σχηματίστηκε μόνο στό νού τού «φιλόσοφου ή
κριτικού Κάρλ Μάρξ», ποιός θά γκρεμίσει τόν καπιταλισμό
καί γιατί; Ποιός είναι αύτός πού όχι μόνο θά τόν άνατρέψει
άλλά καί θά τόν ξεπεράσει πρός τήν κατεύθυνση πού ύποστη-
ρίζει ό Μάρξ — άν καί ποτέ του δέ δέχτηκε τήν έννοια τού
«ιδανικού πού έπρεπε νά πραγματωθεί»; Ή θεωρία πού
συναρπάζει τις μάζες γίνεται ύλική δύναμη, άλλά μόνο όταν
οί άνάγκες είναι τέτοιες πού νά μπορούν νά τή στηρίξουν. Ή
άποξένωση πού φτάνει στόν ύπέρτατο βαθμό πρέπει νά γεν­
νήσει τήν άνάγκη γιά τό ξεπέρασμα τής άποξένωσης, πρέπει
νά προκαλέσει τήν άνάγκη τού πλούτου καί τής πραγμάτωσης
τής «ούσίας τού είδους». Αύτό είναι τό μεγαλύτερο παράδοξο
στή μαρξική θεωρία τής άποξένωσης — ένα παράδοξο πού,
έλπίζουμε, μπορεί νά έκφράζει πραγματικές δυνατότητες.
Α κολουθώντας τώρα τόν Μάρξ θά άναλύσουμε τήν άποξέ­
νωση τών άναγκών στόν καπιταλισμό. Τήν περίπλοκη αύτή
άνάλυση θά τή διαιρέσουμε σέ τέσσερις ομάδες προβλημάτων:
1) σχέση μέσου καί σκοπού· 2) ποσότητα καί ποιότητα· 3)
έξαθλίωση (ύποβιβασμός) καί τέλος 4) συμφέρον.
1. Στήν άποξενωμένη έξέλιξη, δηλαδή στήν άποξενωμένη
«κατάσταση» τού πλούτου, κάθε σκοπός γίνεται μέσο καί
κάθε μέσο σκοπός. Αύτή ή «άντιστροφή» μέσου - σκοπού
έκδηλώνεται σέ κάθε στοιχείο τής άνθρώπινης ούσίας.
Ό π ω ς ήδη έπισημάναμε, στις «κανονικές» ή «άνθρώπινες»
σχέσεις, ύπέρτατος σκοπός τού κάθε άνθρώπου είναι ό άλλος
άνθρωπος. Ή άποξένωση μετατρέπει αύτό τόν ύπέρτατο σκο­
πό σέ μέσο, ό άνθρωπος γίνεται άπλό μέσο γιά τόν άλλο
άνθρωπο: ένα μέσο, μέ τό όποιο θά ικανοποιήσει τούς άτο-
μικούς του σκοπούς καί τήν άπληστία του.
Σ ’ όλες τις κοινωνίες ή έργασία έχει διπλό χαρακτήρα: τό
χαρακτήρα τής άφηρημένης καί τό χαρακτήρα τής συγκεκρι­
μένης έργασίας. Σκοπός τής συγκεκριμένης έργασΐας είναι ή
ικανοποίηση τών άνθρώπινων άναγκών, καί στήν περίπτωση
αύτή ή έκτέλεση τής έργασίας άποτελεί τό μέσο. Στήν άποξέ­
νωση (καί ιδιαίτερα στόν καπιταλισμό) ή σχέση μέσου -
σκοπού, πού είναι έμφυτη στήν έργασία, άντιστρέφεται. Στήν
κοινωνία τής έμπορευματικής παραγωγής ή χρηστική άξια (τό
αποτέλεσμα τής συγκεκριμένης έργασίας) δέν έξυπηρετεί πιά
τήν ικανοποίηση τών άναγκών. Ούσία της είναι νά ικανοποιεί
56

ύ ς άνάγκες τού άκτήμονα. Γιά τον έργάτη δέν έχει καμιά


σημασία τι είδους χρηστικές άξιες παράγει, γιατί ό ίδιος δέν
έχει καμιά σχέση μ’ αυτές. Αύτό όμως πού κάνει γιά τήν
ικανοποίηση τών άναγκών του είναι άφηρημένη έργασία:
έργάζεται αποκλειστικά γιά νά συντηρηθεί, γιά νά ικανοποιή­
σει τις άπλές, «άπαραίτητες» άνάγκες του. Αύτή ή διαδι­
κασία, όπου ή εκτέλεση τής έργασίας γίνεται άπλό «μέσο»,
κορυφώνεται μέ τή μηχανή. « Ή έργασία στις μηχανές τσακίζει
τό νευρικό σύστημα, καταπιέζει τήν πολύπλευρη δραστηριό­
τητα τών μυώνων καί καταργεί κάθε έλεύθερη δραστηριότητα,
σωματική καί πνευματική. Α κόμα καί ή ευκολία τής έργασίας
γίνεται μέσο βασανισμού, άφού ή μηχανή δέν έλευθερώνει τόν
έργάτη άπό τήν έργασία άλλά άφαιρεί κάθε περιεχόμενο άπό
τήν έργασία του» (Κεφάλαιο I, MEW 23, σσ. 445-446).
Ή άνάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων στήν «καθαρά
κοινωνική» κοινωνία έχει «κανονικό» της σκοπό νά έλαφρύ-
νει τήν έργασία τού έργάτη (νά τόν έλευθερώσει άπό τις ώμές
κι άπάνθρωπες μορφές έργασίας), νά μειώσει τόν έργάσιμο
χρόνο καί νά παραγάγει μεγαλύτερο πλούτο γιά όλους. Κι ά π ’
αυτήν όμως τήν άποψη ή σχέση μέσου - σκοπού άντιστρέ-
φεται, γιατί στις καπιταλιστικές σχέσεις στόχος τής αύξησης
τής παραγωγικότητας είναι ή παραγωγή ύπεραξίας κι έτσι καί
ή αύξηση τής παραγωγικότητας γίνεται μόνο μέσο. Ταυτό­
χρονα δέν έλαφρύνει τήν έργασία τού έργάτη, άλλά άντίθετα
τήν κάνει άκόμα πιό άπάνθρωπη- έπειτα ό χρόνος.έργασίας δέ
μειώνεται άλλά άντίθετα παρατείνεται κι έτσι μαζί μέ τόν
πλούτο παράγεται καί άναπαράγεται καί ή άθλιότητα (κυριο­
λεκτικά καί φιλοσοφικά)*.
Σκοπός τής κοινωνικής παραγωγής είναι γιά τόν Μάρξ ή
ικανοποίηση τών κοινωνικών άναγκών. Ωστόσο ή καπιταλι­
στική βιομηχανία καί γεωργία δέν παράγουν γιά τις άνάγκες
ούτε γιά τήν ικανοποίησή τους. Σκοπός τής παραγωγής είναι ή

* Γιά ένα διάστημα ό χρόνος έργασίας μειώθηκε έξαιτίας τής αυξανόμενης


παραγωγικότητας, καί μάλιστα ά πό τά μέσα ώς τά τέλη τού 19ου αιώνα
έφτασε στό ένα τρίτο (στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες). Πρέπει
ώστόσο νά έχουμε ΰπόψη πώ ς έδώ κι εκατό χρόνια περίπου, αύτή ή τάση
μείωσης τού εργάσιμου χρόνου έχει καθηλωθεί, καί κατά μέσο όρο δέν ίπεσε
κάτω ά πό όχτώ ώρες τήν ήμερα. Σήμερα μάλιστα γινόμαστε μάρτυρες μιάς
άργής αύξησής του. Σ τις 'Ηνωμένες Πολιτείες ό πραγματικός χρόνος έργασίας
κυμαίνεται άπό 8,5 ώς 9 ώρες!
57

αξιοποίηση τού κεφαλαίου, καί ή ικανοποίηση τών άναγκών


(στήν άγορά) δέν είναι παρά μόνο τό μέσο.
Είμαστε κι οί ίδιοι μάρτυρες μιάς «άντιστροφής» τής σχέσης
μέσου - σκοπού καί όσο άφορά τις κοινωνικές - κοινοτικές
σχέσεις. Μέσα σέ «κανονικές συνθήκες» ή κοινότητα, όπως θά
δούμε, έκπληρώνει μιά σκόπιμη λειτουργία: ή κοινοτική συμ­
βίωση καί ή κοινή απόλαυση είναι οί άνώτερες μορφές άνά­
γκης καί ικανοποίησης: «...ή κοινοτική δραστηριότητα καί ή
κοινοτική άπόλαυση, δηλαδή ή δραστηριότητα καί ή άπό-
λαυση πού έκδηλώνονται καί έπιβεβαιώνονται άμεσα σέ
πραγματική κοινωνία μέ άλλους άνθρώπους, θά ύπάρχουν
κυρίως έκεί πού ή άμεση έκείνη έκφραση τής κοινωνικότητας
θεμελιώνεται στήν ούσία τού περιεχομένου της καί είναι άνά-
λογη μέ τή φύση του» (Οικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρό­
γρα φ α τού 1844, I, σ. 538). Στό άποκορύφωμα όμως τής
άποξένωσης (στόν καπιταλισμό) ή πραγματική κοινότητα έξα-
φ ανϊζεται γιατί ή έμπορευματική σχέση γίνεται ή μοναδική
ψευτο-«κοινότητα»: κοινωνικοί στόχοι καί περιεχόμενα (καί
μαζί καί ή κοινωνική συμβίωση) γίνονται μέσα γιά τούς άτο-
μικούς σκοπούς τών ανθρώπων: «Μόνο... στήν ‘άστική κοινω­
νία ’ οί διάφορες μορφές τής κοινωνικής σύνθεσης παρουσιά­
ζονται στό μεμονωμένο άτομο σάν άπλό μέσο γιά τούς ιδιω­
τικούς του σκοπούς, σάν έξωτερική άναγκαιότητα» (Grundris­
se, σ. 6). Ταυτόχρονα ό Μάρξ πιστεύει ότι τό κομμουνιστικό
κίνημα θά μπορούσε ν’ άποκαταστήσει άπό αύτή τήν άποψη
τήν «κανονικότητα» τής σχέσης μέσου - σκοπού. Σκοπός τών
συγκεντρώσεων τών κομμουνιστών έργατών ήταν άρχικά ή
προπαγάνδα. «Ταυτόχρονα όμως άποκτούν έτσι μιά νέα άνά­
γκη, τήν άνάγκη τής κοινωνίας, κι αύτό πού φάνηκε σάν μέσο
έχει γίνει σκοπός» (IBID., σ. 553). Ή άνάγκη τής κοινωνικό­
τητας (άνάγκη γιά κοινότητα) γίνεται άπό μέσο σκοπός καί
γιαυτό στήν όψη αύτών τών έργατών άκτινοβολεί ή «εύγένεια
τού άνθρώπου» (IBID., σ. 554).
Τέλος, άκόμα καί ό πλούτος τών άναγκών γίνεται άπό
σκοπός μέσο. «Κάθε άνθρωπος φροντίζει νά δημιουργήσει
στόν άλλο μιά νέα άνάγκη... Ό καθένας προσπαθεί νά έπιβά-
λει στόν άλλο μιά ξένη ούσιαστική δύναμη γιά νά ικανοποιή­
σει έτσι τή δική του έγωιστική άνάγκη» (Οικονομικά καί
Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τού 1844, MEW I, σσ. 546-547). Ό
καπιταλισμός είναι ό μαστρωπός, πού μέ τή δημιουργία όλο-
58

ένα νέων άντικειμένων καί ολοένα νέων άναγκών κάνει τούς


άνθρώπους νά πορνεύονται γιά τις άνάγκες. Ή άριθμητική
αύξηση τών άναγκών δέ μπορεί νά γίνει ποτέ καθαρός πλού­
τος, έπειδή άπλούστατα είναι μέσο μιάς ξένης γιά τά άτομα
ούσιαστικής δύναμης, τής αύξησης τής καπιταλιστικής παρα­
γωγής: «... ή έπέκταση τών προϊόντων καί τών άναγκών, μετα­
βάλλεται σέ έφευρετικό καί πάντα ύπολογιστή δούλό άπάν-
θρωπων, έκλεπτυσμένων καί φανταστικών πόθων...» (IBID., σ.
547).
Σ ’ αύτήν έδώ τήν άνάλυση δέ θά λάβουμε ύπόψη τόν
«φανταστικό» ή «έφευρετικό» χαρακτήρα τών «ορέξεων».
«Φανταστικές» άνάγκες οπωσδήποτε δέν ύπάρχουν. Τό ποιές
άνάγκες θεωρούμε «κανονικές» καί ποιές (μέ άρνητική χροιά)
«έκλεπτυσμένες», έξαρτάται άπόλυτα άπό τις άξιες μέ τις
όποιες ορίζουμε τήν «κανονικότητα». Ωστόσο κι άν άκόμα
άναζητούσαμε τό λεγόμενο άντικειμενικό κριτήριο, δέ θά
μπορούσαμε νά πούμε τίποτ’ άλλο παρά πώς σέ κάθε έποχή
είναι «κανονικές» οί άνάγκες πού θεωρούνται τέτοιες άπό
τούς άνθρώπους ένώ άντίθετα «έκλεπτυσμένες» ή «άφύσικες»
είναι έκείνες πού θεωρούνται τέτοιες άπό τούς περισσότερους*.
Ά κ όμ α καί στόν Μάρξ ή έννοια τών «έκλεπτυσμένων» άνα­
γκών είναι άμφίσημη. Κάποιες φορές έννοεί τις «άνάγκες
πολυτελείας» πού, όπως ήδη είπαμε, μπορούν νά ερμηνευτούν
μόνο οικονομικά (γιατί άπό φιλοσοφική άποψη άποτελούν
μιά άσήμαντη «όμάδα άναγκών») ένώ άλλού προσδιορίζει τή
«συσσώρευση» ένός ειδικού τύπον άναγκών. Χαρακτηριστικό
τους είναι τό ότι ή έπιδΐωξη τής ικανοποίησής τους δέν
προω θεί άλλά άπεναντίας παρεμποδίζει τήν έπέκταση τού
κόσμου τών άναγκών πού είναι ποιοτικά πολύπλευρος καί
πλούσιος.
Έ τσ ι λοιπόν άν, στή βάση τής μαρξικής άνάλυσης, έξηγή-
σουμε τις «έκλεπτυσμένες» ή «ύπολογισμένες» άνάγκες μ’
αύτή τήν τελευταία έννοια, θά μπορέσουμε νά πούμε δίχως
ύπερβολή πώς ό Μάρξ άνακάλυψε τό πρόβλημα τών «χειρα­
γωγούμενων άναγκών» ή τής «χειραγώγησης τών άναγκών».
Γιά νά «χειραγωγηθεί» μιά συγκεκριμένη άνάγκη δέν πρέπει
νά εύθύνεται ή ειδική ποιότητά της■αύτό γίνεται μόνο έξαι-

* Περισσότερα σχετικά στή μελέτη μου 'Υπόθεση γιά μιά Μαρξιστική


θεω ρ ία τής Α ξίας.
τΐας τών έξης παραγόντων: α) τά ολοένα καί νέα άντικείμενα
τών άναγκών, καί έπομένως οί ολοένα καί νέες άνάγκες,
δημιουργούνται έκεί όπου ή παραγωγή ορισμένων εμπορευμά­
των (καί τών αντίστοιχων άναγκών) είναι έπικερδέστερη όσο
άφορά τήν άξιοποίηση τού κεφαλαίου· β) κατά συνέπεια ό
πραγματικός σκοπός είναι ή ικανοποίηση τών άναγκών μιάς
«ξένης ουσιαστικής δύναμης»· ή δημιουργία καί ή ικανο­
ποίηση τών άτομικών άναγκών, άκόμα κι όταν φαίνονται στό
άτομο σάν σκοπός, είναι στήν πραγματικότητα μόνο τό μέσο
πού χρησιμοποιεί αύτή ή «ούσιαστική δύναμη»· γ) ή αύξηση
τών άναγκών πού άνήκονν σέ μιά ορισμένη όμάόα καί ό
προσανατολισμός τού μεμονωμένου άτόμου στήν ικανοποίησή
τους (ένώ παράλληλα έξαφανίζονται οί άνάγκες πού δέν
έξυπηρετούν τήν άξιοποίηση τού κεφαλαίου ή καί τής ένα-
ντιώνονται, άν καί είναι άποφασιστικές γιά τήν άνθρώπινη
προσωπικότητα), συμφωνεί μέ τό μηχανισμό τής καπιταλι­
στικής παραγωγής. Έτσι ή έπέκταση τών άτομικών κατανα­
λωτικών άγαθών, προκαλεί τή διαρκή παραγωγή νέων άνα­
γκών, γίνεται τροχοπέδη τής άνάγκης γιά έλεύθερο χρόνο καί
έμποδίζει τήν άνάπτυξή της- δ) ή άτομική έλευθερία είναι
λοιπόν φαινομενική· τό κάθε άτομο έπιλέγει τά άντικείμενα
τών άναγκών του καί δέ διαρθρώνει τις προσωπικές του
άνάγκες άνάλογα μέ τήν προσωπικότητά του άλλά κυρίως
άνάλογα μέ τή θέση πού καταλαμβάνει μέσα στόν καταμερι­
σμό τής έργασίας· ε) άπό μιάν άποψη βέβαια τό άτομο γίνεται
πλουσιότερο (γιατί θά έχει περισσότερες άνάγκες καί άντικεί-
μενα άναγκών)· ό πλουτισμός αύτός όμως είναι μονόπλευρος
καί δέν περιορίζεται άπό άλλες άνάγκες. Έτσι, άφού ή πολύ­
πλευρη άνάπτυξη τού άτόμου δέν είναι σκοπός, τό μεμο­
νωμένο άτομο γίνεται δούλος αύτής τής ομάδας άναγκών πού
άναπτύσσεται μονόπλευρα. Άπό τόν καιρό πού έκανε τήν
άνάλυσή του ό Μάρξ μέχρι σήμερα, ή κατάσταση άλλαξε (καί
ή άλλαγή αύτή είναι βέβαια σημαντική άλλά όχι άπό τή
σκοπιά τού προβλήματος πού έξετάζουμε έδώ): οί χειραγω­
γούμενες άνάγκες δέ χαρακτηρίζουν σήμερα μόνο τις κυρίαρ­
χες τάξεις, άλλά — τουλάχιστο στις άναπτυγμένες καπιταλι­
στικές χώρες — τήν πλειοψηφία τού πληθυσμού*.

• Βλέπουμε σήμερα ν ’ αρχίζει μιά διαδικασία εναντίωσης στή χειραγώγηση


τών άναγκών, καί ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τό εξαιρετικά σημα-
60

2. Οί άνάγκες πού άφοροΰν τήν κατοχή άγαθών μπορούν


νά αυξάνονται έπ’ άπειρο■ καμιά άλλη άνάγκη δέ μπορεί νά
βάλει φραγμούς σ’ αύτή τήν αύξηση. Αφού λοιπόν ή κατοχή
είναι κάτι άλλιώτικο άπό τή χρήση καί τήν άμεση άπόλαυση
(γιατί ή ίδια ή κατοχή άναλαμβάνει τό ρόλο τής άπόλαυσης),
ή αύξηση τών άναγκών έχει ποσοτικό χαρακτήρα. Δέν είναι
δυνατό νά κατέχω τόσα πολλά πού νά μή θέλω νά κατέχω
άκόμα περισσότερα. Θέλω νά «έχω» περισσότερα, άκόμα κι
άν ή συγκεκριμένη ποιότητα τών άντικειμένων πού βρίσκονται
στήν κατοχή μου δέν ικανοποιεί άμεσα καμιά άνάγκη — όλες
αύτές οί συγκεκριμένες ιδιότητες μού είναι εντελώς άδιάφο-
ρες. Αύτό πού κατέχω δέν «άναπτύσσει» μέσα μου νέες καί
ετερογενείς άνάγκες άλλά απεναντίας τις άκρωτηριάζει. Ό
έμπορος τών διαμαντιών, όπως λέει ό Μάρξ, δέν έχει μάτια
γιά τήν αισθητική ομορφιά τού διαμαντιού, γιατί σ’ αύτό
βλέπει μόνο μιά ένσάρκωση τής άνταλλακτικής άξίας. Αντί­
θετα, άληθινός πλούτος ύπάρχει μόνο όταν άναπτύσσονται
τύποι άναγκών μέ ετερογενή ποιότητα.
Τό χρήμα, ή ή χρηματική σχέση, καθορίζει τήν «άντι-
στροφή» τής «κανονικής» σχέσης ποσότητας - ποιότητας,
είναι ένσάρκωση καί φορέας τής ποσοτοποίησης τών άνα­
γκών. Τό χρήμα είναι ό καθαρά ποσοτικός έκπρόσωπος τού
κοινωνικού πλούτου. «Ή ποσότητα τού χρήματος γίνεται
ολοένα καί πιό πολύ ή μοναδική του πανίσχυρη ιδιότητα- τό
χρήμα, άνάγοντας όλα τά όντα στις άφαιρέσεις τους, άνάγει
καί τόν έαυτό του στήν κίνησή του σάν άπλή ποσότητα. Ή
άμετρία και ή άκράτεια γίνονται τό άληθινό του μέτρο». (Ο ι­
κονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τον 1844, MEW I,
σ. 547).
Ή «άμετρία» πού δημιουργείται στή χρηματική σχέση περι-
γράφεται έντελώς άρνητικά στά Οικονομικά καί Φιλοσοφικά
Χειρόγραφα τον 1844. Είπαμε όμως καί πιό πριν ότι ή τοπο­
θέτηση τού Μάρξ απέναντι στόν καπιταλισμό άλλαξε άνάμεσα
στά Χειρόγραφα καί τά Grundrisse. Στά Grundrisse τή βασική
θέση κατέχει ή άποκάλυψη τού άντινομικον χαρακτήρα τού
καπιταλισμού, γιαυτό καί ή ποσοτοποίηση τών άναγκών άνα-
λύεται μέ διαφορετικούς άξιολογικούς τονισμούς, πού άντα-

ντικό είναι έδώ πώ ς αύτή ή διαδικασία συμβαδίζει μέ τήν «άντιστροφή» τής


άποξένωσης μέσου - σκοπού καί όσο άφορά τήν κοινότητα.
61

ποκρΐνονται στά δύο άντΐθετα συστατικά αυτής τής άντινο-


μίας. Αύτό εκφράζεται στόν Μάρξ μέ μία πολύ σημαντική
άλλαγή όρων. Στά Χειρόγραφα κυριαρχεί ό χαρακτηρισμός
«άφηρημένη» όσο άφορά τή λειτουργία τού χρήματος (άς
θυμηθούμε έδώ ότι τό χρήμα άνάγει όλα τά όντα στις άφαι-
ρέσεις τους!)· άπό τά Grundrisse καί πέρα, όμως, ή λειτουργία
αύτή ονομάζεται τις περισσότερες φορές «γενική». Ή «άνα-
γωγή στήν άφαίρεση» περιέχει στόν Μάρξ πάντα άρνητική
άξιολογική χροιά, ένώ τό «γενικό» πάντα θετική. Ά ς θυμη­
θούμε μόνο ότι ή άναγωγή τής έργασίας σέ άφηρημένη έργα­
σία (ή άδιαφορία τού έργάτη γιά τή συγκεκριμένη ποιότητα
τής έργασίας του, καί όσο άφορά τά προϊόντα της καί τή δρα-
στηριότητά του) άντιπροσωπεύει τό αποκορύφωμα τής άποξέ­
νωσης τής έργασίας, ένώ ή «γενική έργασία», ή «γενική παρα­
γωγή», ή «γενική συνείδηση» καί ή «γενική βιομηχανία»
παράγουν καί έκφράζουν ιό γενικό πλούτο. Φυσικά έδώ
έχουμε νά κάνουμε μέ μιά μετατόπιση τού τόνου κι όχι μέ
καίρια μεταβολή τής άντίληψης. Ή ιδέα τής «γενικότητας»
τού χρήματος έμφανίζεται — άν καί όχι μέ τά ίδια λόγια —
στά Οικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τον 1844 («Εί­
ναι ή άλλοτριωμένη δυνατότητα τής άνθρωπότητας» (σ. 565)),
ένώ τό έπιχείρημα ότι οί χρηματικές σχέσεις παράγουν τήν
«άφηρημένη» άνάγκη άπόλαυσης έμφανίζεται καί στά
Grundrisse — άν καί μόνο μιά φορά, σάν έξαίρεση («Τό
άφηρημένο πάθος τής άπόλαυσης τό πραγματώνει τό χρήμα
γιατί έξ ορισμού άποτελεί τόν ύλικό έκπρόσωπο τού πλούτου»
(σ. 134)). Ή μετατόπιση τού τόνου είναι έδώ άπόλυτα σαφής.
Στά Grundrisse ή ποσοτοποίηση τών άναγκών (σ’ άντιπαρά-
θεση μέ τό σύστημα άναγκών τών φυσικών κοινοτήτων) πα­
ρουσιάζεται σάν άποκλειστικά άποξενωμένη έξέλιξη ή, άκρι-
βέστερα, σάν άποξενωμένη άλλά άναγκαϊα μορφή τής έξέ-
λιξης. Τόσο ή άποξένωση όσο καί ή έξέλιξη τονίζονται πολύ
στά Οικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τον 1844, όπου
παρουσιάζονται σάν άντιπρόσωποι τής «άπόλυτης άμαρτίας»
τού Φϊχτε. Κύριο θέμα είναι ή άποξένωση, όχι ή έξέλιξη. Στά
Grundrisse ή ποσοτοποίηση τής ποιότητας είναι τό ξεπέρασμα
τών όρίων. Στό έργο αύτό έμφανίζονται έπίσης όλα τά θέματα
τών Χειρογράφων, άλλά μέ διαφορετική σύνθεση. Ή ποσο-
τοποΐηση τής ποιότητας είναι μιά μορφή τής άποξένωσης πού
— σέ μιά δοσμένη ιστορική κατάσταση — προετοιμάζει τις
62

ουνΒήκες γιά τή δημιουργία τού γενικού πλούτου καί είναι ή


μόνη πού μπορεί νά τό κάνει. Ή κάποια «έφευρετικότητα»
στήν κατασκευή τών παλιών καί τών νέων άναγκών καί ή
αύξηση τών άναγκών ένός ορισμένου τύπον παρουσιάζονται
σάν έξέλιξη καί σάν άπαραίτητη προϋπόθεση τής έξέλιξης (άν
καί πάλι μόνο γιά μιά ορισμένη ιστορική περίοδο). «Έτσι
σκοπός τής έργασίας δέν είναι ένα ιδιαίτερο προϊόν πού
βρίσκεται σέ ιδιαίτερη σχέση μέ τις ιδιαίτερες άνάγκες τού
άτόμου, άλλά τό χρήμα, ό πλούτος στή γενική μορφή του· ή
έργασία τού άτόμου δέν έχει λοιπόν κανένα όριο, άδιαφορεί
γιά τήν ίδια τήν ίδιαιτερότητά της καί παίρνει όποιαδήποτε
μορφή έξυπηρετεί τό σκοπό· είναι πλούσια σέ έφευρετικότητα
όταν δημιουργεί νέα άντικείμενα γιά τήν κοινωνική άνάγκη...
Γενική βιομηχανία είναι δυνατή μόνο έκεί πού κάθε έργασία
παράγει τό γενικό πλούτο κι όχι μιά συγκεκριμένη μορφή
του...» (Grundrisse, σ. 135).
Κι έδώ όμως ό Μάρξ κριτικάρει τόν καπιταλισμό σάν
κοινωνία πού βάζει ποσοτικά όρια στήν ποιότητα μέ δύο
διαφορετικές προσεγγίσεις: «... ή μ ε τ α μ ό ρ φ ω σ η σέ
χ ρ ή μ α , ή άνταλλακτική άξια γενικά σάν όριο τής παρα­
γωγής (...ίσοδυναμεί μέ...) π ε ρ ι ο ρ ι σ μ ό τ ή ς π α ρ α ­
γ ω γ ή ς χ ρ η σ τ ι κ ώ ν ά ξ ι ώ ν μέ τ ή μεσολάβηση τής
άνταλλακτικής άξίας- ή αλλιώτικα ό γενικός πλούτος, γιά νά
γίνει γενικά άντικείμενό τής παραγωγής, πρέπει νά πάρει μιά
κ α θ ο ρ ι σ μ έ ν η μορφή, διαφορετική άπ’ αύτόν τόν ίδιο...»
(IBID., σσ. 318-319).
Ποιές είναι όμως αύτές οί δυό προσεγγίσεις; α) Οί άξιακές
σχέσεις περιορίζουν τά νέα άντικείμενα τής άνάγκης καθώς
καί τή δημιουργία νέων άναγκών μέσα σέ μιά όμάδα άναγκών.
Βρισκόμαστε έδώ μπροστά σέ μιά προσαρμογή τής σκέψης
αύτής στήν προβληματική τής άνάγκης — σύμφωνα μέ τήν
όποια ή παραγωγικότητα μέσα στήν καπιταλιστική κοινωνία
μεγαλώνει (οί νέες χρηστικές άξιες μεγαλώνουν άριθμητικά
καί ποιοτικά) μόνο όταν μεγαλώνει ή ύπεραξία. Ό Μάρξ
υποθέτει κάπου ένα «σημείο» τής καπιταλιστικής παραγωγής
στό όποιο παύει ή «παραγωγή» νέων άντικειμένων τών άνα­
γκών καί νέων άναγκών (άντίφαση άνάμεσα στις παραγωγικές
σχέσεις καί τις παραγωγικές δυνάμεις). Είπαμε ήδη ότι ή
πρόβλεψη τού Μάρξ δέν έπαληθεύτηκε, τουλάχιστο μέχρι
σήμερα: ή «ποσοτοποίηση» τών άναγκών δέν περιορίζει —
63

άπ’ αύτή τήν άποψη — τήν ποιότητα. Τό τελευταίο άπό-


σπασμα όμως επιβεβαιώνει κάτι άλλο: β) οί χρηστικές άξιες
πού δέν άντιπροσωπεύουν καμιά άνταλλακτική άξια παύουν
νά είναι άντικείμενο τής παραγωγής. Ό καπιταλισμός «ποσο-
τοποιεί» όλες τις άντικειμενοποιήσεις (Ο) καί τις παράγει
(μαζί μέ τις άνάγκες πού στρέφονται σ’ αυτές) μόνο όταν είναι
«έπικερδείς». Μ’ αύτή τήν έννοια ό Μάρξ λέει συχνά ότι ό
καπιταλισμός είναι εχθρός τών τεχνών. Ό καπιταλισμός πα­
ράγει πάνω άπ’ όλα καλλιτεχνικά άντικείμενά πού νά είναι
φορείς άνταλλακτικής άξίας καί ν' άποφέρουν κέρδος. Έτσι
όμως οί άνάγκες γιά μιά κατώτερη τέχνη άναπαράγονται σέ
ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα ένώ οϊ άνάγκες γιά ανώτερη
τέχνη — έξετάζοντας τό μέσο όρο τής κοινωνίας — παραμορ­
φώνονται. Μέ όμοιο τρόπο ό καπιταλισμός ποσοτοποιεί ολό­
κληρο τόν ποιοτικό κόσμο τών άναγκών τού άνθρώπου, τόν
μετατρέπει σέ μιά ψεύτικη άνταλλακτική άξια καί τόν κάνει
«άγοράσιμο»· όλες οί ποιοτικές άνάγκες πού δέ μπορούν νά
γίνουν ποσότητα καί νά άγοραστούν, καταργούνται. Γιαυτό
άκριβώς στά Grundrisse, καί ειδικά στήν άνάλυση τού χρή­
ματος (τής καθαρής ποσότητας), εμφανίζεται τό μοτίβο τής
Αποκάλυψης. Ή άναγωγή τών ποιοτικών άναγκών σέ ποσο­
τικές — όποια εξέλιξη κι όποιο «γενικό» πλούτο κι άν
αντιπροσωπεύει αύτή ή διαδικασία — δημιουργεί έναν άπο-
καλνπτικό κόσμο: «Hli unum consilium habent et virtutem et pote-
statem suam bestiae tradent... Et ne quis posset emere aut vendere,
nisi qui habet characterem aut nomen bestiae, aut numerum nominis
eius » (Grundrisse 148. 889).
Τό χρήμα όμως μπορεί νά κάνει κάτι παραπάνω άπό τό νά
«περιορίζει» τήν ποιότητα, νά κάνει ποσοτικές τις ποιοτικές
άνάγκες καί νά άφήνει νά άτροφήσουν εκείνες πού όέν
μπορούν νά άναχθούν σέ ποσοτικές: ποσοτοποιεί τό μή ποαο-
τοποιήοιμο καί άντιστρέφει τις ποιοτικές άνάγκες στό άντί-
θετό τους. «Αύτό πού μπορώ ν’ άποκτήσω μέ τό χ ρ ή μ α ,
αύτό πού μπορώ νά πληρώσω, δηλαδή αύτό πού μπορεί ν’
άγοράσει τό χρήμα, αύτό είμαι έγώ, ό ίδιος ό κάτοχος τού
χρήματος. Όση είναι ή δύναμη τού χρήματος, άλλη τόση είναι
ή δύναμή μου. Οί ιδιότητες τού χρήματος είναι καί δικές μου
— άφού είμαι κάτοχός του — όπως δικές μου είναι και οί
ουσιαστικές του δυνάμεις. Αύτό πού ε ί μ α ι καί μ π ο ρ ώ
έγώ, δέν καθορίζεται λοιπόν άπό τήν άτομικότητά μον... Έγώ
64

πού μέ τό χρήμα μπορώ ό λ α όσα έπιθυμεϊ ή άνθρώπινη


ψυχή, δέν κατέχω κι όλες τις άνθρώπινες δυνατότητες; Δέ
μετατρέπει λοιπόν τό χρήμα μου όλες μου τις άδυναμΐες στό
άντϊθετό τους;» ( Οικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα
τού 1844, MEW I, σσ. 564-565). Στή μελλοντική κοινωνία, πού
θ»' συμφωνεί μέ τό είδος καθαυτό, ή οϋσϊα τού είδους δέ θά
μπορεί πιά ν’ άποξενωθεί άπό τόν άνθρωπο καί νά πάρει
ποσοτική μορφή. Οί άνθρώπινες άνάγκες καί ικανότητες θά
είναι ποιοτικές, κι αύτό πού είναι ποιοτικό μπορεί ν’ «άνταλ-
λαχτεί» μόνο μέ κάτι ποιοτικό — καί μάλιστα άποκλειστικά μέ
ποιότητα τού ίδιον είδους*. Τότε οί άνάγκες τού άνθρώπου θά
βρίσκονται σέ άμεση ποιοτική σχέση μέ τά άντικείμενα τών
άναγκών. Αύτό θά σημάνει τή θετική κατάργηση τής άτομικής
ιδιοκτησίας καί τή δημιουργία τού κόσμου τής προσωπικής
ιδιοκτησίας (μέ τόν όρο προσωπική ιδιοκτησία έκφράζεται
έδώ ή άμεση σχέση άνάμεσα στις ποιοτικές άνάγκες). «Άν
προϋποθέσεις τόν ά ν θ ρ ω π ο σάν ά ν θ ρ ω π ο καϊ τ ή
σχέση του μέ τόν κόσμο σάν άνθρώπινη, τότε μπορεΐς ν’
ανταλλάξεις τήν άγάπη μόνο μέ άγάπη, τήν έμπιστοσύνη μόνο
μέ έμπιστοσύνη κ.λπ. Ά ν θέλεις ν’ άπολαύσεις τήν τέχνη,
πρέπει νά έχεις καλλιτεχνική καλλιέργεια· άν θές νά έπηρεά-
σεις άλλους άνθρώπους, πρέπει νά είσαι ό ίδιος άνθρωπος
πού έπιδρά έρεθιστικά καί προωθητικά πάνω τους. Κάθε
σχέση σου μέ τόν άνθρωπο — καί μέ τή φύση — πρέπει ν’
άποτελεί μιά κ α θ ο ρ ι σ μ έ ν η έ κ φ ρ α σ η τ ή ς π ρ α γ ­
μ α τ ι κ ή ς ά τ ο μ ι κ ή ς ζωής σου, μιά έκφραση πού ν’
άντιστοιχεί στό άντικείμενό τής θέλησής του» (IBID., σ. 567).
Τό έπαναλαμβάνουμε: Στά Grundrisse ξαναεμφανίζονται
όλα τά θέματα τών Χειρογράφων, άλλά διαφορετικά άξιολο-
γημένα. Ή «ποσοτοποίηση τού μή ποσοτοποιήσιμου» τονί­
ζεται έξίσου καί έδώ, άλλά δίνεται παράλληλα μεγάλη βαρύ­
τητα στήν αποξενωμένη έξέλιξη πού έκφράζεται μέ τήν ποσο­
τοποίηση τών περιορισμένων ποιοτικών άναγκών. «Άφού τ ό
χ ρ ή μ α ε ί ν α ι τό γ ε ν ι κ ό ι σ ο δ ύ ν α μ ο , ή G E ­
N E R A L P O W E R OF P U R C H A S I N G , τότε
τά πάντα μπορούν ν’ άγοραστούν, δηλαδή νά μετατραπούν
σέ χρήμα. Μπορούν όμως νά μετατραπούν σέ χρήμα μόνο άν

* Ό συλλογισμός αυτός είναι χαρακτηριστικός μόνο γιά τά Οικονομικά


καί Φ ιλοσοφικά Χ η ο ό γο α γα .
65

αλλοτριωθούν... Οϊ λεγάμενες ά ν α π α λ λ ο τ ρ ί ω τ ι ; .
α ι ώ ν ι ε ς ιδιοκτησίες... έξαφανίζονται λοιπόν μπροστά στό
χρήμα. Όλα μπορούν ν’ άποκτηθούν μέ ‘ρευστό χρήμα’...
Γιατί όπως τά πάντα άγοράζονται μέ τό χρήμα, έτσι κι όλα
μπορούν ν’ άποκτηθούν μέ τό χρήμα... Όλοι λοιπόν μπορούν
νά οίκειοποιηθούν τά πάντα, κι είναι καθαρά θέμα τύχης τί
μπορεί νά οίκειοποιηθεί τό άτομο καί τί όχι, άφού έξαρτάται
μόνο άπό τό χρήμα πού έχει στήν κατοχή του. Τό άτομο
καθαυτό γίνεται κύριος όλων τών πραγμάτων... Δέν ύπάρχει
τίποτα άνώτερο ή ιερό, άφού τό καθετί μπορεί ν' άποκτηθεί μέ
τό χρήμα» (Grundrisse, σσ. 722-723). Ή άποξένωση τής ού­
σίας τού είδους, ή άναγωγή κάθε ποιότητας σέ ποσότητα ήταν
άναγκαίες γιά νά πραγματοποιηθεί ή «καθαρή» ποιοτική
άνάγκη — δηλαδή όχι ή άνάγκη πού «όημιουργείται άπό τό
φυσικό καταμερισμό τής έργασίας», άλλά ή πραγματικά άτο-
μική άνάγκη, έστω καί σάν δυνατότητα.

3. Ή πιό σημαντική μορφή έκφρασης τής έξαθλίωσης τών


άναγκών (καί τών ικανοτήτων) είναι ή άναγωγή ή όμοιογε-
νοποίηση τών άναγκών. Καί οί δύο είναι έξίσου χαρακτη­
ριστικές — άν καί όχι μέ τόν ίδιο τρόπο — καί γιά τις
κυρίαρχες τάξεις καί γιά τήν έργατική.
Κάθε άνάγκη άνάγεται στήν άνάγκη τού έχειν καί αύτή
άκριβώς όμοιογενοποιεί όλες τις άνάγκες. Γιά τις κυρίαρχες
τάξεις τό έχειν αύτό είναι πραγματική κατοχή, είναι ή άνάγκη
πού άποβλέπει στήν ολοένα καί μεγαλύτερη ποσότητα άτομι-
κής ιδιοκτησίας καί χρήματος. Γιά τόν έργάτη όμως ή άνάγκη
τού έχειν άφορά μόνο τήν άπλή συντήρησή του: ό έργάτης ζεί
γιά νά μπορεί νά συντηρηθεί. «Στή θέση ό λ ω ν τών φυσικών
καί πνευματικών αισθήσεων μπαίνει λοιπόν ή άπλή άποξέ­
νωση ό λ ω ν αύτών τών αισθήσεων, ή αίσθηση τού έ χ ε ι ν
...» (Οικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τού 1844,
MEW I, σ. 540). « Ετσι όλες οί έπιθυμίες καί όλες οί δραστη­
ριότητες καταλήγουν στήν π λ ε ο ν ε ξ ί α τού χρήματος. Ό
έργάτης πρέπει νά έχει μόνο τόσα, όσα τού φτάνουν γιά νά
θέλει νά ζεί καί μπορεί νά ζεί μόνο γιά νά έχει» (IBID., σ.
550). Καί ό Μάρξ συνοψίζει τήν άναγωγή καί τήν όμοιογενο-
ποίηση τών άναγκών στόν καπιταλισμό μέ τόν έξής τρόπο:
66

«Όοο λιγότερος ε ί σ α ι . . . τόσα περισσότερα έ χ ε ι ς . . . »


(IBID., σ. 549)*. Καί υπαινίσσεται αύτή τήν αναγωγή διαπι­
στώνοντας ότι ό έργάτης είναι «ένα πλάσμα δίχως άνάγκες»
(Ο ικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα). Ό έργάτης πρέ­
πει νά στερηθεί κάθε άνάγκη, γιά νά μπορέσει νά διατηρήσει
καί νά ικανοποιήσει τή μοναδική, δηλαδή τήν άνάγκη νά
ζήσει. «Καί είσαι άναγκασμένος νά στερηθείς όχι μόνο τις
άμεσες αισθήσεις σου, όπως τό φαγητό κ.λπ., άλλά καί τή
συμμετοχή σου στά κοινά, τή συμπάθεια, τήν έμπιστοσύνη
κ.λπ....» (IBID., σ. 550). Μόνο ένα πράγμα δέν μπορεί νά
στερηθεί ό έργάτης — τήν έργατική του δύναμη. Ωστόσο καί
ή έφαρμογή τής έργατικής δύναμης (ή έργασία) είναι κι αύτή
μιά «άναγωγική διαδικασία» κάτω άπό τις καπιταλιστικές
συνθήκες. Ή έκτέλεση τής έργασίας, καθαυτή, δέν άποτελεί
άνάγκη τού έργάτη. Μέ τόν καταμερισμό τής έργασίας περιο­
ρίζεται ή «άνώτερη παράγωγική δύναμη» (Grundrisse, σ. 325).
Έτσι κλείνει ή διαδικασία τής άναγωγής καί τής όμοιογε-
νοποΐησης τών άναγκών.
Κλείνει όμως πραγματικά; Άναφέραμε ήδη ένα άπό τά
σημαντικότερα παράδοξα τής θεωρίας τού Μάρξ καί θά
ξαναγυρίσουμε σ’ αύτό: ότι δηλαδή άπό τή μιά μεριά ή
καπιταλιστική κοινωνία άνάγει στό «έχειν» καί εξισώνει μέ
τήν «άπληστία τού χρήματος» τό σύστημα τών άναγκών τόσο
γιά τήν άρχουσα τάξη όσο καί γιά τήν έργατική (άν καί μέ
διαφορετικό τρόπο)· άπό τήν άλλη μεριά γεννάει «ριζικές
άνάγκες» πού, άντιτιθέμενες στό σύστημα τών ήδη ύπαρ-
χουσών άναγκών, τό ξεπερνούν. Οί «φορείς» τών «ριζικών
άναγκών» έχουν προορισμό τους τήν άνατροπή τού καπιτα­
λισμού. Όπως λέει ό Μάρξ στά Χειρόγραφα, «Τό άνθρώπινο
πλάσμα πρέπει νά ξεπέσει σ’ αύτή τήν άπόλυτη φτώχια γιά νά
μπορέσει νά γεννήσει τόν έσωτερικό του πλούτο» (MEW I, σ.
540).

* Ή σκέψη αύτή δέν είναι τίποτα καινούργιο. Ό μ ο ια διατυπωμένη τή


βρίσκουμε καί στόν Ρουσώ (Noyvelle Heloise) καί στόν Γκαίτε (Wilhelm
Meisters Lehrjahre). Έ πειδή ό Μάρξ γνώριζε πολύ καλά τά έργα αύτά, τό
πιθανότερο είναι π ώ ; δέν πήρε αύτή τή σκέψη από τό έργο τού X i;, ιστίο κι
άν τόν μνημονεύει όταν χρησιμοποιεί αύτή τήν κατηγορία.
67

4. Τό «συμφέρον» όέν είναι γιά τόν Μάρξ μιά γενικά


κοινωνικοφιλοσοφική κατηγορία. Τό συμφέρον σάν κίνητρο
τής άτομικής δράσης δέν είναι παρά ή έκφραση τής άναγωγής
τών άναγκών σέ πλεονεξία: στή φιλοσοφική γενίκευση τής
έννοιας τού συμφέροντος άντανακλάται ή «άποψη τής άστικής
κοινωνίας». Οργανικό στοιχείο καί χαρακτηριστικό γνώ­
ρισμα τής κατάργησης τής άποξένωσης είναι άκριβώς ή έξα-
φάνιση τού «συμφέροντος» σάν κινήτρου. «Γιαυτό ή άνάγκη ή
ή άπόλαυση έχουν χάσει τήν έ γ ω ι σ τ ι κ ή τους φύση καί ή
φύση έχει χάσει τήν άπλή χ ρ η σ ι μ ό τ η τ ά της άπό τή
στιγμή πού τό όφελος έγινε ά ν θ ρ ώ π ι ν ο όφελος» (Οικο­
νομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τον 1844, σ. 540).
Πρέπει έδώ νά κάνουμε όμως μιά παρατήρηση. Αντίθετα
άπ’ τόν Μάρξ τών Χειρογράφων, ό ώριμος Μάρξ ξεχωρίζει
αύστηρά τις κατηγορίες όφελος καί σνμφέρον*.
Δέν πρέπει έπίσης νά ξεχνάμε ότι περιγράφει, ή μάλλον
έξηγεί, τήν έννοια τής χρηστικής άξίας μέ τό «όφελος». Άπό
τά Grundrisse στό Κεφάλαιο καί μετά στις σημειώσεις στόν
Βάγκνερ (1881), ή έννοια τού οφέλους έμφανίζεται πάντα
θετικά τονισμένη. Τό όφελος καί ή ώφελιμότητα στά έργα τού
ώριμου Μάρξ δέν είναι παρά ιδιότητες τών «άγαθών»
(άφού κρατάει τή φυσιοκρατική άντίληψη) ή μιά άξιακά
προσανατολισμένη κατηγορία όσο άφορά τά άντικεϊμενα τής
άνθρώπινης δραστηριότητας καί άπόλαυσης (στή μή φυσιο­
κρατική άντίληψη). Κατά τή γνώμη μας ή διάκριση πού κάνει
ό ώριμος Μάρξ έχει τρομαχτική σημασία. Έπειδή δέν είναι
έδώ δυνατό νά προχωρήσουμε στήν άνάλυση τού προβλή­
ματος, θά δούμε μόνο τήν έξέλιξη αυτής τής έννοιας μέσα στήν
ιστορία τής φιλοσοφίας*.
Ή έννοια τής ώφελιμότητας έπαιζε σημαντικό ρόλο ήδη
άπό τήν άρχαιότητα (ό Αριστοτέλης π.χ. λέει ότι είναι καλό
αύτό πού είναι ώφέλιμο γιά τόν άνθρωπο). Τή σημαντική αύτή
θέση της τή διατήρησε καί στό μεσαιωνικό στοχασμό. Άντί-

* Στό Μ ανιφέστο τού Κομμουνιστικοί'· Κόμματος δέν εξισώνεται μέ τή


σχέση συμφέροντος ή ώφέλεια. άλλά ό υποβιβασμός σέ μιά ώφελιμιστική
σχέση.
* Μιά διεξοδική άνάλυση τού ζεύγους κατηγοριών ώφί/.ιμο - έπιζήμιο ιό;
δευτερευουσών κατηγοριών άξίας. βλέπε στή μελέτη μου Υ πόθεση γιά μιά
Μ αρξιστική θεω ρία τής Αξία:.

Onu. ούτε ή αρχαία ούτε ή μεσαιωνική φιλοσοφία γνώριζαν


τήν κατηγορία τού συμφέροντος*. Μόνο ή αστική φιλοσοφία
έδωσε στις κατηγορίες τού συμφέροντος (ατομικού καί γε­
νικού) μεγάλη σημασία, πού μεγάλωνε όσο περισσότερο «ανα­
πτυσσόταν » ή άστική κοινωνία. Ή «Θεωρία τού συμφέ­
ροντος» φτάνει στό άποκορύφωμά της μέ τό γαλλικό διαφω­
τισμό καί τόν Χέγκελ. Ή «Θεωρία τής ώφελιμότητας» τής
άστικής φιλοσοφίας είναι στήν πραγματικότητα μιά «Θεωρία
τού συμφέροντος» — οί κατηγορίες τού οφέλους καί τού
συμφέροντος γίνονται συνώνυμες. Έτσι οί κριτικοί τού καπι­
ταλισμού δέν ήταν δυνατό ν’ άποδεσμευτούν, καί πολύ λιγό-
τερο ν’ άντιπαραθέσουν τήν άξιακή θεωρία τού «citoyen» στήν
άξιακή θεωρία τού «bourgeois». Ό Μάρξ, άντίθετα, δείχνει
τήν τρομαχτική του εύφυία, άλλάζοντας μέ μιά καί μοναδική
κίνηση όχι μόνο τή λύση άλλά καί ολόκληρη τή διατύπωση τού
προβλήματος. Απαντώντας σ’ ένα γράμμα τού Ένγκελς, πού
ύποστήριζε τήν ύπαρξη ένός «ορθολογικού πυρήνα» στή «θε­
ωρία τού έγωισμού» τού Στίρνερ, ό Μάρξ άπορίπτει άπερί-
φραστα αύτή τή θέση — κι αύτή τήν άπόριψη τή βρίσκουμε
άργότερα στήν κριτική γιά τόν Στίρνερ άλλά καί στά Grun­
drisse*.
Μαζί μέ τήν όντολογική - γενική χρήση τής έννοιας του
συμφέροντος, ό Μάρξ άπορίπτει καί τό λεγόμενο «άτομικό»
συμφέρον καί τις κατηγορίες τού γενικού ή πανκοινωνικον
συμφέροντος καθώς κι όλες τις έννοιες πού χρησιμοποιούνται
μέ άνάλογη σημασία. Ά ν καί κάποιες φορές στή Γερμανική
Ιδεολογία κι άκόμα καί στά Grundrisse ή πολεμική του είναι
άκόμα άνοιχτή, άργότερα ό Μάρξ έκφράζει τήν άπόριψή του
χρησιμοποιώντας πιά σπάνια αύτή τήν κατηγορία. Πρέπει νά
σημειωθεί ιδιαίτερα ότι ό Μάρξ χρησιμοποιεί έξίσου σπάνια
καί τήν κατηγορία τού ταξικού συμφέροντος. Μάταια θ’ άνα-
ζητήσει κανείς τήν έννοια τού «ταξικού συμφέροντος» σέ έργα

* Στό 6ι(ίλίο μοι· γιά τόν 'Αριστοτέλη, τό αποδίδω έσφαλμέ'να στή «στε-
νοκεφαλιά» τή : α ρ χα ία ; κοινωνίας.
* Έ δώ πρέπει νά παρατηρήσουμε πώ ; αύτή ή διαφορά αντιλήψεων άνά­
μεσα στόν Μάρξ καί τόν Ένγκελς εκφράζεται καί στή μεταγενέστερη «τύχη»
αύτής τής κατηγορία;. Ό Ένγκελς ορκίστηκε ν' αντικαταστήσει τήν κατη­
γορία τού «ατομικοί· συμφέροντος» μέ τή γενική κατηγορία τού «ταξικού
συμφέροντος». Ό Μάρξ όμως. όπως θά δούμε, προχώρησε πολύ πιό πέρα.
όπως τά Grundrisse, τό Κεφάλαιο, ή οί Θεωρίες γιά τήν Υπε­
ραξία: ή έννοια αύτή δέν έμφανίζεται ούτε μιά φορά καί ποτέ
δέ χρησιμοποιείται σέ σχέση μέ τήν ταξική πάλη. Αύτό βέβαια
δέ σημαίνει ότι δέν υπάρχει γιά τόν Μάρξ ταξικό συμφέρον
άλλά ότι πιστεύει πώς πρόκειται γιά ένα στοιχείο πού μπορεί
νά έρμηνευτεί μόνο στό πλαίσιο τής φετιχιστικής πραγματικό­
τητας τού καπιταλισμού, ή καλύτερα πώς καί τό ίδιο έχει
φετιχιστικό χαρακτήρα. Γιαυτό τό «ταξικό συμφέρον» δέν
μπορεί νά γίνει κίνητρο στήν ταξική πάλη πού ξεπερνάει τήν
καπιταλιστική κοινωνία: τό πραγματικό καί μή φετιχοποιη-
μένο κίνητρο άντιπροσωπεύεται άπό τις ριζικές άνάγκες τής
έργατικής τάξης. Μόνο ό Ένγκελς (στό Αντί-Ντύρινγκ) υπέ­
δειξε τό ταξικό συμφέρον σάν ένα άπό τά κίνητρα τής πάλης
τών τάξεων. Γιά νά είμαστε όμως δίκαιοι, πρέπει νά προσθέ­
σουμε ότι αύτό δέ λέγεται καθοριστικά καί άναμφίβολα, όπως
γίνεται σέ κατοπινές μαρξιστικές άναλύσεις (μέχρι τήν έποχή
τής Δεύτερης Διεθνούς, καί κυρίως άπό τόν Κάουτσκι).
Ουσιαστικά ή δυαδικότητα άτομικού καί «γενικού» ή καί
«ταξικού» συμφέροντος δέν είναι γιά τόν Μάρξ τίποτ’ άλλο
παρά ή έκφραση τού γεγονότος ότι ό άνθρωπος τής άστικής
κοινωνίας έχει άποσυντεθεί σέ «bourgeois» καί -citoyen*. Τό
άτομικό συμφέρον είναι τό γενικά παραδεκτό κίνητρο τού
bourgeois, ένώ τό γενικό συμφέρον είναι κίνητρο τού citoyen.
Καί τά δύο είναι άποξενωμένα κίνητρα, καί μάλιστα στό
«γενικό συμφέρον» ή άποξένωση είναι διπλή γιατί άποξενώ-
νεται άπό τό άτομο καί τό «άτομικό συμφέρον».
'Ας δούμε τώρα τά πιό σημαντικά άποσπάσματα όπου έξε-
τάζονται αύτές οί κατηγορίες.
Στήν Α γία Οικογένεια, μιλώντας γιά τή «διακήρυξη τών
δικαιωμάτων τού άνθρώπου» ό Μάρξ γράφει: «... όπως τό
άρχαΐο κράτος είχε φυσική του βάση τή δουλεία έτσι καί τό
σ ύ γ χ ρ ο ν ο κ ρ ά τ ο ς έχει φυσική του βάση τήν άστική
κοινωνία, τόν άνθρωπο τής άστικής κοινωνίας, δηλαδή τόν
άνεξάρτητο άνθρωπο, πού ένώνεται μέ τόν άλλο άνθρωπο
μόνο μέ τό δεσμό τού άτομικού συμφέροντος καί τής ά σ υ -
ν ε ί δ η τ η ς φυσικής άναγκαιότητας, τό σκλάβο τής βιοπορι­
στικής έργασίας, τό σκλάβο καί τού δικού του έ γ ω ι σ τ ι -
κ ο ϋ συμφέροντος καί τού ξένου. Τό σύγχρονο κράτος άνα-
γνωρίζει γιά φυσική του βάση τά γενικά δ ι κ α ι ώ μ α τ α τού
ά ν θ ρ ώ π ο υ » (MEW 2, σ. 120) Στό άπόσπασμα αύτό
70

ςαναεμφανίζεται μιά ιδέα τών Χειρογράφων, άλλά αύτή τή


φορά περισσότερο συγκεκριμένα. Τό «άτομικό συμφέρον» δέν
είναι άλλο άπό τή λεγάμενη πλεονεξία, είναι άποτέλεσμα τής
«άναγωγής» τών άναγκών. Εκφράσεις όπως «φυσική άνα-
γκαιότητα», «φυσική βάση» καί «δούλος», δέν άποκτούν
συμπτωματικά τόν καθοριστικό ρόλο, δέν είναι κατάλοιπα
κάποιου φοϋερμπαχισμού· τό σύνολο αύτών τών προβλη­
μάτων είναι καί παραμένει βασική ιδέα γιά τόν Μάρξ. Ή
άστική κοινωνία, ή πρώτη «καθαρή κοινωνία», λειτουργεί
ούσιαστικά μέσα στις καθαρές κοινωνικές σχέσεις σάν «ψευ-
δο-φύση», γιατί κυβερνιέται άπό τήν άναγκαιότητα σάν οικο­
νομικό καταναγκασμό. Ό άνθρωπος πού έχει γίνει δούλος
τών άτομικών του συμφερόντων, δούλος τού δικού του έγωι-
σμού καί τού έγωισμού τών άλλων, είναι ένα ψευδο-φυσικό όν
γιατί ή φιλαυτία του έχει καταναγκαστικό χαρακτήρα καί
λειτουργεί σάν ψευδο-ένστικτο: ό άνθρωπος είναι άναγκα-
σμένος νά λειτουργήσει σύμφωνα μ’ αύτό τό ένστικτο γιατί
άλλιώτικα θά έξαφανιστεί. «Έτσι ή φ υ σ ι κ ή ά ν α γ κ α ι ­
ότητα, οίάνθρώπινες ούσιαστικές ι δι ότη­
τ ε ς , όσο άποξενωμένες κι άν έμφανίζονται άποτελούν μαζί
μέτό σ υ μ φ έ ρ ο ν τούς δεσμούς πού συνδέουν τά μέλη τής
άστικής κοινωνίας- ό πραγματικός τους σύνδεσμος είναι ή
ά σ τ ι κ ή κ ι ό χ ι ή π ο λ ι τ ι κ ή ζωή» (IBID., σ. 128).
Στή Γερμανική Ιδεολογία (στήν πολεμική του γιά τόν Στίρ-
νερ), ό Μάρξ έξετάζει μέ θαυμαστή πυκνότητα καί συνοχή τή
διπλή άποξένωση τού «γενικού συμφέροντος» (καί τού «ταξι­
κού συμφέροντος»). Γιά τό λόγο αύτό θά παραθέσουμε έδώ
κάπως έκτενέστερα μερικά σχετικά άποσπάσματα. «Πώς γίνε­
ται καί τά προσωπικά συμφέροντα, σέ πείσμα τών προσώπων,
έξελίσσονται πάντα σέ ταξικά συμφέροντα, σέ κοινοτικά συμ­
φέροντα πού γίνονται άνεξάρτητα άπό τά μεμονωμένα πρό­
σωπα καί μ’ αύτή τους τήν άνεξαρτησία παίρνουν τή μορφή
γ ε ν ι κ ώ ν συμφερόντων, καί πώς σάν τέτοια έρχονται σέ
σύγκρουση μέ τά πραγματικά άτομα καί σ’ αύτή τή σύγκρουση
— πού τήν καθορίζουν σάν γ ε ν ι κ ά συμφέροντα — παρου­
σιάζονται άπό τή συνείδηση σάν ι δ α ν ι κ ά συμφέροντα,
άκόμα καί σάν θρησκευτικά καί ιερά; Πώς γίνεται καί μέσα σ’
αύτή τήν αυτονόμηση τών προσωπικών συμφερόντων σέ τα­
ξικά συμφέροντα ή προσωπική συμπεριφορά τού άτόμου
άντικειμενοποιείται καί άποξενώνεται, καί ταυτόχρονα ύπάρ-
71

χει χωρίς αύτό, σάν όύναμη ανεξάρτητη άπ’ αύτό καί γεννη­
μένη άπό τις σχέσεις, πώς μεταμορφώνεται σέ κοινωνικές
σχέσεις, σέ μιά σειρά άπό δυνάμεις πού τό καθορίζουν, τό
υποτάσσουν καί έμφανίζονται έτσι σάν ‘θείες’ δυνάμεις; Είχε
καταλάβει ποτέ ό Sancho ότι μέσα σέ ορισμένους τ ρ ό π ο υ ς
π α ρ α γ ω γ ή ς , πού φυσικά δέν έξαρτιόνται άπό τή θέληση,
μπαίνουν πάνω άπό τόν άνθρωπο πρακτικές δυνάμεις πού
είναι ξένες, όχι μόνο άπό μεμονωμένα άτομα άλλά καί άπό
όλους τούς άνθρώπους;... (Ό Στίρνερ) δέ θά ’φτάνε στήν —
άντάξιά του — ήλιθιότητα, νά έξηγήσει τή διαφωνία άνάμεσα
στά προσωπικά καί στά γενικά συμφέροντα λέγοντας ότι οί
άνθρωποι φαντάζονται αύτή τή διαφωνία κ α ί μέ θρησκευ­
τική μορφή, καί τή θ ε ω ρ ο ύ ν μέ τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο,
πράγμα όμως πού ίσοδυναμεί μέ φανταστική άντίληψη»
(MEW 3, σσ. 227-228· ή άπλή ύπογράμμιση δική μου).
Οί κύριες παρατηρήσεις πού μπορούμε νά έπισημάνουμε
καί σ’ αύτό καί σέ άλλα άποσπάσματα (IBID., σ. 230) είναι: α)
Τό «γενικό», τό «ταξικό συμφέρον», δέν ύπάρχει μόνο στή
φαντασία τών άνθρώπων σάν ιδανικός άντίποδας τών προσω­
πικών τους συμφερόντων. Είναι κατηγορίες κοινωνικών δο­
μών πού κυβερνιούνται άπό κ ο ι ν ω ν ι κ έ ς δ υ ν ά μ ε ι ς
άνεξάρτητες άπό τόν άνθρωπο, πού άποκτούν δική τους ισχύ
άντίθετα στή θέληση τού μεμονωμένου άτόμου. Στήν ύπαρξη
τών «γενικών συμφερόντων» άντανακλάται λοιπον ή φ ε τ ι -
χ ο π ο ί η σ η τών κοινωνικών σχέσεων (διαδικασία πού φτά­
νει στό άποκορύφωμά της στήν καθαρά «έμπορευματοπαρα-
γωγική» κοινωνία, δηλαδή τόν καπιταλισμό), β) Τό προσ<ο-
πικό καί τό γενικό ή ταξικό συμφέρον είναι συσχετισμένα, γ)
Όποιο «συμφέρον» κι άν διαλέξει κανείς — είτε θεωρητικά
είτε πρακτικά — παραμένει μέσα στήν έμπορευματοπαραγω-
γική (καπιταλιστική) κοινωνία, δηλαδή άποδέχεται τό φετι-
χιστικό της χαρακτήρα.
«... οί κομμουνιστές δέν υπερασπίζονται τόν έγωισμό άπέ-
ναντι στήν αυταπάρνηση ούτε τήν αύταπάρνηση άπέναντι
στόν έγωισμό... Οί θεωρητικοί κομμουνιστές, οί μόνοι πού
έχουν τόν καιρό ν’ άσχοληθούν μέ τήν ιστορία, ξεχωρίζουν
άπ’ αύτό άκριβώς, ότι δηλαδή μόνοι αύτοί ά ν α κ ά λ υ ψ α ν
μέσα σ’ ολόκληρη τήν ιστορία πώς τό γενικό συμφέρον δημι-
ουργείται άπό άτομα πού ορίζονται σάν ‘μεμονωμένοι άνθρω­
ποι’. Αύτοί ξέρουν πώς ή άντίθεση είναι μόνο φ α ι ν ο -
72

μ ε ν ι κ ή γιατί ή μία πλευρά, πού λέγεται ‘γενική’, παράγεται


διαρκώς άπό τήν άλλη, δηλαδή τό άτομικό συμφέρον, καί
επομένως δέν τού εναντιώνεται ποτέ σάν αύτόνομη δύναμη·
έτσι λοιπόν στήν πράξη αύτή ή άντίθεση καταργείται καί
άναπαράγεται διαρκώς» (IBID., σ. 229).
Τά άποσπάσματα πού παραθέσαμε δείχνουν σαφέστατα ότι
οί κομμουνιστές δέν επικαλούνται κανενός είδους «γενικά
συμφέροντα» καί επομένως ούτε καί τό ταξικό συμφέρον. Δέν
μπορούν λοιπόν νά τό θεωρήσουν κίνητρο τής ταξικής πάλης
πού ξεπερνάει τόν καπιταλισμό, γιατί ή άναφορά σ’ αύτό τό
κίνητρο σημαίνει ότι μένουν στάσιμοι μέσα στόν κόσμο τον
καπιταλισμού. Ή άναφορά στά συμφέροντα τής έργατικής
τάξης είναι λοιπόν δυνατή μόνο σέ ταξικούς άγώνες πού δέν
ξεπερνούν τά όρια τού καπιταλισμού. Στήν περίπτωση αύτή
όμως ή άναφορά είναι ρεαλιστική, γιατί άναφέρεται σέ μιά
κατηγορία τού είναι (τό φετιχιστικό συσχετισμό τού προσω­
πικού συμφέροντος). Δέν πρέπει λοιπόν νά παραξενευόμαστε
πού στήν εποχή τής Δεύτερης Διεθνούς ήταν τόσο γενική ή
άναφορά στό ταξικό συμφέρον χωρίς νά έχει καμιά σχέση μέ
τό πνεύμα τού Μάρξ. Ένα κίνημα πού περιορίζεται νά δώσει
ένα πρόγραμμα άνάλογο μέ τά έγωιστικά συμφέροντα τού
μεμονωμένου έργάτη (καί πάνω άπ’ όλα ό άγώνας γιά τούς
μισθούς πού άνοίγει γιά κάθε έργάτη τήν προοπτική ένός
μεγαλύτερου ύλικού πλούτου) έπικαλείται δικαιολογημένα
καί ρεαλιστικά τό «ταξικό συμφέρον».
Είναι άμφίβολο άν ό Μάρξ παράλλαξε κάπως τή θέση αύτή
στά μεταγενέστερα έργα του. Όπως είπαμε, οί κατηγορίες τού
«γενικού» ή «κοινωνικού» συμφέροντος καθώς καί ή άννοια
«ταξικό συμφέρον» πολύ σπάνια άναφέρονται στά επιστημο­
νικά του έργα. Ά ς δούμε λοιπόν τά σημεία όπου ύπάρχουν
καί άς αναλύσουμε τό νόημά τους.
Στά Grundrisse (αναλύοντας τήν έμπορευματική άνταλλαγή)*
ό Μάρξ λέει: «... ότι ή άμοιβαιότητα, χάρη στήν όποια ό
καθένας γίνεται συνάμα μέσο καί σκοπός, καί μάλιστα πετυ­

* Ό συλλογισμός δείχνει πόσο οί διάφορες μορφές τής άποξένωσης τών


άναγκών άποτελούν μόνο διαφορετικά σημεία μιάς καί τής αύτής διαδι­
κασίας, έστω κι άν τις πραγματευόμαστε χωριστά γιά νά κάνουμε σαφέστερη
τήν άνάλυση. Στό άπόσπασμα αύτό ό Μάρξ βλέπει τήν άποξένωση τών
συμφερόντων (δηλαδή τήν ίδια τή σχέση συμφερόντων) σάν μορφή τής άπο­
ξένωσης μέσου - σκοπού.
73

χαίνει τό σκοπό του μόνο όταν γίνει μέσο, καί γίνεται μέσο
μόνο στό βαθμό πού κάνει σκοπό τόν έαυτό του, ότι ό καθένας
λοιπόν κάνει τόν έαυτό του Είναι γιά τόν άλλο στό βαθμό πού
κι ό ίδιος είναι Είναι γιά τόν έαυτό του — αύτή ή άμοιβαιό-
τητα είναι ένα άναγκαίο γεγονός πού άποτελεί φυσική προϋ­
πόθεση τής άνταλλαγής, άλλά σάν τέτοια είναι άδιάφορη καί
στά δυό υποκείμενα πού άνταλλάσσουν καί γιά τό καθένα
τους έχει κάποιο ένδιαφέρον μόνο στό βαθμό ποϋ τού ικανο­
ποιεί τό συμφέρον του άποκλείοντας τό συμφέρον τού άλλου,
χωρίς καμιά σχέση μαζί του. Αύτό σημαίνει ότι τό κοινό
δύο πλευρές, άλλά σάν τέτοιο δέν άποτελεί κίνητρο...» (Grund­
risse, σσ. 155-156). Καί συνοψίζοντας τό πρόβλημα ό Μάρξ
συμπεραίνει: «Τό γενικό συμφέρον είναι άκριβώς ή γενικό­
τητα τών έγωιστικών συμφερόντων» (IBID., σ. 156)*.
Ή διαφορά πού μπορει νά ύπάρχει άνάμεσα στά έπιχειρή-
ματα τής Γΐρμανικής Ιδεολογίας καί σ’ αύτό τό άπόσπασμα
άπό τά Grundrisse, δέν είναι τέτοια πού ν’ άφορά τήν ούσία
τού προβλήματος πού έξετάζουμε έδώ. Ή διαφορά βρίσκεται
βασικά στό ότι στή Γερμανική Ιδεολογία τό πρόβλημα έξετά-
ζεται σ’ ένα πλατύτερο φάσμα — δηλαδή στις διάφορες
μορφές τού «γενικού συμφέροντος», ή άκόμα καί στις μορφές
στις όποιες τό «γενικό συμφέρον» μπορεί νά είναι τό κίνητρο,
έστω καί αποξενωμένο (κι αύτό άκριβώς χαρακτηρίζει π.χ.
τόν citoyen). Τό έργο αύτό δέν έξετάζει λοιπόν μόνο τά οικο­
νομικά συμφέροντα (σάν γενικά συμφέροντα), άλλά κάθε
είδους «γενικευμένα» συμφέροντα, όπως π.χ. τά πολιτικά, τά
κρατικά κ.ά. Έφόσον στά άποσπάσματα πού παραθέσαμε άπό
τά Grundrisse άναλύεται ή έμπορευματική άνταλλαγή, είναι
αύτονόητο ότι πρέπει νά περιορίσουμε καί τήν άνάλυση τού
«γενικού συμφέροντος» στό οικονομικό συμφέρον.
Μπορεί ώστόσο εύκολα νά δει κανείς ότι ή διαφορά αύτή
δέν έχει καμιά σημασία άπό τή δική μας σκοπιά. Καί στά
Grundrisse τό «γενικό συμφέρον» παρουσιάζεται σάν διπλά
άποξενωμένο συμφέρον. Ό κόσμος τής έμπορευματικής ά­
νταλλαγής είναι ό κόσμος τής καθολικότητας τού έγωισμού:
τού προσωπικού συμφέροντος. Τά ύποκείμενα τής άνταλλαγής
άδιαφορονν τό ένα γιά τό άλλο, σχετίζονται μόνο όσο άφορά
τήν υλοποίηση τών προσωπικών τους συμφερόντων· όσο γιά

* Τό ίόιο βρίσκουμε καί στά Χπρόνραψα τον 1857-58 (Grundrisse. 912).


74

τήν άνάγκη γιά τόν άλλο άνθρωπο (πού όπως ξέρουμε ό Μάρξ
τή θεωρεί τήν άνώτερη, τήν «πιό ανθρώπινη» άνάγκη) ή
άναγωγή είναι ολοκληρωτική. Τά «γενικά» συμφέροντα απο­
κτούν τή μεγαλύτερη άξια πίσω άπ’ τήν πλάτη έκείνων πού
είναι ήδη παραδομένοι στόν έγωισμό. Μ’ αύτή τήν έννοια
λοιπόν τό γενικό συμφέρον δέν είναι παρά ό περιορισμός τών
συμφερόντων ένός άνθρώπου άπό τά συμφέροντα τού άλλου,
μία διάρθρωση πού ό Χέγκελ τή χαρακτηρίζει «πνευματικό
βασίλειο τών ζώων» στή Φαινομενολογία τού Πνεύματος. Μ’
αυτήν άκριβώς τήν έννοια τό «γενικό συμφέρον» είναι μιά
αποξενωμένη δύναμη πού δημιουργείται σάν άποτέλεσμα τής
πάλης τών ιδιωτικών συμφερόντων καί διαπερνάει τούς σκο­
πούς καί τις έπιδιώξεις τών μεμονωμένων άνθρώπων. Είναι ή
δύναμη έκείνη γιά τήν όποια γράφει ό Μάρξ στή Γερμανική
Ιδεολογία ότι άποτελεί τήν καθοριστική δύναμη όλων τών
«γενικών» καί άποξενωμένων συμφερόντων καί τό κλειδί τών
άνθρώπινων κινήτρων.
Ά ς δούμε τώρα τό κρίσιμο σημείο, τήν έννοια τού «ταξικού
συμφέροντος». Στό έργο Μισθωτή Έργασία καί Κεφάλαιο (τό
μοναδικό έργο στό όποιο ό Μάρξ χρησιμοποιεί τήν κατηγορία
τού συμφέροντος, καί κεί πάλι μόνο σέ δύο σημεία) βρίσκουμε
δύο κομμάτια ύπογραμμισμένα άπό τόν ίδιο: « Ό τ α ν λ έ ­
με ό τ ι τ ά σ υ μ φ έ ρ ο ν τ α τ ο ύ κ ε φ α λ α ί ο υ κ α ί
τά σ υ μ φ έ ρ ο ν τ α τών έ ρ γ α τ ών ε ί ν α ι τά ί ­
δ ι α , σ η μ α ί ν ε ι μόν ο π ώς τό κ ε φ ά λ α ι ο καί ή
μ ι σ θ ω τ ή έ ρ γ α σ ί α ε ί ν α ι οί δ ύ ο π λ ε υ ρ έ ς
μ ι άς καί τής α ύ τ ή ς σχ έ σ ης . Ή μι ά π ρ ο ϋ ­
π ο θ έ τ ε ι τήν άλλη, ό π ως ό τ ο κ ο γ λ ύ φ ο ς καί
ό σ π ά τ α λ ο ς π ρ ο ϋ π ο θ έ τ ο υ ν ό ένας τόν ά λ ­
λ ο » (MEW 6, σ. 411), καί: «Βλέπουμε λοιπόν πώς κι άν
άκόμα μείνουμε μ έ σ α σ τ ή σ χ έ σ η κ ε φ α λ α ί ο υ κ α ί
μ ι σ θ ω τ ή ς έ ρ γ α σ ί α ς , τά σ υ μ φ έ ρ ο ν τ α τού
κ ε φ α λ α ί ο υ καί τά σ υ μ φ έ ρ ο ν τ α τής μ ι σ θ ω ­
τής έ ρ γ α σ ί α ς εί ναι δ ι α μ ε τ ρ ι κ ά ά ντ ί θ ε τ α »
(IBID., σ. 415).
Τό πρόβλημα έδώ τίθεται κυρίως άπό τή σκοπιά τού άγώνα
γιά τούς μισθούς, μιά μορφή ταξικής πάλης πού μπορεί νά
έρμηνευτεί μόνο μέσα στήν καπιταλιστική κοινωνία. («Κι άν
άκόμα μείνουμε μέσα στή σχέση κεφαλαίου καί μισθωτής
έονασίας» ό περιορισμός είναι περιττός γιατί ένας άγώνας γιά
75

τούς μισθούς είναι — τουλάχιστο γιά τόν Μάρξ — νοητός


μόνο μέσα στή σχέση μισθωτής έργασίας καί κεφαλαίου). Οί
σχέσεις, στή βάση τών όποιων δίνεται ό άγώνας άνάμεσα στή
«μισθωτή έργασία» καί τό «κεφάλαιο», είναι φετιχιστικές
σχέσεις· μέσα τους ή χρήση τής κατηγορίας «συμφέρον» (πού
είναι, όπως ξέρουμε, άντικειμενική κατηγορία) μπορεί νά
έρμηνευτεί έντελώς ορθολογικά, σύμφωνα μέ τό νόημα τής
έννοιας «ταξικό συμφέρον», πού καθορίστηκε στή Γερμανική
Ιδεολογία. Πρέπει νά προσθέσουμε ότι ή έννοια αύτή μπορεί
νά έρμηνευτεί ορθολογικά μόνο μ’ αύτό τό νόημα. Έπειτα ό
Μάρξ όέν μίλησε γιά τά «συμφέροντα τής έργατικής τάξης»
άλλά γιά τά συμφέροντα τής μισθωτής έργασίας: γιά τά
συμφέροντα πού γεννιούνται άπό τό γεγονός τής έκμετάλ-
λευσης καί άπό τήν πραγματικότητα μιάς συγκεκριμένης μορ­
φής έκμετάλλευσης. Σ’ αύτή τή σχέση ή έργατική τάξη άνά-
γεται στήν άμεση σχέση της μέ τό κεφάλαιο, στή σχέση έκείνη
όπου τό κεφάλαιο καί ή μισθωτή έργασία είναι «δύο πλευρές
μιάς καί τής αύτής σχέσης». Πρόκειται λοιπόν γιά καθαρά
άντανακλαστικό ορισμό. Έδώ δέ γίνεται λόγος (κι ούτε
μπορεί νά γίνει έξάλλου) γιά κείνη τήν έργατική τάξη πού θά
ξεπέράσει τόν καπιταλισμό, καί πολύ λιγότερο δέ γίνεται
λόγος γιά τις ριζικές άνάγκες πού δέ μπορούν νά άναχθούν σέ
«συμφέρον».
Αύτή ή έξαιρετικά περιορισμένη έρμηνεία δέν ύπάρχει ούτε
σέ ένα μεταγενέστερο έργο πού έξετάζει παρόμοια προβλή­
ματα, τό Μισθός, Τιμή, Κέρδος. Κι αύτό δέν είναι τυχαίο.
Επίκεντρο τής μαρξικής άνάλυσης είναι άκριβώς ή κριτική
τής «άναγωγής» (περιορισμού) τού συνδικαλιστικού άγώνα σέ
άγώνα γιά τούς μισθούς. Ή διαφορά δέν είναι λοιπόν ποσο­
τική άλλά ποιοτική. Ό άγώνας γιά τούς μισθούς πού, όπως
είδαμε, μένει «μέσα» στό καπιταλιστικό σύστημα, στό «σύ­
στημα συμφερόντων», είναι ποιοτικά διάφορος άπό τόν άγώ­
να γιά τήν κατάργηση ολόκληρον τού μισθωτού συστήματος,
πού είναι ιστορική άποστολή τής έργατικής τάξης καί πού
κίνητρό του δέν έχει τό συμφέρον άλλά τις ριζικές άνάγκες.
«Τά συνδικάτα έξυπηρετούν πολύ καλά σάν έστίες άντίστασης
ένάντια στις έπιθέσεις τού κεφαλαίου... Ξεφεύγουν όμως έντε­
λώς άπό τό σκοπό τονς όταν περιορίζονται σέ άψιμαχίες μέ τά
άποτελέσματα τού ύπάρχοντος συστήματος, άντί νά προσπα­
θούν παράλληλα νά τό μεταβάλουν, άντί νά χρησιμοποιούν τις
76

όυγανωμένες δυνάμεις τους σάν μοχλό γιά τήν οριστική άπε-


/Λ νθέρωση τής έργατικής τάξης, δηλαδή τήν οριστική κατάρ-
)θ)αη τον μισθωτού σνστήματος» (MEW 16, σ. 152· ή ύπογράμ-'
μισΐ] δική μου).
77

3. Ή Έ ννοια τής «Κοινωνικής Ανάγκης»

Ή έννοια τής «κοινωνικής άνάγκης» δέν είναι γιά τόν Μάρξ


μιά κατηγορία αποξενωμένη ώς πρός τήν ούσία της άλλά
μπορεί νά έρμηνευτεί λογικά σέ κάθε κοινωνία, άκόμα καί
μετά τή θετική κατάργηση τής άποξένωσης. Οπωσδήποτε
είναι μιά άπό τις έλάχιστες έννοιες πού ό Μάρξ δέ χρησι­
μοποιεί μέ «αυστηρή σημασία» άλλά τής δίνει διαφορετικά
νοήματα. Άνάμεσα στά κοινωνικά γεγονότα πού περιέγραψε
βρίσκουμε καί τήν καπιταλιστική άποξένωση τών άναγκών.
Ά ν έξετάσουμε όμως τή βασική τάση τής σκέψης τού Μάρξ,
θά δούμε ότι ή ερμηνεία αύτή είναι μόνο μία μέσα στις πολλές
κι ότι είναι σημαντική μόνο όσο άφορά τήν καπιταλιστική
κοινωνία. Ή ταύτιση τών κατηγοριών «γενικό συμφέρον» καί
«κοινωνική άνάγκη» είναι λοιπόν άπόλυτα ξένη στή συνολική
άντίληψη τού Μάρξ. Κι αύτό πρέπει νά τονιστεί ιδιαίτερα,
γιατί στή μαρξιστική φιλολογία συνηθίζουν νά χρησιμοποιούν
αύτές τις δυό κατηγορίες σάν συνώνυμα. Δέν άναφέρομαι έδώ
μόνο στή φετιχιστική έρμηνεία τής έννοιας «κοινωνική άνά­
γκη», άλλά καί στό γεγονός ότι τήν άντιμετωπίζουν σάν
θετική άξια, άφού — όπως λένε — ή «κοινωνική άνάγκη»
είναι μιά «άνάγκη τής κοινωνίας»· μ’ αύτό δέν εννοούν τό
σύνολο, τό μέσο όρο ή τήν τάση άνάπτυξης τών μεμονωμένων
άναγκών τών άτόμων ούτε τήν προσωπική «κοινωνικοποιη­
μένη» τους άνάγκη, άλλά ένα γενικό σύστημα άναγκών πού
βρίσκεται πάνω άπό τά άτομα καί τις προσωπικές τους
άνάγκες. Αύτή ή άντίληψη οδήγησε σέ διάφορα θεωρητικά
καί πρακτικά συμπεράσματα (καί συνέπειες), άπό τά όποια θ’
άναφέρουμε μόνο τά δύο σημαντικότερα: α) άφού ή λεγάμενη
«κοινωνική άνάγκη» είναι πιό γενική καί ταυτόχρονα άνώ-
τερη άπό τήν «προσωπική», σέ περίπτωση σύγκρουσης τό
άτομο πρέπει νά ύποτάξει στις «κοινωνικές άνάγκες» κάθε
έπιθυμία του νά ικανοποιήσει τις προσωπικές του άνάγκες·
στήν πράξη αύτή ή «κοινωνική άνάγκη» έμφανίζεται σάν
«μυστικιστική» άνάγκη τών προνομιούχων ή ήγετικών στρω­
μάτων τής έργατικής τάξης (ή καί τής κοινωνίας), μέ τό έπί-
χρισμα τής «γενικής έγκυρότητας»· β) οί «κοινωνικές άνά­
γκες» είναι «άληθινές», γνήσιες άνάγκες τών μεμονωμένων
78

ανθρώπων· άνθρωποι πού de facto δέν έχουν τέτοιες άνάγκες


«όέν έχουν άναγνωρΐσει άκόμα» τις «άληθινές» άνάγκες τους.
Ά π ’ αύτή τήν άντίληψη έπεται λοιπόν ή διάκριση άνάμεσα σέ
«άναγνωρισμένες» καί «μή αναγνωρισμένες» άνάγκες. Ποιός
όμως είναι αυτός πού θ’ άποφασίσει ποιές είναι οί «άληθινές»
άνάγκες τών άνθρώπων; Θά είναι καί πάλι μόνο οί έκπρό-
σωποι τών λεγάμενων «κοινωνικών άναγκών». Μ’ άλλα λόγια,
οί πραγματικές άνάγκες τών προνομιούχων ή τών ήγετών τού
κινήματος — σάν ένσαρκώσεις τής «καθολικότητας» καί τής
«κοινωνικότητας» — άποφασίζουν ποιές άπό τις άνάγκες τής
τάξης (ή τής συντριπτικής πλειοψηφίας τού πληθυσμού) είναι
«δίκαιες» καί ποιές «άδικες»: μ’ αύτό τόν τρόπο οί πραγμα­
τικές άνάγκες τής πλειοψηφίας θεωρούνται «ψεύτικες». Οί
«έκπρόσωποι» τών «κοινωνικών άναγκών» άναλαμβάνουν ν’
άποφασίσονν γιά τις άνάγκες τής πλειοψηφίας καί νά προχω­
ρήσουν στηριγμένοι στις δήθεν «μή άναγνωρισμένες» άνάγκες,
αγνοώντας τις ούσιαστικότερες καί πραγματικές.
Παραλείποντας στό σημείο αύτό τά πρακτικά έπακόλουθα
τής φετιχοποίησης τής έννοιας «κοινωνικές άνάγκες», θά
προσθέσουμε μόνο ότι ή φετιχοποιημένη έννοια τής άνάγκης
«κατασκευάστηκε» άναλογικά πρός τήν έννοια τού συμφέρο­
ντος. Είδαμε πριν, στή βάση τής μαρξικής άνάλυσης, ότι ή
ύποταγή τού έαυτού στό «γενικό» συμφέρον συνδέεται καί
στήν πραγματικότητα μέ τήν έπιδίωξη τού προσωπικού συμ­
φέροντος. Ό bourgeois καί ό citoyen είναι έξι σου άπαραίτητοι γιά
τή λειτουργία τής άστικής κοινωνίας. Έπειτα, μιλώντας γιά
συμφέροντα, μπορούμε δικαιολογημένα νά τά διακρίνουμε σέ
άναγνωρισμένα καί μή. Τό συμφέρον δημιουργείται ούσια-
στικά άπό τήν άντΐθεση τών συμφερόντων (ή ταυτότητα τών
συμφερόντων είναι στήν πραγματικότητα ή ταυτότητα τών
άντιθέσεων). Τό συμφέρον είναι άναγωγή καί συνάμα όμοιο-
γενοποίηση τών άναγκών, μέ τήν έννοια πού τονίζουμε τό
έαυτός (άσχετο άν άφορά μεμονωμένο άτομο, σύνολο ή τάξη)
σάν προσδιοριστικό τού αύτοπαθούς, σέ άντιόιαστολή μέ τούς
άλλους· είναι λοιπόν σωστό νά πούμε πώς ό άνθρωπος (τό
έθνος, ή τάξη κ.λπ.) πού δέν καταφέρνει νά έπιβληθεί στούς
άλλους όέν ένεργεί άνάλογα μέ τά σνμφέροντά του. Άπό τήν
άλλη μεριά, όταν ένας άνθρωπος (ένα σύνολο, μία τάξη) δέ
βλέπει καθαρά ποιοι είναι οί καλύτεροι τρόποι ή τά μέσα γιά
τήν έξυπηρέτησή του, δέν «έχει άναγνωρίσει» τά «συμφέ-
79

ροντά» του. Όσο άφορά τις σχέσεις άνάμεσα στις διάφορες


άντικειμενοποιήσεις (Ο), άν οί τρόποι ή τά μέσα γιά τήν
άξιοποΐησή τους διαφέρουν ή συγκρούονται, μπορούμε δικαι­
ολογημένα νά μιλάμε γιά «συγκρούσεις συμφερόντων».
Ά ς ξαναγυρίσουμε όμως στή θέση τού Μάρξ. Όπως είδαμε,
σέ διάφορες περιστάσεις μιλάει γιά «άληθινές» ή «φαντα­
στικές» άνάγκες, άλλά ποτέ καί πουθενά γιά «άσυνεΐδητες» ή
«μή άναγνωρισμένες» (γι’ αύτόν καί ή άληθινή καί ή φαντα­
στική άνάγκη είναι συνειδητές). Έπειτα ή έννοια τών ριζικών
άναγκών τού χρειάζεται, κοντά στ’ άλλα, γιά νά παρακάμψει
τήν κατηγορία τών «μή άναγνωρισμένων» άναγκών, γιατί
πολλές φορές άποδίδει στήν έργατική τάξη άνάγκες πού δέν
ύπάρχουν de facto. Όπου ύπάρχουν «μή άναγνωρισμένες»
άνάγκες, ύπάρχουν καί «δάσκαλοι» πού κάνουν τούς άνθρώ-
πους νά «συνειδητοποιήσουν» τις άνάγκες τους. Όπως ξέ­
ρουμε όμως ό Μάρξ άπέριψε αύτή τήν άντίληψη τής «μή
άναγνωρισμένης» άνάγκης στις Θέσεις γιά τόν Φόυερμπαχ,
όπου έξετάζει τήν κατηγορία σάν αύτό πού είναι: μιά κατη­
γορία τού διαφωτισμού.
Ό Μάρξ έξετάζει μόνο τις άνάγκες τών άτόμων. Μπορεί
βέβαια έδώ κανείς νά ύπολογίσει ένα μέσο όρο τών άτομικών
άναγκών (όπως στήν περίπτωση τών «άπαραίτητων άνα­
γκών»), άλλά οί άνάγκες μένουν άτομικές όπως καί πριν.
Μόνο στήν περιγραφή τού φετιχισμοΰ χρησιμοποιεί ό Μάρξ
τήν κατηγορία τής άνάγκης μέ τή φετιχιστική σημασία (γιά νά
τήν άντιπαραθέσει στις μή φετιχιστικές, δηλαδή τις άτομικές
άνάγκες). Ά ς σκεφτοϋμε τό άπόσπασμα πού άναφέραμε παρα­
πάνω άπό τό Κεφάλαιο, όπου ό Μάρξ ορίζει τήν καπιταλι­
στική άποξένωση λέγοντας ότι σ’ αύτήν αποφασιστικές είναι
οί άνάγκες άξιοποίησης τού κεφαλαίου κι όχι οί άνάγκες
άνάπτυξης τού έργάτη. Οί «άνάγκες άξιοποίησης τού κεφα­
λαίου» χρησιμοποιούνται έδώ μέ συνειδητά φετιχιστική σημα­
σία. Πραγματικά, μόλο πού ή άνάγκη άξιοποίησης είναι
πάντα άνάγκη τού μεμονωμένου κεφαλαιοκράτη, ό κεφαλαιο­
κράτης είναι κι αύτός μέ τή σειρά του μιά άποξενωμένη
δύναμη, ένας έκπρόσωπος τού κεφαλαίου. Στήν καπιταλιστική
κοινωνία οί σχέσεις τών άνθρώπων έμφανΐζονται σάν σχέσεις
άντικειμένων, άν καί δέν άλλάζουν στήν πραγματικότητα (τό
ίδιο ισχύει καί γιά τις άνάγκες).
Είπαμε παραπάνω ότι ό Μάρξ χρησιμοποιεί τήν έννοια
so

«κοινωνικές άνάγκες» μέ διάφορες σημασίες. Ή σημαντικό­


τερη (καί συχνότερη) έρμηνεία άφορά τήν «κοινωνικά παραγ-
μένη» άνάγκη. Οί σχετικές παρατηρήσεις έγιναν ήδη στό
πρώτο κεφάλαιο, καί δέ θά τις έπαναλάβουμε έδώ. Οί «κοινω­
νικά παραγμένες» άνάγκες είναι άνάγκες μεμονωμένων αν­
θρώπων. Σ’ αύτό τόν ορισμό πρέπει νά ένταχθούν άλλοτε οί
«μή φυσικές» άνάγκες καί άλλοτε όλες οί άνάγκες δίχως
έξαίρεση. Στήν τελευταία περίπτωση ή «κοινωνικά παραγ-
μένη» άνάγκη είναι συνώνυμη τής άνθρώπινης άνάγκης, όπου
τό «άνθρώπινη» δέν άποτελεί άξιακή κατηγορία.
Σέ μιά άλλη άντίληψη, πού έμφανίζεται σπανιότερα άλλά
ώστόσο μέ κάποια συχνότητα, ή «κοινωνική άνάγκη» είναι
μιά θετική άξιακή κατηγορία: είναι ή άνάγκη τού άνθρώπου
τού κομμουνισμού, ή άνάγκη τού λεγάμενου «κοινωνικοποιη­
μένου άνθρώπου». Στόν τρίτο τόμο τού Κεφαλαίου ή καπιτα­
λιστική κοινωνία άντιπαρατίθεται ξανά στήν κοινωνία τών
«συνεταιρισμένων παραγωγών», άκριβώς άπό τή σκοπιά τών
άναγκών. Ά ς δούμε έναν τέτοιο συλλογισμό: «... ή έπέκταση ή
ό περιορισμός τής παραγωγής δέν άποφασίζεται στή βάση τής
σχέσης άνάμεσα στήν παραγωγή καί τις κοινωνικές άνάγκες,
τις άνάγκες μιάς άνθρωπότητας πού έχει έξελιχθεί κοινωνικά,
άλλά... στή βάση τού κέρδους καί τής σχέσης άνάμεσα σ’ αύτό
τό κέρδος καί στό έπενδυμένο κεφάλαιο, δηλαδή στή βάση τού
ποσοστού τού κέρδους» (MEW 25, σ. 269· ή ύπογράμμιση δική
μου). Έδώ λοιπόν «κοινωνικές άνάγκες» σημαίνει: άνάγκες
τού «κοινωνικά άναπτυγμένου άνθρώπου». Είναι περιττό νά
τονίσουμε ότι ή «κοινωνική άνάγκη» είναι έδώ άνάγκη τού
μεμονωμένου άνθρώπου.
Μέ μιά τρίτη σημασία ή «κοινωνική άνάγκη» σημαίνει τό
μέσο όρο τών άναγκών μιάς κοινωνίας ή τάξης — άναγκών
πού άφορούν ύλικά άγαθά. Οταν ό Μάρξ έννοεί έτσι τις
«κοινωνικές άνάγκες», βάζει τόν όρο μέσα σέ εισαγωγικά, κι
αύτό δέ γίνεται ποτέ τυχαία. Ή «κοινωνική άνάγκη» σέ εισα­
γωγικά έκφράζει τις άνάγκες μέ τή μορφή τής φερέγγυας
ζήτησης- χωρίς εισαγωγικά σημαίνει τις άνάγκες έκείνες πού,
άν καί άφορούν ύλικά άγαθά, δέν έκφράζονται μέ τή φερέγ­
γυα ζήτηση. Ή διάκριση είναι σημαντική γιά τόν Μάρξ μόνο
όσο άφορά τήν έργατική τάξη· όσο άφορά τις κυρίαρχες
τάξεις, ή ύλική άνάγκη καί ή φερέγγυα ζήτηση συμπίπτουν·
τις περισσότερες φορές όμως ή φερέγγυα ζήτηση ξεπερνάει
81

τήν καθαυτό πραγματική άνάγκη (τήν «άπαραΐτητη άνάγκη»)


τών κυρίαρχων τάξεων. Γιά τήν έργατική τάξη διακρίνει τήν
«κοινωνική άνάγκη», πού εμφανίζεται μέ τή μορφή τής «φε­
ρέγγυας ζήτησης», καί τήν «άληθινή» κοινωνική άνάγκη- ή
τελευταία αυτή υπερέχει ποσοτικά άπό τήν πρώτη, ένώ πα­
ράλληλα περιέχει καί ορισμένες άνάγκες διαφορετικού τύπου.
Στό Κεφάλαιο, π.χ., ό Μάρξ γράφει: «... ή ‘κοινωνική άνά­
γκη’, δηλαδή αύτή πού ρυθμίζει τήν άρχή τής ζήτησης, προκύ­
πτει ουσιαστικά άπό τή σχέση άνάμεσα στις διάφορες τάξεις
καί άπό τήν άντίστοιχη οικονομική τους θέση...» (MEW 25, σ.
191)· καί παρακάτω (σ. 198) έξετάζει βαθύτερα τό πρόβλημα:
«Φαίνεται λοιπόν πώς ή ζήτηση άντυιροσωπεύει μιά κοινω­
νική άνάγκη ορισμένου μεγέθους, πού άπαιτεί γιά τήν ικανο­
ποίησή της τήν ορισμένη ποσότητα ενός είδους στήν άγορά. Ό
ποσοτικός προσδιορισμός αύτής τής άνάγκης είναι όμως πολύ
έλαστικός καί παρουσιάζει διακυμάνσεις. Ό σταθερός χαρα­
κτήρας του είναι άπόλυτα φαινομενικός. Ά ν τά είδη διατρο­
φής ήταν φτηνότερα ή οί μισθοί μεγαλύτεροι, τότε θά υπήρχε
μεγαλύτερη ‘κοινωνική άνάγκη’ γι’ αύτές τις κατηγορίες έμπο-
ρευμάτων... Ή διάκριση άνάμεσα στή ζήτηση — ή τήν άνάγκη
έμπορευμάτων πού άντιπροσωπεύεται στήν ά γ ο ρ ά — καί
τήν κ ο ι ν ω ν ι κ ή πραγματική άνάγκη ποικίλλει άνάλογα μέ
τά διάφορα έμπορεύματα» (ή ύπογράμμιση δική μου).
Έτσι ή «κοινωνική άνάγκη» πού έκδηλώνεται στή ζήτηση
είναι άπλά φαινομενική, καί δέν έκφράζει τις «πραγματικές»
κοινωνικές άνάγκες τής έργατικής τάξης άλλά άντίθετα τις
άποκρύβει.
Ποιές είναι όμως αύτές οί πραγματικές κοινωνικές άνάγκες;
Στόν Μάρξ τό περιεχόμενο αύτής τής κατηγορίας άντιστοιχεί
ουσιαστικά στό έμπειρικό ή κοινωνιολογικό περιεχόμενο τών
άπαραίτητων άναγκών. Πρέπει έδώ νά τονιστεί όμως ότι αύτό
είναι ένας «μέσος όρος», καί μάλιστα ό μέσος όρος άτομικών
άναγκών (πού έχουν άναπτυχθεί ιστορικά, μεταδόθηκαν μέ τό
έθιμο καί περιέχουν ήθικά στοιχεία). Στήν πραγματικότητα
πρόκειται γιά μιά άντικειμενική κατηγορία: ένας δοσμένος
άνθρωπος σέ μιά δοσμένη τάξη καί σέ μιά καθορισμένη έποχή,
γεννιέται μέσα σ’ ένα σύστημα καί μιά ιεραρχία άναγκών πού
έχουν προκατασκευαστεί (άν καί συνεχίζουν νά έξελίσσονται)
άπό τά έθιμα, άπό τά ήθη τών προηγούμενων γενεών καί
κυρίως άπό τά άντικείμενά τών άναγκών τους. Ό Μάρξ
82

χρησιμοποιεί αύτό τό σύστημα, άνάλογα μέ τις διάφορες


κοινωνίες, μέ περισσότερο ή λιγότερο έξατομικευμένο τρόπο.
Σέ καμιά περίπτωση όμως δέν άποτελεί άνεξάρτητη δομή, πού
βρίσκεται «πάνω» άπό τά μέλη μιάς τάξης ή μιάς κοινωνίας.
Άνάγκη τού μεμονωμένου άτόμου είναι αύτό πού γνωρίζει
καί αισθάνεται σάν δική του άνάγκη — άλλες άνάγκες δέν
έχει. Γιαυτό στά Οικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρόγραφα
τον 1844 ό Μάρξ καταγγέλλει τήν «έλλειψη άναγκών» τής
έργατικής τάξης. Τό πρόβλημα δέν είναι λοιπόν ότι δήθεν οί
έργάτες έχουν έπίγνωση τών άναγκών πού έμφανίζονται μέ τή
μορφή τής ζήτησης καί όχι τών «άληθινών» τους άναγκών πού
δέν έμφανίζονται μ’ αύτή τή μορφή: «Στήν τελευταία περί­
πτωση οί κοινωνικές άνάγκες δέ θά ήταν ‘έλαστικές’». Πρό­
κειται λοιπόν μάλλον γιά τό ότι οί άληθινές κοινωνικές
άνάγκες άντιπροσωπεύουν τις πραγματικές, άπόλυτα συνειδη­
τές άνάγκες, ένώ οί «κοινωνικές άνάγκες» πού παρουσιά­
ζονται στήν άγορά δηλώνουν τή όννατότητα ικανοποίησης
τών πρώτων σέ μιά δοσμένη κοινωνία. Κι έδώ δέν ύπάρχει ή
άντίθεση συνειδητού καί άσυνείδητου άλλά, όπως λέει ό Μάρξ
στήν Αθλιότητα τής Φιλοσοφίας, ή άντίθεση άνάμεσα στό
είναι καί τό μή είναι, άνάμεσα στήν ύλοποίηση καί τή μή
ύλοποίηση, άνάμεσα στό ίκανοποιήσιμο καί τό μή ίκανοποιή-
σιμο.
Πρέπει νά προσθέσουμε ότι ό Μάρξ έφαρμόζει αύτή τήν
έρμηνεία τών κοινωνικών άναγκών μόνο στις ύλικές άνάγκες
καί μόνο σέ κείνες άπό τις μή ύλικές πού μπορούν ν’ άποκτη-
θούν μέ τή μεσολάβηση τής άνταλλακτικής άξίας. Όσο άφορά
τις άλλες άνάγκες, ή κατηγορία τής «κοινωνικής άνάγκης» μ’
αύτή τήν έννοια είναι έντελώς άσχετη. Κι αύτό ισχύει μόλο
πού ό άντικειμενικός χαρακτήρας τών άναγκών πού άναφέ-
ραμε (τό σύστημα τών άναγκών πού έχει ήδη δημιουργηθεί
καί ή άντίστοιχή του ιεραρχία «καθοδηγούν» τις άνάγκες τού
άνθρώπου πού γεννήθηκε μέσα σέ μιά συγκεκριμένη κοινωνία,
άφού αύτές μπορούν ν’ άναπτυχθούν μόνο σέ άλληλεπίδραση
μέ τά άντικείμενα καί τις άντικειμενοποιήσεις πού τις περιο­
ρίζουν) δέν άφορά μόνο τις ύλικές άνάγκες — δηλαδή τις
«κοινωνικές» όπως έρμηνεύονται παραπάνω — άλλά τις άνά­
γκες γενικά, δηλαδή καί τήν άνάγκη γιά καλλιτεχνική δραστη­
ριότητα, καί τήν άνάγκη γιά συνύπαρξη ή γιά άγάπη. Όσο
άφορά όμως αύτές τις τελευταίες, ό Μάρξ δέ μιλάει ποτέ γιά
«3

«κοινωνικές άνάγκες» μέ τή σημασία πού παρουσιάσαμε έδώ.


Όπως είδαμε, γιά τόν Μάρξ ή ικανοποίηση τέτοιων άναγκών
μέ τή μεσολάβηση τής άνταλλακτικής άξίας είναι ή πιό χαρα­
κτηριστική μορφή έμφάνισης τής άποξένωσης, δηλαδή ή ποσο­
τοποίηση τού μή ποσοτοποιήσιμου.
Πρέπει, τέλος, ν’ άναφέρουμε καί τήν τέταρτη σημασία τών
«κοινωνικών άναγκών» πού τή συναντάμε μερικές φορές:
είναι ή κοινωνική — ή κάποτε κοινοτική — ικανοποίηση τών
άναγκών. Πρόκειται γιά μιά μή οικονομική έρμηνεία πού
προσδιορίζει ή έκφράζει τό γεγονός ότι οί άνθρωποι έχουν
καί άνάγκες πού όχι μόνο παράγονται κοινωνικά άλλά καί
πού ή ικανοποίησή τους γίνεται δυνατή μόνο μέ τή δημιουργία
άντίστοιχων κοινωνικών θεσμών. Γιά παράδειγμα ή ικανο­
ποίηση τής άνάγκης γιά μάθηση στή σύγχρονη κοινωνία είναι
δυνατή μόνο μέ τή μεσολάβηση τών άνάλογων έκπαιδευτικών
θεσμών. Τό ίδιο ισχύει καί γιά τήν άνάγκη τής υγειονομικής
περίθαλψης, γιά άναρίθμητους τύπους πολιτιστικής άνάγκης
κι άκόμα γιά τήν άνάγκη τής συνύπαρξης. (Στήν τελευταία
περίπτωση όμως δέν είναι άναγκαία ή δημιουργία άνάλογων
θεσμών. Πρόκειται γιά μιά άνάγκη πού μπορεί νά ικανοποιη­
θεί καθαυτή μόνο μέσα στήν κοινοτική ζωή).
Ά ν καί ή κατηγορία αύτή δέν είναι οικονομική, μπορούμε
ώστόσο νά τή δούμε καί άπό οικονομική άποψη. Στήν Κριτική
τον Προγράμματος τής Γκότα ό Μάρξ γράφει ότι άπό τήν
«άκ^αια» πρόσοδο τής έργασίας πρέπει ν’ άφαιρεθει «...
αύτό πού π ρ ο ο ρ ί ζ ε τ α ι γ ι ά τή σ υ λ λ ο γ ι κ ή ι κ α ­
ν ο π ο ί η σ η τ ώ ν ά ν α γ κ ώ ν , π.χ. γιά τά σχολεία, τά
υγειονομικά ιδρύματα κ.λπ.» (MEW 19, σ. 19). Έχει ένδια-
φέρον νά παρατηρήσουμε έδώ ότι ό Μάρξ άποδίδει στις
καθαρά ύλικές «κοινωνικές άνάγκες» ένα χαρακτήρα σχετικής
ποσοτικής σταθερότητας (δηλαδή ή ποσότητά τους θά πρέπει
νά αύξάνεται μόνο παράλληλα μέ τήν αύξηση τού πληθυ­
σμού). Τό μέρος αύτών τών κοινωνικών άξιών πού έξυπηρετεί
τή «συλλογική ικανοποίηση τών άναγκών» θά αύξηθεί ραγ­
δαία στό μέλλον (γιά τήν ικανοποίηση τέτοιου είδους άνα­
γκών θά χρειάζεται ένα όλο καί μεγαλύτερο ποσοστό τής
«άκέραιας προσόδου τής έργασίας»), «Αύτό τό μέρος μεγα­
λώνει άπαρχής σημαντικά σέ σύγκριση μέ τήν τωρινή κοι­
νωνία καί θά αύξάνεται στήν ίδια έκταση πού θά άναπτύσ-
σεται ή νέα κοινωνία» (IBID.). Δέ χρειάζεται νά πούμε ότι ό
84

Μαρς δέ φαντάζεται οπωσδήποτε μιά μερική μετατόπιση πού


θά συσχέτιζε τις «άληθινές», «συνειδητές» άνάγκες τών αν­
θρώπων μέ τήν προσωπική κατανάλωση, ένώ οϊ «μή άναγνω-
ρισμένες» άνάγκες θά έκπροσωπούνταν άπό τή «συλλογική
ικανοποίηση τών άναγκών». Γιά τό μέλλον, ό Μάρξ ύποθέτει
άνθρώπους στους όποιους αύτές οί μόνο κοινωνικά ίκανο-
ποιήσιμες άνάγκες θά φαίνονται ab ovo σάν συνειδητές καί
προσωπικές άνάγκες καί πού ή ικανοποίησή τους θά είναι
τόσο σημαντική, ώστε αύτοί μόνοι τους θά περιορίζουν τις
άλλες άνάγκες· ξέρουμε άλλωστε ότι σύμφωνα μέ τόν Μάρξ
στήν κοινωνία τών «συνεταιρισμένων παραγωγών» μόνο άλ­
λες άνάγκες βάζουν όρια στις άνθρώπινες άνάγκες. Όπου
σταματά ή κυριαρχία τών πραγμάτων πάνω στούς άνθρώπους,
όπου οί άνθρώπινες σχέσεις δέν εμφανίζονται σάν σχέσεις
πραγμάτων, έκεί κάθε άνάγκη κυβερνά τήν «άνάγκη άνά-
πτυξης τού άτόμου», τήν άνάγκη αύτοπραγμάτωσης τής προ­
σωπικότητας.
4. Οι λεγάμενες «ριζικές» άνάγκες

Ό Μάρξ άποδίδει πάντα στόν κομμουνισμό θετικές άξιες πού


τις άντιπαραθέτει στις ήδη ύπάρχουσες άξιες — ιδιαίτερα τής
«προϊστορίας» καί τού καπιταλισμού — ύπογραμμίζοντας τόν
άποξενωμένο χαρακτήρα τους. Αύτή ή άξιολόγηση έχει —
ύποκειμενικά — γιά τόν Μάρξ ένα δεοντολογικό χαρακτήρα:
ό κομμουνισμός πρέπει νά γίνει πραγματικότητα. Απαρχής
όμως ό Μάρξ προσπαθεί νά ξεπεράσει θεωρητικά αύτό τόν
ύποκειμενικά δεοντολογικό χαρακτήρα. Καί βρίσκει γι’ αύτό
όνο τρόπους, πού δέν είναι πάντα εύδιάκριτοι άλλά μπορούν
νά διαφοροποιηθούν. Ά ς άναλύσουμε τόν πρώτο. Υποκεί­
μενο γίνεται ή σνλλογικότητα. Τό καθήκον καθαντό είναι
συλλογικό, γιατί στό έπακρο τής καπιταλιστικής άποξένωσης
ξυπνούν μέσα στις μάζες — καί κυρίως στό προλεταριάτο —
άνάγκες (οί λεγάμενες ριζικές) πού ένσαρκώνουν αύτό τό
καθήκον καί πού άπ’ τή φύση τους έπιδμοκουν τό ξεπέρασμα
τού καπιταλισμού, καί μάλιστα πρός τήν κατεύθυνση τού
κομμουνισμού. Ό άλλος τρόπος είναι ή μετατροπή τού καθή­
κοντος σέ αίτιώόη άναγκαιότητα. «Ό κομμουνισμός πρέπει
νά γίνει πραγματικότητα» είναι σ’ αύτή τήν περίπτωση μιά
άρχή πού ίσοδυναμεί μέ τήν άντίληψη ότι θά πραγματωθεί
άναγκαστικά, έξαιτίας τών ιδιαίτερων νόμων τής οικονομίας.
Θά μπορούσαμε νά πούμε ότι σ’ αύτή τήν άντίληψη έπικρατεί
στόν Μάρξ άλλοτε ή έπίδραση τού Φίχτε κι άλλοτε τού
Χέγκελ*.
Αύτή ή άμφιταλάντευση άνάμεσα στις δύο άντιλήψεις έκ-
φράζεται κοντά στ’ άλλα καί στήν άμφιταλάντευση τού
Μάρξ άνάμεσα στήν άντιμετώπιση τών νόμων τής οικονομίας
σάν «φυσικών νόμων» καί στό άντίθετο. Στόν πολύ γνωστό
πρόλογό του στόν πρώτο τόμο τού Κεφαλαίου, στά 1867,
γράφει: «...Ή δική μου άποψη, πού άντιλαμβάνεται τήν
έξέλιξη τού οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού σάν μιά
φυσικοϊστορική διαδικασία...» (MEW 23, σ. 16)· πρέπει έδώ
νά προσθέσουμε ότι στόν πρόλογο στή δεύτερη έκδοση (1873)
τονίζει πώς πρέπει νά γίνει συνειδητή έφαρμογή τής χεγκε-

• Φυσικά καί οί δύο είναι «ανεστραμμένε;».


Κ6

λιανής μεθοδολογίας. Λιγότερο γνωστές είναι ορισμένες σκέ­


ψεις του πού έρχονται σέ αντίφαση μέ τά παραπάνω. Έτσι,
στόν τρίτο τόμο τών Θεωριών γιά τήν Υπεραξία λ.χ., ό Μάρξ
γράφει πώς μόλις έξετάσει κανείς ιστορικά τόν καπιταλισμό
«...παύει πιά νά έχει αύταπάτες καί νά θεωρεί τούς οικονο­
μικούς νόμους ένός κοινωνικού σχηματισμού φυσικούς νόμους
τής παραγωγής» (MEW 26, σ. 422). Άκόμα στόν πρώτο τόμο
τού Κεφαλαίου μιλάει γιά «ένα νόμο τής καπιταλιστικής
συσσώρευσης πού έχει μυστικοποιηθεί σέ φυσικό νόμο»
(MEW 23, σ. 649). Θά μπορούσαμε βέβαια έδώ νά πούμε ότι
«φυσικοϊστορική διαδικασία» καί «φυσικός νόμος» δέ ση­
μαίνουν τό ίδιο πράγμα. Ή άντίρηση αύτή είναι όμως άστή-
ριχτη, άφού ήδη στόν πρόλογο πού παραθέσαμε βλέπουμε
expressis verbis τήν έκφραση «φυσικός νόμος» καί μάλιστα σέ
μιά συνάρτηση έξαιρετικά σημαντική — σέ άναφορά μέ τήν
ιστορική προοπτική. «Κι άν άκόμα μιά κοινωνία άκολουθεί τό
φυσικό νόμο κίνησής της... δέν μπορεί ούτε νά ύπερπηδήσει
ούτε νά καταργήσει μέ νόμους τις φυσικές φάσεις τής έξέλιξής
της. Μπορεί όμως νά συντομέψει καί ν’ άπαλύνει τούς πόνους
τού τοκετού» ( Κεφάλαιο I, MEW 23, σ. 15). Θά δούμε
παρακάτω μιά άνάλογη έρμηνεία καί γιά τήν «άρνηση τής
άρνησης».
Ωστόσο, στό γράμμα του στή σύνταξη τού «Otevcestvennye
Zapiski» ό Μάρξ άμφισβητεί πάλι τό «φυσικό νόμο». Όπως
καί στά σχέδια γιά μιά άπάντηση στή Βέρα Ζάσουλιτς, μιλάει
πάλι γιά τή δυνατότητα νά έπιτευχθεί ό κομμουνισμός μέ τήν
παράκαμψη, τήν «ύπερπήδηση» τού καπιταλισμού. (Άρα ύ-
πάρχει λοιπόν καί ή δυνατότητα νά «ύπερπηδηθούν» κάποιες
«φάσεις τής έξέλιξής»). Κατά συνέπεια ή πρωταρχική συσσώ­
ρευση δέν είναι ένας «γενικός νόμος», ή προλεταριοποίηση
τών άγροτών δέν είναι «άναγκαιότητα». «Άν ή Ρωσία»,
γράφει, «συνεχίσει ν’ άκολουθεί τό δρόμο πού χάραξε στά
1861, θά χάσει τήν καλύτερη ευκαιρία πού πρόσφερε ποτέ ή
ιστορία σ’ ένα λαό, καί θά ύποστεί όλες τις άναπόφευκτες
περιπέτειες τού καπιταλιστικού καθεστώτος» (MEW 19, σ.
108· ή ύπογράμμιση δική μου). Όπως καί σέ άλλες άναλύσεις
συγκεκριμένων ιστορικών προβλημάτων, έτσι καί έδώ ό
Μάρξ άντικαθιστά τήν έννοια τής «άναγκαιότητας» μέ τήν
έννοια τής «έναλλακτικής λύσης».
Στήν άλλη αντίληψη πού, όπως είπαμε, έχει αντικείμενό της
Hl

τήν υπερβατική λειτουργία τής κατηγορίας τού καθήκοντος, ή


«δυνατότητα» (σάν κατηγορία) κατέχει δευτερεϋουσα θέση,
όπως καί στήν περίπτωση τής χεγκελιανής έννοιας τού «οικο­
νομικού νόμου». Γιά νά καταλάβουμε καί νά έμβαθύνουμε στό
βασικό πρόβλημα τών «ριζικών άναγκών», θά πρέπει νά
εξετάσουμε μέ συντομία τή μαρξική έννοια τού «κοινωνικού
συνόλου».
Κάθε κοινωνικός σχηματισμός είναι ένα ένιαίο όλο, μιά
σφαιρική σύνθεση δομών πού συνδέονται σταθερά μεταξύ τους
καί πού ή μία στηρίζεται στήν άλλη. Άνάμεσά τους δέν
ύπάρχουν αιτιώδεις σχέσεις (καμία δομή δηλαδή δέν είναι
αίτία ούτε άποτέλεσμα τής άλλης), καί ή λειτουργία τους
μπορεί νά ύπάρχει μόνο χάρη στήν άμοιβαία τους θέση. Στήν
Αθλιότητα τής Φιλοσοφίας βρίσκουμε τήν έξής διατύπωση:
«Οί παραγωγικές σχέσεις κάθε κοινωνίας άποτελούν ένα όλο.
Ό κύριος Προυντόν βλέπει τις οικονομικές σχέσεις σάν πολυ­
σύνθετες κοινωνικές φάσεις πού ή μιά παράγει τήν άλλη, πού
ή μιά προκύπτει άπό τήν άλλη όπως ή άντίθεση άπό τή θέση,
καί πού μέ τή λογική άλληλοδιαδοχή τους πραγματώνουν τήν
άπρόσωπη λογική τής άνθρωπότητας... Πώς μπορεί στήν πρά­
ξη μόνος του ό λογικός τύπος τής κίνησης, τής άλληλοδια-
δοχής, τού χρόνου, νά έξηγήσει τό κοινωνικό σώμα στό όποιο
ύπάρχουν ταυτόχρονα όλες οί σχέσεις καί άλληλοστηρί-
ζονται;» (MEW 4, σ. 130-131- ή ύπογράμμιση δική μου). Στήν
Εισαγωγή στήν Κριτική τής Πολιτικής Οικονομίας, άφού
μιλήσει γιά τά προβλήματα τής παραγωγής, τής άνταλλαγής
καί τής κατανάλωσης, ό Μάρξ καταλήγει: «Τό συμπέρασμα
στό όποιο φτάνουμε δέν είναι ότι ή παραγωγή, ή διανομή, ή
άνταλλαγή καί ή κατανάλωση είναι ταυτόσημα, άλλά ότι όλα
τους άντιπροσωπεύουν μέλη μιάς ολότητας, διαφορές μέσα
στό περίβλημα μιάς ένότητας». Καί στά Grundrisse λέει: «Οί
παραγωγικές δυνάμεις καί οί κοινωνικές σχέσεις άποτελούν
τις όύο διαφορετικές πλευρές τής έξέλιξης τού κοινωνικού
άτόμου...» (ή ύπογράμμιση δική μου). Επίσης στό πολύ
γνωστό κομμάτι όπου έξετάζει διεξοδικά τή σχέση άνάμεσα
στήν οικονομική βάση καί τις ιδεολογικές μορφές, ό Μάρξ
μιλάει γιά τήν άμοιβαία τοποθέτηση αύτών τών δομών. Οί
βιοτικές διαδικασίες μέσα στήν κοινωνία άντανακλώνται στό
έποικοδόμημα, γιατί τά στοιχεία τού τελευταίου «προαναγ­
γέλλουν» τις συγκρούσεις τής βάσης.
88

Γιατί λοιπόν άπό τή δική μας σκοπιά είναι τόσο σημαντική


ή αντίληψη τού κοινωνικού συνόλου; Επειδή ή άντίληψη
αύτή δίνει τή δυνατότητα νά θεμελιωθεί μέσα στό είναι τό
συλλογικό καθήκον. Γιά τήν ώρα θ’ άρκεστούμε νά πούμε πώς
μιά άπό τις ούσιώδεις άλληλένδετες δομές τού καπιταλισμού
είναι ή δομή τών άναγκών. Γιά νά μπορέσει νά λειτουργήσει
στή χαρακτηριστική μορφή τής έποχής τού Μάρξ, γιά νά
μπορέσει νά διατηρηθεί σάν «κοινωνικός σχηματισμός», ό
καπιταλισμός γέννησε μέσα στή δομή τών άναγκών άλλες
άνάγκες πού δέν μπορούσαν νά ικανοποιηθούν στό πλαίσιό
του. Σύμφωνα μέ τόν Μάρξ οί ριζικές άνάγκες είναι έμφυτα
στοιχεία τής καπιταλιστικής δομής τών άναγκών, γιατί χωρίς
αύτά δέν μπορεί νά λειτουργήσει ό καπιταλισμός. Καί ό καπι­
ταλισμός γεννάει καθημερινά τέτοιες άνάγκες. Οί «ριζικές
άνάγκες» δέν μπορούν νά έξαφανιστούν άπό τόν καπιταλισμό,
γιατί άποτελούν δικά του προϊόντα, καί μάλιστα είναι άπα­
ραίτητες γιά τή λειτουργία του. Δέν είναι λοιπόν «σπέρματα»
ένός μελλοντικού σχηματισμού, άλλά χαρακτηριστικά τού κα­
πιταλιστικού σχηματισμού: κι αύτό τό σχηματισμό δέν τόν
ξεπερνάει τό είναι τους άλλά ή ικανοποίησή τους. Τά άτομα
έκείνα λοιπόν, πού άποκτούν «ριζικές άνάγκες» ήδη μέσα
στόν καπιταλισμό, είναι φορείς τού «συλλογικού καθήκο­
ντος».
Γιά νά έξετάσουμε όμως βαθύτερα τό πρόβλημα, είναι
άνάγκη ν’ άναλύσουμε τις άντινομίες τού καπιταλισμού.
Φυσικά οί δύο «μεταμορφώσεις» τού καθήκοντος πού συνα­
ντήσαμε άντίστοιχα στόν Φϊχτε καί στόν Χέγκελ, έκφράζονται
καί στή θεωρία τών άντινομιών τού καπιταλισμού. Καί λέμε
«φυσικά», έπειδή τό ποιές είναι οί άντιθέσεις πού πρέπει νά
καταργηθούν καί πώς πρέπει νά καταργηθούν είναι δυό
θέματα πού συνδέονται οργανικά μεταξύ τους.
Ά ς άρχίσουμε λοιπόν μέ τή «χεγκελιανή» άντίληψη τής
άντινομίας, πού είναι καί πιό γνωστή καί άπλούστερη. Γιά τό
σκοπό αύτό θά έπικαλεστούμε δύο σαφέστατα σημεία, τό ένα
στόν Πρόλογο τής Κριτικής τής Πολιτικής Οικονομίας καί τό
άλλο στόν πρώτο τόμο τού Κεφαλαίου*.

* Α λλα συ μαντικά σημεία όπου παρουσιάζεται αϋτός ό συλλογισμός,


υπάρχουν στό Μ ανιφέστο καί τό Α ν τί - Ντνρινγκ τού Ένγκελς (όπου εκτί­
θεται ή άντίληψη τού Μάρξ).
89

Στόν Πρόλογο ό Μάρξ γράφει: «Σέ μιά ορισμένη βαθμίδα


τής έξέλιξής τους, οί υλικές παραγωγικές δυνάμεις τής κοινω­
νίας έρχονται σέ άντίφαση μέ τις ύπάρχουσες παραγωγικές
σχέσεις ή — πράγμα πού άποτελεί μόνο τή νομική του
έκφραση — μέ τις σχέσεις ιδιοκτησίας μέσα στις όποιες
κινούνταν ώς τώρα. Άπό μορφές άνάπτυξης τών παραγω­
γικών δυνάμεων οί σχέσεις αύτές μεταβάλλονται σέ δεσμά
τους» (MEW 13, σ. 9). Ό Μάρξ διατυπώνει έδώ ένα γενικό
νόμο πού ισχύει γιά κάθε κοινωνικό σχηματισμό (άν καί, όπως
είδαμε, άλλού άποκρούει τή διατύπωση κοινωνικών νόμων μέ
γενική ισχύ).
Σέ κάθε κοινωνικό σχηματισμό γεννιούνται κατ’ άρχή πα­
ραγωγικές σχέσεις πού άντιστοιχοϋν στό βαθμό άνάπτυξης
τών παραγωγικών δυνάμεων καί πού γιά ένα χρονικό διά­
στημα άναπτύσσουν τις παραγωγικές δυνάμεις. Επειτα έμ-
φανίζονται άντιθέσεις άνάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις
καί τις παραγωγικές σχέσεις πού οδηγούν σέ τούτη τήν
άντίφαση: οί παραγωγικές σχέσεις μεταβάλλονται σέ δεσμά
τών παραγωγικών δυνάμεων. Έδώ λοιπόν συναντάμε ένα
«άναποδογύρισμα» τής χεγκελιανής έννοιας τής άντίφασης,
πού καταλήγει στήν τροποποίησή της. Όσο άφορά τις παρα­
γωγικές δυνάμεις καί τις παραγωγικές σχέσεις, ή έξελικτική
διαδικασία κάθε κοινωνικού σχηματισμού προσαρμόζεται στό
σχήμα άντιστοιχία-άντιθεση-άντίφαση.
Στόν πρώτο τόμο τού Κεφαλαίου, στό κεφάλαιο γιά τήν
Ιστορική Τάση τής Καπιταλιστικής Συσσώρευσης, ό Μάρξ
δείχνει πώς ό καπιταλισμός άνέπτυξε τις παραγωγικές δυνά­
μεις καί πώς παράλληλα μέ τήν άνάπτυξή τους έκδηλώνονται
οί άντιθέσεις αύτής τής κοινωνίας. Καί καταλήγει: «Τό μονο­
πώλιο τού κεφαλαίου μετατρέπεται σέ δεσμά τού τρόπου
παραγωγής πού άνθισε μαζί του καί κάτω άπ’ αύτό. Ή
συγκεντροποίηση τών μέσων παραγωγής καί ή κοινωνικο­
ποίηση τής έργασίας φτάνουν σ’ ένα σημείο όπου δέ συμβι­
βάζονται μέ τό καπιταλιστικό τους περίβλημα. Τό περίβλημα
αύτό σπάει. Σημαίνει τό τέλος τής καπιταλιστικής άτομικής
ιδιοκτησίας. Οί άπαλλοτριωτές άπαλλοτριώνονται. Ό καπι­
ταλιστικός τρόπος ιδιοποίησης, πού προέρχεται άπό τόν καπι­
ταλιστικό τρόπο παραγωγής, άρα καί ή καπιταλιστική άτο-
μική ιδιοκτησία, άποτελεί τήν πρώτη άρνηση τής άτομικής
ιδιοκτησίας πού βασίζεται στήν προσωπική έργασία. Μά ή
90

καπιταλιστική παραγωγή παραγει μέ τήν άναγκαιότητα φυσι­


κής διαδικασίας τήν ίδια της τήν άρνηση. Είναι ή άρνηση τής
άρνησης. Ή άρνηση αύτή δέν άποκαθιστά ξανά τήν άτομική
ιδιοκτησία, άποκαθιστά όμως τήν προσωπική ιδιοκτησία στή
βάση τών έπιτεΰξεων τής καπιταλιστικής έποχής: τής συνερ­
γασίας καί τής κοινής κατοχής τής γής καί τών μέσων παρα­
γωγής, πού τά παράγει ή ίδια ή έργασία» (MEW 23, σ. 701· ή
υπογράμμιση δική μου).
Τό άπόσπασμα αύτό περιγράφει μέ τόν έξής τρόπο τήν έξέ-
λιξη τού καπιταλισμού: Γιά ένα χρονικό διάστημα ό καπιτα­
λισμός άναπτύσσει τις παραγωγικές του δυνάμεις μέ πρωτο­
φανή τρόπο· ή άνάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων γίνεται
μέ τήν κοινωνικοποίηση τής παραγωγής. Οί κοινωνικοποιη­
μένες παραγωγικές δυνάμεις καί οί παραγωγικές σχέσεις έρ­
χονται σέ άντίφαση. Ή άντίφαση όξύνεται, γίνεται άγεφύ-
ρωτη καί φτάνει τελικά στό «σημείο» όπου ή συγκεντρο-
ποίηση τών μέσων παραγωγής σπάει τό «περίβλημα» τού
καπιταλισμού. Ό καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής παράγει
μέ τήν άναγκαιότητα φυσικής διαδικασίας τήν ίδια του τήν
άρνηση. Βέβαια ό καπιταλισμός δέν καταρέει άπό μόνος του:
άνατρέπεται άπό τό προλεταριάτο. Τό προλεταριάτο όμως τόν
γκρεμίζει άναγκαστικά έξαιτίας τής οικονομικής δυσλειτουρ­
γίας του. Ό Μάρξ δίκαια άρνήθηκε πώς έφάρμοσε άπλώς τό
χεγκελιανό σχήμα στή δική του συλλογιστική καί ισχυρίστηκε
πώς τό χρησιμοποίησε μόνο γιά νά έκφράσει τις σκέψεις του.
Ά π ’ ό,τι έχουμε δει ώς τώρα, αύτός ό ισχυρισμός είναι
άπόλυτα σωστός. Ό Μάρξ έχει φτιάξει μιά θεωρία τής άντί-
φασης πού μπορεί νά άναχθεί στόν Χέγκελ καί πού άντιπρο-
σωπεύει μόνο μιά πιστή του έκφραση.
Τί ρόλο παίζουν όμως στήν άντίληψη αύτή οί «ριζικές
άνάγκες»; Στό άπόσπασμα πού παραθέσαμε ό Μάρξ τις
άναφέρει μιά φορά όταν λέει: «Μαζί μέ τή διαρκή έλάττωση
τού άριθμού τών μεγιστάνων τού κεφαλαίου... μεγαλώνει ή
μάζα τής άθλιότητας, τής καταπίεσης, τής ύποδούλωσης, τού
έκφυλισμού, τής έκμετάλλευσης, άλλά μαζί μεγαλώνει καί ή
άγανάκτηση τής έργατικής τάξης πού διαρκώς πληθαίνει καί
διαπαιδαγωγείται, συνενώνεται καί οργανώνεται άπό τόν ίδιο
τό μηχανισμό τής καπιταλιστικής διαδικασίας τής παραγω­
γής» (MEW 23, σ. 790-791). Ά π ’ όποια σκοπιά κι άν δούμε
τις φράσεις αύτές, καταλαβαίνουμε πώς διατυπώνεται έδώ
91

άπερίφραστα ή θεωρία τής απόλυτης έξαθλίωσης (ή αθλιό­


τητα μεγαλώνει μαζί μέ τήν ανάπτυξη τού καπιταλισμού).
Ταυτόχρονα όμως προβάλλει καί τό κίνητρο τών «ριζικών
άναγκών». Βρισκόμαστε λοιπόν άπέναντι στήν ίσως παραδο-
ξότερη διατύπωση τού παράδοξου πού άναφέραμε. Ά ν όμως
ή άρνηση τής άρνησης είναι ένας φυσικός νόμος, τότε γιά τό
γκρέμισμα τού καπιταλισμού δέ χρειάζονται πιά κανενός
είδους ριζικές άνάγκες.
Τό παραπάνω άπόσπασμα άπό τό Κεφάλαιο άποδείχνει μέ
σαφήνεια ότι ό Μάρξ «άντικειμενοποίησε» (Ο.) τό καθήκον
σέ κοινωνική άναγκαιότητα ή, άκριβέστερα, σέ οικονομική
άναγκαιότητα σύμφωνα μέ τό χεγκελιανό τρόπο, παραμερί­
ζοντας έτσι τό δεοντολογικό του χαρακτήρα. Σίγουρα ή γενί­
κευση τής χεγκελιανής θεωρίας τής άντίφασης σέ πανκοινω-
νικό νόμο είναι μόνο μιά συνέπεια αύτού τού πράγματος. Τό
γεγονός ότι ή άντίθεση τών παραγωγικών δυνάμεων καί τών
παραγωγικών σχέσεων δημιουργείται σέ κάθε κοινωνία, όπου
οί τελευταίες τινάζονται στόν άέρα μέ τήν άνάπτυξη τών
πρώτων, άποδεικνύει ιστορικά τήν «άναγκαία» κατάρευση
τού καπιταλισμού. Θά πρέπει έδώ νά προσθέσουμε ότι ό
Μάρξ είναι ιδιαίτερα συνεπής, πιό συνεπής κι άπό τόν Έν-
γκελς, γιά τόν όποιο ύπάρχει πάντα καί μιά άλλη, εναλλα­
κτική λύση, δηλαδή ή καταστροφή τών παραγωγικών δυνά­
μεων*. «Ό καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, μεταβάλλοντας
σέ ολοένα καί μεγαλύτερο βαθμό τή μεγάλη πλειοψηφία τού
πληθυσμού σέ προλετάριους, δημιουργεί τή δύναμη πού προο­
ρίζεται νά πραγματοποιήσει αύτή τήν άνατροπή» (Ή Έξέλιξη
τού Σοσιαλισμού, MEW 19, σ. 223· ή ύπογράμμιση δική μου).
Ή τοποθέτηση τής έναλλακτικής λύσης σ’ αύτό τό πλαίσιο
είναι άναμφίβολα έπίτευγμα τού Ένγκελς, άν καί καταλήγει
σέ κάποια μονοπλευρικότητα τής άντίληψής του. Άπό τις δύο
θεωρίες τής άντίφασης τού Μάρξ άποδέχεται μόνο τή μιά —
τή χεγκελιανή — γιαυτό καί μόνο μέσα σ’ αύτήν βρίσκει
«χώρο» γιά τήν πρακτική. Ό Μάρξ έχει όμως καί μιάν άλλη
βασικά διαφορετική θεωρία γιά τήν άντίφαση, πού τήν έπε-
ξεργάστηκε ολοκληρωμένα καί μέ τήν ίδια συνέπεια όπως καί
τήν προηγούμενη.

* 'Ε πειδή τό Μ ανιφέστο είναι κοινό τους έργο. δέ μπορούμε ν’ αναφερ­


θούμε σ’ αύτό όσο άφορά τά παραπάνω.
92

Αύτή ή δεύτερη άντίληψη τής άντίφασης δέν μπορεί νά


γενικευτεί ούτε κάν σέ σχέση μέ τήν ώς τώρα ιστορία: ό Μάρξ
τονίζει άρκετές φορές ότι είναι άδύνατη κάθε γενίκευσή της
(όπως λ.χ. στό Κεφάλαιο I, μιλώντας γιά τό φετιχισμό τών
έμπορευμάτων). Σ’ αύτή τήν άντίληψη αντιστοιχούν καί οί
άντινομίες πού έκδηλώνονται στόν καπιταλισμό, οί αντινομίες
τής έξελιγμένης έμπορευματικής παραγωγής. Ή δομή τού
πρώτου μέρους τού Κεφαλαίου (I) — Εμπόρευμα - Χρήμα -
Κεφάλαιο — στηρίζεται στήν άνάπτυξη αύτών άκριβώς τών
άντινομιών. Τό έμπορευμα είναι και χρηστική καί άνταλλα­
κτική άξια. Ή χρηστική καί ή άνταλλακτική άξια είναι
απαρχής (άπό τή στιγμή δηλαδή πού τό προϊόν γίνεται έμπό-
ρευμα) άναπτυγμένες αντιθέσεις μέ άντινομικό χαρακτήρα. Τό
έμπόρευμα δέν είναι ένότητα τών άντιθέσεων άλλά μιά μορφή
μέσα στήν όποια μπορούν νά κινούνται οί άντιθέσεις. Ή
έμπορευματική μορφή είναι τό σπέρμα τών άντινομιών τού
καπιταλισμού καί περιέχει ήδη σπερματικά τις άντινομίες τού
καπιταλισμού.
Στήν έμπορευματική παραγωγή οί σχέσεις τών άνθρώπων
παίρνουν τή μορφή σχέσεων πραγμάτων, ή κοινωνικότητα
φετιχοποιείται σέ «πραγμικότητα». Οί φετιχοποιημένες κοι­
νωνικές σχέσεις ορθώνονται άπ έναντι στό μεμονωμένο άν­
θρωπο σάν οικονομικοί, ψευδο-φυσικοΐ νόμοι. Ή λειτουργία
τών κοινωνικών δυνάμεων μυστικοποιείται σέ φυσικό νόμο:
«...οί άτομικές έργασίες πού άσκούνται άνεξάρτητα ή μιά άπό
τήν άλλη σάν αύτοφυείς κρίκοι τού κοινωνικού καταμερισμού
τής έργασίας, άνάγονται διαρκώς στό κοινωνικό άναλογικό
μέτρο τους, γιατί ό κοινωνικά άναγκαίος χρόνος έργασίας πού
άπαιτείται γιά τήν παραγωγή τους έπιβάλλεται βίαια σάν
ρυθμιστικός φυσικός νόμος στις τυχαίες καί πάντα κυμαινό­
μενες άνταλλακτικές σχέσεις τών προϊόντων τους...» ( Κεφά­
λαιο I, MEW 23, σ. 89· ή υπογράμμιση δική μου). Ωστόσο
αύτή ή μυστικοποίηση σέ φυσικό νόμο είναι άκριβώς καί
αποκλειστικά έπακόλουθο τής έμπορευματικής παραγωγής ή
τής έμφυτης ούσίας της: «Ή άξιακή μορφή τού προϊόντος τής
έργασίας είναι ή πιό άφηρημένη άλλά καί ή πιό γενική μορφή
τού άστικού τρόπου παραγωγής... Οταν λοιπόν τήν θεωρήσει
κανείς κατά λάθος σάν αιώνια φυσική μορφή τής κοινωνικής
παραγωγής, παραβλέπει άναγκαστικά καί τόν ειδικό χαρα­
κτήρα τής μορφής τής άξίας καί έπομένως τόν ειδικό χαρα­
93

κτήρα τής μορφής τού έμπορεύματος, τής μορφής τού χρή­


ματος, τής μορφής τού κεφαλαίου κ.λπ.» Είναι τύποι πού
«στό μέτωπό τους είναι γραμμένο ότι άνήκουν σ’ ένα κοινω­
νικό σχηματισμό, όπου ή διαδικασία τής παραγωγής κυριαρ­
χεί πάνω στόν άνθρωπο καί όχι ό άνθρωπος πάνω στή διαδι­
κασία τής παραγωγής...» (Κεφάλαιο I, MEW 23, σ. 94).
Πριν περάσουμε στήν άνάλυση τών άντινομιών τής έμπο-
ρευματικής παραγωγής, θά θέλαμε νά πούμε ότι σ’ αύτή τήν
άντίληψη άντιφάσκει λογικά ή διαπίστωση ότι ή άρνηση,
δηλαδή ή σύσταση τής κοινωνίας τών συνεταιρισμένων παρα­
γωγών, είναι φυσικός νόμος. Ή λειτουργία τής οικονομίας
μεταμφιεσμένη σέ φυσικό νόμο άνήκει ούσιαστικά στήν έμπο-
ρευματική παραγωγή καί μόνο σ’ αύτήν, σάν έκφραση τού
φετιχισμού τών έμπορευμάτων. Ή θετική κατάργηση τής άτο­
μικής ιδιοκτησίας δέν μπορεί λοιπόν νά πραγματοποιηθεί μέ
κανένα τρόπο μέ τή μορφή μιάς «φυσικής άναγκαιότητας»,
άφού ούσία αύτής τής διαδικασίας είναι ή κατάργηση τού
φετιχισμού, ή έπαναστατική καταστροφή τής έπίφασης τής
κοινωνικότητας σάν δήθεν φυσικού νόμου. Μόλο πού έχει καί
οικονομικές πλευρές, αύτή ή μετάβαση δέν μπορεί ν’ άποτελεί
καθαρά οικονομική διαδικασία άλλά πρέπει νά είναι μιά
γενική κοινωνική έπανάσταση καί μόνο σάν τέτοια μπορεί νά
νοηθεί.
Γιά τόν Μάρξ οί ειδικές άντινομίες τού καπιταλισμού πού
προέρχονται άπό τήν έμπορευματική παραγωγή είναι; έλεν-
θερία-άναγκαιότητα, άναγκαιότητα-τυχαίο, τελεολογία-αίτιό-
τητα. Ά πό έδώ πηγάζει ή ειδική άντινομία άνάμεσα στόν
κοινωνικό πλούτο καί τήν κοινωνική έξαθλίωση. Αύτές είναι
οί άντινομίες τής «καθαρής» κοινωνίας στήν όποια ή οικο­
νομική άνάπτυξη έπιβάλλεται σάν φυσικός νόμος — γιά ν’
άναφερθούμε πάλι στό Κεφάλαιο — κι όπου ό άνθρωπος είναι
ύποταγμένος στήν παραγωγική διαδικασία κι όχι ή παραγω­
γική διαδικασία στόν άνθρωπο.
Ά ς έξετάσουμε πρώτα τήν άντινομία έλευθερία-άναγκαι-
ότητα. Στήν έμπορευματική παραγωγή ό παραγωγός είναι
ένας έλεύθερος άνθρωπος· είναι άνθρωπος πού άποδεσμεύ-
τηκε άπό τόν «ομφάλιο λώρο τής φυσικής κοινότητας» κι έτσι
ή έμπορευματική άνταλλαγή καθαυτή άποτελεί μιά πράξη
ελευθερίας καί ισότητας. Κάθε παραγωγός έμπορευμάτων έπι-
διώκει έλεύθερα τό άτομικό του συμφέρον (άς θυμηθούμε τό
94

άπόσπασμα άπό τόν Μάρξ) κάθε φορά πού άνταλλάσσει τό


έμπόρευμά του μέ κάτι άλλο ίσης άξίας. Τις ίδιες σκέψεις
κάνει ό Μάρξ καί όσο άφορά τή μισθωτή έργασία. Ό μισθω­
τός έργάτης είναι έλεύθερος. Δίχως έλεΰθερη έργατική δΰναμτ
ή καπιταλιστική συσσώρευση δέ θά μπορούσε νά προχωρήί ^
καθόλου (μιά άπό τις λειτουργίες τής πρωταρχικής συσσώ­
ρευσης ήταν νά ρίξει στήν άγορά τήν έλεύθερη έργατική
δύναμη). Παρόλα αύτά ό έλεύθερος παραγωγός έμπορευ-
μάτων καί ό έλεύθερος έργάτης ύποτάσσονται έξίσου στή
δήθεν φυσική άναγκαιότητα τής οικονομίας πού ύπάρχει πίσω
άπό τις «έλεύθερες» ενέργειες τού μεμονωμένου ατόμου, Αύ-
τός ό άνταγωνισμός άνήκει στήν ουσία τής έμπορευματικής
παραγωγής ή τού καπιταλισμού άπό τή στιγμή τής σύστασής
τον.
Ά ς δούμε τώρα γιά λίγο τήν αντινομία άνάμεσα στήν
άναγκαιότητα καί τό τυχαίο. Ό Μάρξ δέ συνδέει τό νόμο τής
άξίας (σύμφωνα μέ τόν όποιο ή άξια καθορίζεται άπό τόν
κοινωνικά άναγκαίο χρόνο έργασίας) άποκλειστικά μέ τόν
καπιταλισμό, άλλά μέ κάθε κοινωνία στήν όποια ή σφαίρα τής
παραγωγής είναι ορθολογική · ό νόμος τής άξίας θά έκδηλωθεί
λοιπόν σαφέστερα στήν κοινωνία τών «συνεταιρισμένων πα­
ραγωγών»: «Αύτή ή μείωση τής συνολικής ποσότητας έργα­
σίας πού μπαίνει στό έμπόρευμά φαίνεται πώς είναι τό ούσια-
στικό χαρακτηριστικό τής αύξημένης παραγωγικής δύναμης
τής έργασίας, άδιάφορο κάτω άπό ποιούς κοινωνικούς όρους
παράγεται. Σέ μιά κοινωνία όπου οί παραγωγοί ρυθμίζουν
τήν παραγωγή τους σύμφωνα μ’ ένα προσχεδιασμένο πρό­
γραμμα... ή παραγωγικότητα τών έργατών θά μετριέται σί­
γουρα σύμφωνα μ’ αύτό τό μέτρο», γράφει ό Μάρξ στόν τρίτο
τόμο τού Κεφαλαίον (MEW 25, σ. 271). Αύτός ό νόμος τής οικο­
νομίας πού χαρακτηρίζει τήν ορθολογική παραγωγή άποκαλύ-
πτεται ώστόσο στόν καπιταλισμό σάν φυσικός νόμος, καί
μάλιστα μέ τή μορφή τού τυχαίου (άς θυμηθούμε τό άπό­
σπασμα άπό τό Κεφάλαιο I, σ. 89), άφού στήν έμπορευματική
άνταλλαγή ή άξια τού έμπορεύματος λειτουργεί σάν άνταλ-
λακτική άξια. Τό κέρδος, τό μέσο κέρδος καί ή τιμή άγοράς
σάν διαφορετικές μορφές τού φαινομένου, συγκαλύπτουν καί
μυστικοποιούν τό νόμο τής άξίας. Αύτό όμως πού έχει άκόμα
μεγαλύτερη σημασία έδώ, είναι τό γεγονός ότι ή παραγωγή
καί ή άνάγκη συναντιούνται στήν άγορά μέ τή μορφή τής
95

προσφοράς καί τής ζήτησης κι ότι ή συνάντηση αύτή γίνεται


τυχαία. Εξίσου πιθανό είναι νά μή συναντηθούν καί στήν
περίπτωση αύτή ό νόμος τής άξίας έπιβεβαιώνεται — μέ τή
μορφή κρίσεων — μέ τήν ισχύ φυσικού νόμου.
Οί άνθρωποι τής καπιταλιστικής κοινωνίας είναι «τυχαία
άτομα», δέν έχουν γεννηθεί μέσα σ’ ένα «φυσικά δοσμένο
καταμερισμό τής έργασίας», ό προορισμός τους δέν έχει τεθεί
άπό τή γέννησή τους. Ωστόσο, έξαιτίας τής δομής τής καπιτα­
λιστικής κοινωνίας, είναι υποταγμένοι σ’ ένα είδος κοινω­
νικού καταμερισμού τής έργασίας πού «κατανέμει» τις ά­
νάγκες τους — όπως είδαμε — ένώ οί άνάγκες αύτές δέν
καθορίζονται τώρα πιά άπό τήν προσωπικότητά τους άλλά
άπό τή θέση πού έχουν μέσα στόν κοινωνικό καταμερισμό τής
έργασίας. Ταυτόχρονα καί οί ικανότητες, οί αισθήσεις τους,
κ.λπ., «καθορίζονται» άπό αύτό τόν κοινωνικό καταμερισμό
τής έργασίας.
Ή έπόμενη άντινομία πού θά έξετάσουμε είναι ή άντινο-
μία άνάμεσα στήν αιτιότητα καί τήν τελεολογία. Οταν ό
Ένγκελς, βαδίζοντας στά ίχνη τού Χέγκελ, περιγράφει τή
διαλεκτική τής άνθρώπινης δράσης καί τις συνέπειές της
λέγοντας ότι ό καθένας σκέφτεται νά πραγματώσει τούς
δικούς του ιδιαίτερους σκοπούς άλλά στό τέλος προκύπτει
κάτι διαφορετικό άπ’ αύτό πού γύρευε στήν άρχή, παρου­
σιάζει ούσιαστικά τόν άντινομικό χαρακτήρα τής έμπορεν-
ματοπαραγωγικής κοινωνίας. Τό γεγονός ότι ό Ένγκελς δέν
τόν άναγνωρίζει σάν τέτοιο άλλά τόν θεωρεί «γενικό διαλε­
κτικό χαρακτήρα» τής ιστορικής διαδικασίας, δείχνει καθαρά
τή χεγκελιανή θεμελίωση τής θέσης του. Τί γυρεύει ό μεμο­
νωμένος κεφαλαιοκράτης, ποιός είναι ό στόχος του; θέλει ν’
άξιοποιήσει ή, άκριβέστερα, νά πετύχει κέρδη. Καί τί θέλει ό
έργάτης; Νά μπορέσει νά έπιβιώσει. Αύτοί οί σκοποί μπαί­
νουν σέ κίνηση άπό τούς νόμους τού καπιταλισμού «πίσω άπ’
τήν πλάτη» τών άνθρώπων, πού βάζουν ό καθένας τό δικό του
άντικειμενικό σκοπό. Άκόμα κι ή αύξηση τής παραγωγής δέν
είναι στόχος τού μεμονωμένου άνθρώπου. Ό τύπος «ή παρα­
γωγή γιά τήν παραγωγή», πού τόσο πολύ τόν πιστεύει ό
Μάρξ, είναι έπιστημονικός καί άποτελεί άξιακή έπιλογή τού
Ρικάρντο. (Στή βάση αύτού τού τύπου δικαιώνει τόν καπιτα­
λισμό, γιατί πραγματικά ό καπιταλισμός άναπτύσσει τις πα­
ραγωγικές δυνάμεις.) Παρόλα αύτά ό μηχανισμός τού καπιτα­
96

λισμού δέ ρυθμίζει τήν άρχή «ή παραγωγή γιά τήν παρα­


γωγή», άλλά τήν άρχή «παραγωγή γιά τήν άξιοποίηση». Ή
καλύτερη άνάλυση τού Μάρξ σχετικά μέ τήν άντινομία άνά­
μεσα στήν τελεολογία καί τήν αιτιότητα είναι ή άντινομία τού
νόμου τής πτώσης τού μέσου ποσοστού τού κέρδους. Κανένας
κεφαλαιοκράτης δέν έχει σκοπό νά μειώσει τά κέρδη του. Γιά
νά πραγματώσει όμως τό σκοπό του (δηλαδή τήν κερδοσκο­
πία καί τήν έπιβίωσή του μέσα στόν άνταγωνισμό) πρέπει νά
αύξάνει διαρκώς τό πάγιο κεφάλαιο κι έτσι νά ύποτάσσεται
στή διαδικασία πού οδηγεί αίτιακά στήν άδιάκοπη πτώση τού
μέσου ποσοστού τού κέρδους. Στήν καπιταλιστική κοινωνία ή
προσωπική τελεολογία δέν μπορεί νά γίνει ποτέ κοινωνική
τελεολογία.
Τέλος, όσο άφορά τήν ειδική άντινομία άνάμεσα στόν
πλούτο καί τή φτώχια (πού χαρακτηρίζει τόν καπιταλισμό),
άς άφήσουμε νά μάς μιλήσει ό ίδιος ό Μάρξ: «Ό Ρικάρντο,
δικαιολογημένα γιά τήν έποχή του, θεωρεί τόν καπιταλι­
στικό τρόπο παραγωγής σάν τόν πιό εύνοϊκό γιά τήν παρα­
γωγή γενικά, σάν τόν πιό εύνοϊκό γιά τήν άπόκτηση πλούτου.
Θ έ λ ε ι τήν π α ρ α γ ω γ ή γ ι ά χάρη τής π α ρ α γ ω ­
γ ής , κι α ύ τ ό ε ί ν α ι σ ω σ τ ό . Άν ισχυριζόταν κανείς...
ότι ή παραγωγή σάν τέτοια δέν είναι ό σκοπός, θά ξεχνούσε ότι ή
παραγωγή γιά χάρη τής παραγωγής δέ σημαίνει παρά τήν άνά­
πτυξη τών άνθρώπινων παραγωγικών δυνάμεων, δ η λ α δ ή
τ ήν ά ν ά π τ υ ξ η τού π λ ο ύ τ ο υ τής ά ν θ ρ ώ π ι ν η ς
φ ύ σ η ς σ ά ν α ύ τ ο σ κ ο π ο ύ ... Δέν καταλαβαίνουν ότι
αύτή ή άνάπτυξη τών ικανοτήτων τού είδους ά ν θ ρ ω π ο ς ,
άν γίνεται άρχικά σέ βάρος τής πλειοψηφίας τών άνθρώπων καί
ολόκληρων άνθρώπινων τάξεων, διασπά τελικά αύτό τόν άντα-
γωνισμό καί καταρέει μέ τήν άνάπτυξη τού μεμονωμένου άτόμου,
ότι λοιπόν ή άνώτερη άνάπτυξη τής άτομικότητας έξαγοράζεται
μόνο μέ μιά ιστορική διαδικασία κατά τήν όποια θυσιάζονται τά
άτομα» (Θεωρίες γιά τήν Υπεραξία II, MEW 26, σσ. 110-111).
Είναι φανερό πώς έδώ δέ γίνεται λόγος γιά τήν άποξένωση
γενικά, άλλά γιά τήν καπιταλιστική άποξένωση ειδικά, γιά τήν
άποξένωση τής «καθαρής κοινωνίας», γιά τήν άποξένωση τών
έμπορευματικών σχέσεων καί τής καπιταλιστικής «άπελευθέ-
ρωσης» τών παραγωγικών δυνάμεων*. Γιά τήν ώρα μάς ένδια-
• Τήν ίδια σκέψη βρίσκουμε καί στά Grundrisse (30, 387, 426).
97

φέρει ιδιαίτερα ή λύση τής αντινομίας — τό «πέρασμα» οιΐ|\


κοινωνία τού μέλλοντος. Τί λέει σχετικά ό Μάρξ; Εκείνο πού
θά σπάσει αύτό τόν άνταγωνισμό θά είναι «ή άνάπτυξη τών
ικανοτήτων τού είόους άνθρωπος». Αύτή ή έννοια είναι όμως
ταυτόσημη μέ τή «συγκέντρωση τών μέσων παραγωγής», μέ
τήν «κοινωνικοποίηση τής έργασίας» πού άναφέρεται στό
προηγούμενο άπόσπασμα άπό τόν πρώτο τόμο τού Κεφα­
λαίου; ‘Οπωσδήποτε όχι. «Ή άνάπτυξη τών ικανοτήτων τού
είδους άνθρωπος» είναι μιά έννοια πολύ πιό πλατιά άπό τήν
προηγούμενη καί σίγουρα δέν είναι μόνο συνέπεια τής παρα­
γωγής καί τής κοινωνικοποίησης τής έργασίας. Επειτα έδώ δέ
μιλάει (όπως στ’ άλλα άποσπάσματα πού έξετάζεται αύτή ή
άντινομία) γιά κείνο τό «φυσικό νόμο» πού καθοδηγεί τήν
κοινωνία τού μέλλοντος. Στήν πραγματικότητα ή άναγκαιό­
τητα τού «περάσματος» δέν έξασφαλίζεται άπό κάποιο φυ­
σικό νόμο άλλά άπό τις ριζικές άνάγκες.
Άφού ό Μάρξ ισχυρίζεται πώς ή πρώτη του θεωρία είναι ή
«άνεστραμμένη» διαλεκτική τού Χέγκελ, τότε δικαιολογημένα
μπορούμε νά πούμε ότι καί ή δεύτερη περιέχει «άνεστραμ-
μένες» τις άντινομίες τού Φίχτε. Οί άντινομίες έλευθερία-
άναγκαιότητα, τυχαίο-άναγκαιότητα, αίτιότητα-τελεολογία,
ύποκεϊμενο-άντικείμενο, δέν είναι άντινομίες τής σκέψης άλλά
τού είναι. Δέν είναι όμως άπόλυτα άντινομίες τού κοινωνικού
είναι άλλά τής έμπορευματοπαραγωγικής κοινωνίας καί ιδιαί­
τερα τού καπιταλισμού. Σ’ αύτή τήν έρμηνεία ή διαλεκτική δέν
είναι παρά ή έκφραση τών άντινομιών τής καπιταλιστικής
κοινωνίας*.
Οί άντινομίες αύτές είναι λοιπόν καπιταλιστικές άντινομίες
τού είναι καί σ’ αύτές έκφράζεται τό καπιταλιστικό «κοινω­
νικό σώμα». Στήν Αθλιότητα τής Φιλοσοφίας ό Μάρξ άπο-
ρίπτει ειρωνικά τήν πρόταση τού Προυντόν ότι θά πρέπει νά
καταργηθούν οί «κακές πλευρές» τού καπιταλισμού καί νά
διατηρηθούν οί «καλές». Άλλωστε οί δομές τού «σχημα­
τισμού» συνδέονται άμοιβαία καί είναι άδύνατο ν’ άπορί-
ψουμε τις μέν καί νά διατηρήσουμε τις δέ. Γιατί ή έλευθερία
έκείνη πού βρίσκεται σέ άντινομική σχέση μέ τήν άναγκαιό-

* Καί ό Γκέοργκ Λούκατς, ακολουθώντας τόν Μάρξ, ερμήνευσε μ’ αύτό τόν


τρόπο τή διαλεκτική, καί στό Ιστορία καί Ταξική Συνείδηση καί στό Ό
Ν εαρός Χ έγκελ.

Ti|T(i ()<ί> είναι ή ίδια έλενθερία, πού δέ βρίσκεται σέ άντι-


νομική σχέση μέ τήν αναγκαιότητα- ή αναγκαιότητα έκείνη
πού βρίσκεται σέ άντινομική σχέση μέ τό τυχαίο δέν είναι ή
ίδια πού δέ βρίσκεται σέ άντινομική σχέση μέ τό τυχαίο- καί ή
τελεολογΐα έκείνη πού βρίσκεται σέ άντινομική σχέση μέ τήν
αιτιότητα, δέν είναι ή ίδια πού δέν έχει καμιά αιτιώδη
άντινομία. Τέλος καί τό ύποκείμενο έκείνο πού άναπτύσσεται
άντινομικά σέ σχέση μέ τό άντικείμενο του, δέν είναι τό ίδιο
πού τό ξαναπαίρνει μέσα του πραγματώνοντας τήν ταυτότητα
ύποκειμένου-άντικειμένου. (Ξέρουμε άλλωστε ότι μόλις τό
είδος άνθρωπος σπάσει τόν άνταγωνισμό τής άνάπτυξης άνά­
μεσα στό ύποκείμενο καί τό άντικείμενο, ή άνάπτυξη τού
είδους θά ταυτιστεί μέ τήν άνάπτυξη τού μεμονωμένου άτό-
μου)'.
Είναι ένδιαφέρον νά παρακολουθήσουμε τόν ειρμό τών σκέ­
ψεων τού Αθλιότητα τής Φιλοσοφίας άπ’ αύτή τήν οπτική
γωνία. Στό έργο αύτό ό Μάρξ έξετάζει κάθε στοιχείο τού
κειμένου τού Προυντόν, μέ τή σειρά πού έκτίθεται. Τήν έννοια
τού «σχηματισμού» τήν άκολουθεί ή διατύπωση τών ριζικών
άναγκών άπό μιά σκοπιά σημαντική γιά τόν Μάρξ, τήν
άνάγκη τής καθολικότητας*. Έτσι οί συλλογισμοί του τελειώ­
νουν μ’ αύτά τά λόγια: «Στό μεταξύ ή άντίθεση άνάμεσα στό
προλεταριάτο καί τήν άστική τάξη είναι πάλη μιάς τάξης
ένάντια σέ μιά άλλη, πάλη πού ή άνώτερη έκφρασή της
σημαίνει μιά ολοκληρωτική έ.τανάστασ?/» (MEW 4, Ή Αθλιό­
τητα τής Φιλοσοφίας, σ. 182- ή ύπογράμμιση δική μου).
Πραγματικά, όπου δέν ύπάρχουν «καλές πλευρές» πού θά
μπορούσαν νά διαφυλαχτούν σ’ άντίθεση μέ τις «κακές», έκεί
πού οί άντιθέσεις παρουσιάζονται άμοιβαία, ή μοναδική ύ-
πέρβαση αύτών τών ζευγαρωτών άντιθέσεων θά είναι μιά
γενική κοινωνική έπανάσταση.
Όλα αύτά άποδεικνύουν όσα ισχυριστήκαμε ώς έδώ. Δέν
μπορεί νά συμβιβαστεί μέ τή δεύτερη μαρξική θεωρία τής
άντϊφασης ή άντίληψη ότι ό δρόμος άπό τόν καπιταλισμό στόν
κομμουνισμό είναι άντικειμενικός φυσικός νόμος. Σύμφωνα
μ’ αύτή τήν άντίληψη, μοναδική κατοχύρωση τού περάσματος
καί τής δημιουργίας τής μελλοντικής κοινωνίας είναι ό έπανα-

* Τό συλλογισμό αί·τό (Ιά τόν .κιραΒίσοί'ΐιε αργότερα αί’τοί'σιο.


99

στατικός αγώνας τού συλλογικού ύποκειμένου (τής εργατική;


τάξης) πού έχει δημιουργηθεΐ άπό τις ριζικές άνάγκες, καί ή
έπαναστατική πρακτική.
Μίλησα πιό πάνω γιά «κατοχύρωση», γιατί γι’ αύτό πρό­
κειται ούσιαστικά. Άπό τή δεύτερη θεωρία τής άντίφασης τού
Μάρξ, ό κομμουνισμός συνάγεται έξίσου άναγκαστικά μέ τήν
πρώτη. Καί στήν περίπτωση αύτή ό Μάρξ άντικειμενοποιεί
(Ο.) τό καθήκον, όχι σάν «φυσικό νόμο» όπως είπαμε, άλλά
σάν συλλογικό καθήκον. Μόνο ό άγώνας τού συλλογικού
ύποκειμένου μπορεί νά πραγματώσει τή νέα κοινωνία- ή έπανά-
στασή του είναι ριζική καί καθολική. Ωστόσο αύτό τό συλ­
λογικό καθήκον δημιουργείται άναγκαστικά — άφού καί τό
καπιταλιστικό «κοινωνικό σώμα» παράγει άναγκαστικά τις
ριζικές άνάγκες καί τούς φορείς τους*.
Είπα ότι στήν κοινωνία τών «συνεταιρισμένων παραγωγών»
πού οραματίστηκε ό Μάρξ, οί άντινομίες αύτές θά πάψουν νά
ύπάρχουν κι ότι ό δρόμος τής κατάργησής τους θά είναι ή
γενική έπανάσταση. Πώς φαντάζεται όμως ό Μάρξ τήν κομ­
μουνιστική κοινωνία άπό τήν άποψη τής κατάργησης αύτών
άκριβώς τών άντινομιών; Έπειδή θά έπιστρέψουμε κι άργό­
τερα στήν άνάλυση τού συστήματος άναγκών τής κοινωνίας
τών «συνεταιρισμένων παραγωγών», θά πούμε έδώ μόνο λίγα
λόγια. Ή άντίθεση ύποκειμένου καί άντικειμένου καταργεί-
ται, όπως ήδη έπισημάναμε, ό πλούτος τού είδους καί ό
πλούτος τού άτόμου «συμπίπτουν» (Οικονομικά και Φιλοσο­
φικά Χειρόγραφα τού 1844), δηλαδή ό πλούτος τού είδους
άντιπροσωπεύεται άπό τό κάθε μεμονωμένο άτομο. Ό πλού­
τος τής παραγωγής (ή άνταλλαγή ύλης άνάμεσα στήν κοινωνία
καί τή φύση) έξακολουθεί νά είναι όπως καί πριν κράτος

* Τό γεγονός ότι αύτές οί ρ ιζικέ; άνάγκε; ί>ίν είχαν δημιουργηθεί άκόμα


τήν έποχή τού Μάρξ (τουλάχιστον όχι σι μεγάλη κλίμακα) καί ότι ό Μάρξ
χρειάστηκε νά τί; «κατασκευάσει», δέ σημαίνει πώ ; οί θεωρίε; αύτές ήταν
ψεύτικες. Πρέπει βέβαια νά παρατηρήσουμε ότι οήμερα βλέπουμε μέ τά μάτια
μας νά γεννιούνται τέτοιε; «ριζικέ; άνάγκε;». Δέ μειώνει όμως διόλου τήν
ά ξια τού Μάρξ, τό ότι φορέα; αύτών τών ριζικών άναγκών δέν είναι σήμερα
(ή έστω δέν είναι άποκλειστικά) ή έργατική τάξη. Ο Μάρξ δέ μπορούσε παρά
νά κατασκευάσει τις ριζικέ; άνάγκες, μόνο έκεί πού έβλεπε κά,-roir; δυνατό­
τητες γιά τή δημιουργία τους. Είναι έντελώς άλλο πράγμα τό ότι ή απλή
«μετάθεση» τού καθήκοντος στή σφαίρα τής άντικειμενικότητας — δηλαδή
τής ιδέας τής άναγκαιότητας τής έπαναστατική; πράξης — δέν είναι σήμερα
άποδεκτή γιά μάς.
100

αναγκαιότητας, άλλά τώρα πιά αύτή ή άναγκαιότητα ν.το-


τάυαεται στήν έλευθερϊα. Στήν πραγματικότητα οί κοινωνικές
σχέσεις άνάμεσα στούς άνθρώπους είναι έλεύθερες σχέσεις, ή
άνθρωπότητα πού κοινωνικοποιήθηκε μέσα στήν έλευθερϊα
κυβερνάει τό κράτος τής άναγκαιότητας καί τό ρυθμίζει, τό
έλέγχει. Ό νόμος τής άξίας όέν έχει καμιά όϋναμη μέσα στήν
άγορά, κι έτσι τό στοιχείο τού τυχαίου έξαφανίζεται άπό τήν
οικονομία. Οί άνθρωποι παύουν νά έχουν τυχαία σχέση μέ τήν
κοινωνικότητα, γιατί άφού είναι κοινωνικοποιημένα άτομα
άντιπροσωπεύουν τό άνθρώπινο είδος πού έχει 6ρει τόν εαυτό
του. Ή τελεολογϊα θά κυριαρχεί πάνω στήν αιτιότητα. Η
«συνεταιρισμένη εύφυία» τών συνεταιρισμένων παραγωγών
ένσαρκώνει τήν κοινωνική τελεολογϊα. Κανενός είδους ψευδο-
φυσική δύναμη δέ θά επιβάλλεται πιά «πίσω άπ’ τήν πλάτη»
τών άνθρώπων: άπό τις θέσεις τής συλλογικής τελεολογϊας
«προκύπτει αύτό» .τον θέλονν πραγματικά οί άνθρωποι. Αύτή
ή ύποταγή όμως θά γίνει μόνο τότε πιθανή, όταν ή έλευθερϊα
τής μελλοντικής κοινωνίας δέ θά είναι ή ίδια έλευθερϊα, ή
άναγκαιότητα δέ θά είναι ή ίδια άναγκαιότητα. ή τελεολογϊα
δέ θά είναι ή ίδια τελεολογϊα καί ό κοινωνικός πλούτος τού
μέλλοντος δέ θά είναι ίδιος μέ τόν πλούτο τής καπιταλι­
στικής κοινωνίας. Ή μελλοντική κοινωνία σέ κάθε στοιχείο
τής όομής της είναι ριζικά διαφορετική άπό τήν καπιταλι­
στική, γιαυτό καί μπορεί νά δημιουργηθεί μόνο μέσα άπό μιά
καθολική έπονάσταση. Είναι όμως αύτονόητο πώς ή δυνα­
τότητα αύτής τής έπανάστασης γεννιέται άπό τήν καπιτα­
λιστική άνάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων.
Ό ισχυρισμός πού διατυπώνουμε στήν τελευταία φράση
είναι κοινό χαρακτηριστικό καί τών όύο άντιλήψεων τού
Μάρξ γιά τήν άντίφαση. Χρειάζεται όμως νά κάνουμε σχετικά
μιά άκόμα παρατήρηση. Ά ν καί πιστεύω πώς έχει άποδειχτεί
άρκετά ότι ό Μάρξ έχει δύο διαφορετικές θεωρίες γιά τήν
άντίφαση καί ότι καί οί δύο άλληλοαποκλείονται κατ’ άρχή,
αύτό δέ σημαίνει ώστόσο ότι στά έργα τού Μάρξ όέν υπάρχει
σημείο πού νά έμφανίζονται καί οί όνο άντιλήψεις, ή πού
στήν άνάλυση τής μιάς θεωρίας τής άντίφασης νά μήν παίζουν
κάποιο ρόλο καί στοιχεία τής άλλης θεωρίας· καί τέτοια
σημεία ύπάρχουν άρκετά. Τό άποδείξαμε ήδη μέ τή βοήθεια
τής άρνησης τής άρνησης, έπισημαίνοντας ότι έκεί ύπάρχει ό
άπόηχος τών «ριζικών άναγκών» — κίνητρο πού διαφορετικά
ΙΟΙ

δέ θά είχε θέση μέσα στά συμφραζόμενα.


Τό γεγονός ότι ό Μάρξ έχει δύο διαφορετικές θεωρίες γιά
τήν άντίφαση δέν άποτελεί μειονέκτημα τής συλλογιστικής του
άλλά άπεναντίας άποόεικννει περίτρανα τή μεγαλοφνΐα τον.
Όπως καί κάθε άλλος σημαντικός στοχαστής, έτσι κι αυτός δέ
θυσιάζει τήν άναζήτηση τής άλήθειας — άπό διαφορετικούς
δρόμους καί σέ διαφορετικές κατευθύνσεις — γιά χάρη τής
ενότητας τού συστήματος. Ό Μάρξ έκανε πολλές σκέψεις γιά
τήν έπίλυσή της, καί σέ κάθε του προσπάθεια σκέφτεται μέ τή
συνέπεια πού χαρακτηρίζει τή μεγαλοφυΐα. Ά ν παρουσιά­
σουμε τόν Μάρξ σάν στοχαστή καί δημιουργό ένός «συστή­
ματος», σημαίνει ότι τόν άπογυμνώνουμε άπ’ αύτό άκριβώς
πού άποτελεί πηγή τής μεγαλοσύνης του — τήν πυρετική καί
πολύπλευρη άναζήτηση τής άλήθειας. Χαρακτηριστικό γιά τό
μεγάλο στοχαστή δέν είναι μόνο ότι κάνει σημαντικές ύποδεί-
ξεις, άλλά καί ότι αύτές οί ύποδείξεις παραπέμπουν σέ διά­
φορες κατευθύνσεις. Ή άθανασϊα καί ή ζωντάνια τής μαρξι-
κής σκέψης μέσα στις διάφορες ιστορικές έποχές, στηρίζονται
άκριβώς σ’ αύτή τήν εύφυέστατη έλλειψη συνοχής. Μόνο έτσι
μπορούμε καί τόν άνακαλύπτουμε κάθε φορά σάν κάτι και­
νούργιο, καί μόνο έτσι τά διάφορα κινήματα, πού έχουν
πάντα κοσμοϊστορική σημασία, μπορούν καί θεωρούν τόν
Μάρξ πρόδρομό τους, άνακαλύπτουν τόν «δικό τους» Μάρξ.
Τό έργο του είναι πάντα μιά πεντακάθαρη καί άστείρευτη
πηγή.

Ή έννοια τών ριζικών άναγκών έμφανίζεται γιά πρώτη φορά


διεξοδικά στήν εισαγωγή τής Κριτικής τής Χεγκελιανής Φιλο­
σοφίας τον Δίκαιον. Στήν πορεία τής γέννησής της μπορούμε
νά δούμε καλύτερα σέ ποιό βαθμό αύτή ή έννοια άποτελεί
έμπραγμάτωση τού καθήκοντος, γιατί ό Μάρξ λέει πώς ή
καθαρά θεωρητική κριτική υλοποιεί στή δράση καί μιλάει γιά
προβλήματα «πού μόνο ένα μέσο ύπάρχει γιά τή λύση τους: ή
πρακτική» ( Κριτική τής Χεγκελιανής Φιλοσοφίας τον Δίκαι­
ον, MEW I, σ. 385). Καί ή άνάλυση συνεχίζει: «...Τό όπλο τής
κριτικής δέν μπορεί βέβαια ν’ άντικαταστήσει τήν κριτική τών
όπλων, ή ύλική δύναμη πρέπει νά γκρεμιστεί μέ ύλική δύναμη,
καί μόνη της ή θεωρία γίνεται ύλική δύναμη όταν συναρπάσει
τις μάζες. Ή θεωρία μπορεί νά συναρπάσει τις μάζες μόνο
102

όταν ύιαόηλώνει ad hominem καί διαδηλώνει ad hominem μόνο


όταν γίνεται ριζοσπαστική. Ριζοσπαστική σημαίνει νά πιάνει
τό πράγμα άπ’ τή ρίζα. Ή ρίζα όμως γιά τόν άνθρωπο είναι ό
ίδιος ό άνθρωπος» (IBID.) Ό Μάρξ μετράει έδώ τό ριζοσπα­
στισμό τής θεωρίας στή βάση τής έξής άξιολόγησης: ριζοσπα­
στική είναι ή θεωρία γιά τήν όποια άνώτατη άξια είναι ό
άνθρωπος (ό άνθρώπινος πλούτος)*. Γεννιέται όμως τό πρό­
βλημα: Πώς μπορεί νά γίνει πρακτική ή ριζοσπαστική θεωρία;
Πώς θά συναρπάσει τις μάζες; Πώς θά γίνουν άξιες τών
μαζών οί άξιες τής ριζοσπαστικής κριτικής, δηλαδή πώς θά
δημιουργηθεί τό συλλογικό καθήκον; Έδώ ή άπάντηση είναι:
«Ή θεωρία πραγματώνεται γιά ένα λαό μόνο όταν άποτελεί
πραγμάτωση τών άναγκών τον... Ριζική έπανάσταση μπορεί
νά είναι μόνο ή έπανάσταση τών ριζικών άναγκών...» (IBID.,
σσ. 386-387- ή ύπογράμμιση δική μου). Εκείνοι πού μπορούν
νά πραγματώσουν τή ριζοσπαστική θεωρία είναι οί «φορείς»
τών ριζικών άναγκών. Ό Μάρξ άναζητάει λοιπόν τούς φορείς
τών ριζικών άναγκών καί τούς βρίσκει τελικά στήν έργατική
τάξη. Τό συμπέρασμά του θεμελιώνεται στήν πεποίθηση ότι ή
τάξη αύτή είναι μιά «τάξη μέ ριζικές άλυσίδες, μιά τάξη τής
άστικής κοινωνίας πού δέν είναι τάξη τής άστικής κοινωνίας...
μιά σφαίρα πού άπό τά καθολικά δεινά της έχει καθολικό
χαρακτήρα καί δέν άπαιτεί κανένα ϊ δ ι α ί τ ε ρ ο δ ι κ α ί ω μ α
γιατί δέν άσκείται πάνω της καμιά ι δ ι α ί τ ε ρ η ά δ ι κ ί α ,
άλλά ή ά δ ι κ ί α γ ε ν ι κ ά , πού δέ μπορεί πιά νά διεκδικήσει
ένανί σ τ ο ρ ι κ ό άλλάμόνοτόνά ν θ ρ ώ π ι ν ο τίτλο...(IBID.,
σ. 390). Επομένως ή έργατική τάξη ένσαρκώνει τις ριζικές άνά­
γκες έπειδή δέν έχει μερικούς στόχους καί δέν μπορεί νά έχει
τέτοιους άφού οί στόχοι της καθαυτοί μπορούν νά είναι’ μόνο
γενικοί. Άργότερα ό Μάρξ θά διατυπώσει τήν ίδια σκέψη
(καί στό Κομμουνιστικό Μανιφέστο) λέγοντας ότι ή έργατική
τάξη δέ μπορεί ν’ άπελευθερωθεί χωρίς ν’ άπελεύθερώσει

* Κατά τή γνώμη μας αύτή ή άξιακή προϋπόθεση δέ χαρακτηρίζει άποκλει-


στικά τήν άντίληψη τού νεαροί' Μάρξ, όπως έχουμε ήόη πει πολλές φορές.
Έ δ ώ θά προσθέσουμε μόνο κάτι άπό τά προηγούμενα. Στόν τρίτο τόμο τών
θεω ριώ ν γιά τήν Υπ ερα ξία , ό Μάρξ παραθέτει τόν Γκαλιάνι: « Ό άληθινός
πλούτος... είναι ό άνθρωπος» (MEW 26.3/263) καί ύμνεί μέ ενθουσιασμό πού
σπάνια συναντάει κανείς στόν Μάρξ τήν ύπέροχη «πνευματικότητα» τής
προλεταριακής ιδεολογίας πού έκφράζεται σ’ αύτά.
103

ολόκληρη τήν ανθρωπότητα*.


Έπειδή θ’ άναλΰσουμε τήν άποψη αύτή άποκλειστικά άπό
τή σκοπιά τών ριζικών άναγκών, θ' άρκεστοΰμε νά υποδεί­
ξουμε μόνο τί; άντιφάσεις της. Κι άν άκόμα είναι άλήθεια —
καί κατά τή γ ν ώ μ η μας είναι — πώς ή έργατική τάξη μπορεί ν'
άπελευθερωθεί μόνο άν άπελευθερώσει μαζί της κι ολόκληρη
τήν άνθρωπότητα, δέν έπεται άπ’ αύτό ότι ή έργατική τάξη
θέλει πραγματικά V άπελευθερωθεί. ότι δηλαδή οί άνάγκες
της είναι πραγματικά ριζικές άνάγκες. Δέν έπεται έπίσης ότι
δέν έχει μερικούς στόχους (μερικές άνάγκες) πού μπορούν νά
υλοποιηθούν ή νά ικανοποιηθούν μέσα στήν καπιταλιστική
κοινωνία. Όπως είπαμε, ό ίδιος ό Μάρξ θίγει άργότερα αύτά
τά μερικά συμφέροντα μιλώντας γιά τόν άγώνα γιά τούς
μισθούς, καί ό ίδιος άντιπαραθέτει τό μερικό άγώνα γιά τήν
αύξηση τών μισθών στό «γενικό» άγώνα γιά τήν κατάργηση
τού μισθωτού συστήματος και γιά τήν ικανοποίηση τών ριζι­
κών άναγκών. Πρέπει νά θυμηθούμε άκόμα ότι σύμφωνα μέ
τόν Μάρξ ή δημιουργία φτωχών μερικών άναγκιόν καί συμφε­
ρόντων καί ή γέννηση τών ριζικών άναγκών χαρακτηρίζουν
τήν έργατική τάξη.
Άργότερα ό Μάρξ θά πάψει ν’ άναζητάει τήν προέλευση
τών «ριζικών άναγκών» στις «ριζικές άλυσίδες» καί στήν
έλλειψη μερικών στόχων. Όπου κι άν τήν άναζητάει, όμως, ή
ουσία τών συλλογισμών του είναι ή ίδια. Στηρίζεται πάντα
στό ότι ή καπιταλιστική κοινωνία παράγει μόνη της τις ριζικές
άνάγκες καί επομένως παράγει καί τό νεκροθάφτη της, στό ότι
αύτές οί άνάγκες είναι οργανικά συστατικά τού «κοινωνικού
σώματος» τού καπιταλισμού κι έτσι δέν μπορούν νά ικανο­
ποιηθούν μέσα στή δοσμένη κοινωνία: γιαυτό άκριβώς άποτε-
λούν κίνητρα τής πρακτικής πού ξεπερνάει τή δοσμένη κοινω­
νία.
Στή Γερμανική Ιδεολογία οί ριζικές άνάγκες στηρίζονται
στήν έργασία πού έχει γίνει τυχαία γιά τό προλεταριάτο,
«...πού οί μεμονωμένοι προλετάριοι δέν άσκούν πάνω της
κανέναν έλεγχο καί πού καμιά κ ο ι ν ω ν ι κή οργάνωση δέ

* Τό Μ ανιφέστο είναι έξαλλου ιό μοναδικό έργο στό όποιο άναφέρεται ή


έννοια τών ταξικών συμφερόντων σ' αύτή τή συνάρτηση. Έ πειδή όμως είναι
κοινό έργο τού Μάρξ καί τού Ενγκελς δέν τό λαμβάνω ύπόψη στήν άνάλυση
τού συμφέροντος.
104

11.ή ><jt ι
νά τούς δώσει τόν έλεγχό της· καί ή άντίφαση άνάμεσα
στήν προσωπικότητα τού μεμονωμένου προλετάριου καί τών
βιοτικών συνθηκών πού τού έχουν έπιβληθεϊ, δηλαδή τής
έργασίας, παρουσιάζεται μόνο στόν ίδιο τόν προλετάριο...»
(MEW 3, σ. 77)*. Σύμφωνα μέ τόν Μάρξ, λοιπόν, ό έργάτης
συνειδητοποιεί ότι άνάμεσα στήν άνάγκη ν’ άναπτύξει τήν
προσωπικότητά του καί τήν «τυχαία» υποταγή του στόν κατα­
μερισμό τής έργασίας ύπάρχει τώρα μιά άντίφαση. Γιαυτό
άκριβώς «...οί προλετάριοι, γιά νά έπιβεβαιωθούν προσω­
πικά, πρέπει νά καταργήσουν τις ώς τώρα βιοτικές τους
συνθήκες πού είναι ταυτόχρονα όροι ύπαρξης ολόκληρης τής
ώς τώρα κοινωνίας, δηλαδή τήν έργασία (διάβαζε: μισθωτή
έργασία). Γιαυτό βρίσκονται σέ άμεση άντίθεση μέ τή μορφή,
στήν όποια τά άτομα τής κοινωνίας έδωσαν μιά συνολική
έκφραση — τό Κράτος — καί πρέπει νά γκρεμίσουν τό
Κράτος γιά νά έπιβάλουν τήν προσωπικότητά τονς» (IBID., ή
ύπογράμμιση δική μου). Πρέπει νά παρατηρήσουμε έδώ ότι σ'
αύτό τό άπόσπασμα ή λέξη «πρέπει» ύπάρχει δύο φορές, καί
κάθε φορά τονίζεται μέ μεγάλη έμφαση. Ή άναγκαιότητα
όμως δέν είναι άναγκαιότητα τών «άντικειμενικών οικονο­
μικών φυσικών νόμων» άλλά τής υποκειμενικής δράσης, τής
συλλογικής δραστηριότητας, τής πρακτικής.
Ή πεποίθηση ότι οί ριζικές άνάγκες δημιουργούνται σέ μιά
όποιαδήποτε μορφή άπό τήν έργασία, είναι τό νήμα πού
διατρέχει ολόκληρο τό έργο τού Μάρξ. Αύτό έκφράζεται ή μέ
τή μορφή ΐής ύπερεργασίας (πού τήν κάνει κανείς γιά τόν
έαυτό του) πού γίνεται άνάγκη (Grundrisse, σ. 245) ή μέ τή
μορφή τού έλεύθερου χρόνου πού αύξάνεται καί έπιτρέπει τή
δημιουργία ριζικών άναγκών (καί μαζί καί τήν άνάγκη γιά
άκόμα περισσότερο έλεύθερο χρόνο) ή, άκόμα, μέ τή μορφή
τής άνάγκης γιά καθολικότητα πού προκύπτει άπό τή μαζική
παραγωγή καί δέν μπορεί νά ικανοποιηθεί μέσα στόν καπι­
ταλισμό.
Ή άνάγκη γιά έλεύθερο χρόνο είναι κατά τόν Μάρξ τόσο
στοιχειώδης, πού ξεπερνάει πάντα τά όρια τής άποξένωσης.
Στόν πρώτο τόμο τού Κεφαλαίου — άλλά καί άλλού — ό
άγώνας γιά περισσότερο έλεύθερο χρόνο (μειωμένο χρόνο

• Καί σ’ αύτή τή διατύπωση φαίνεται καθαρά πώς ή σκέψη τών ριζικών


άναγκών προκύπτει άπό τή drrrrnt/ θεωρία τής άντίφασης τού Μάρξ.
105

έργασίας) παρουσιάζεται πάντα άπό τή σκοπιά τής προ/.ι τα-


υιακής ταξικής πάλης. «Επομένως έχουμε έδώ τήν άντινομία
δικαίωμα έναντίον δικαιώματος, πού καί τά δύο κατοχυρώ­
νονται έξίσου άπό τό νόμο τής έμπορευματικής άνταλλαγής.
Άνάμεσα σ' αύτά τά ίδια δικαιώματα άποφασίζει ή 6ΐα.
Γιαυτό στήν ιστορία τής καπιταλιστικής παραγωγής ή ρύθμιση
τής εργάσιμης μέρας παρουσιάζεται σάν πάλη γιά τά όρια τής
έργάσιμης μέρας — μιά πάλη άνάμεσα στό συνολικό κεφα­
λαιοκράτη, δηλαδή τήν τάξη τών κεφαλαιοκρατών, καί στό
συνολικό έργάτη, δηλαδή τήν έργατική τάξη» (MEW 23, σ.
249· ή ύπογράμμιση δική μου). Ό Μάρξ πιστεύει πώς έδώ ό
άγώνας γιά τούς μισθούς δίνεται γιά τά μερικά συμφέροντα
τού προλεταριάτου, ένώ ό άγώνας γιά έλεύθερο χρόνο ξεπερ­
νάει τά μερικά συμφέροντα καί περιέχει κατ’ άρχή τή «συμ­
φωνία πρός τό είδος». Πολύ περήφανα ό Μάρξ έπισημαίνει
ότι όταν, στά πλαίσια μιάς κοινωνιολογικής έρευνας, οί ερ­
γάτες ρωτήθηκαν άν έπιθυμούν περισσότερο μισθό ή περισσό­
τερο έλεύθερο χρόνο, διάλεξαν στή μεγάλη πλειοψηφία τους
τό δεύτερο. Φυσικά ό Μάρξ δέν άρνιέται ότι καί ή ταξική
πάλη γιά έλεύθερο χρόνο μπορεί νά μείνει μέσα στό πλαίσιο
τού καπιταλισμού, άφού οί νόμοι τής άνταλλαγής έμπορευ­
μάτων είναι αύτοί πού παράγουν τό «ίσο δικαίωμα» γιά τό
όποιο άποφασίζει ή βία. Ταυτόχρονα, όπως είπαμε, πιστεύει
ότι ό καπιταλισμός άπό ένα σημείο καί πέρα είναι άνίκανος
νά περιορίσει άλλο τόν έργάσιμο χρόνο. Στό σημείο αύτό ή
άνάγκη τού έλεύθερου χρόνου γίνεται κατ' άρχή ριζική άνάγ­
κη, πού μπορεί νά ικανοποιηθεί μόνο μέ τό ξεπέρασμα τού
καπιταλισμού. Έπειτα, σέ συνάρτηση μέ τήν άνάγκη τού έλεύ­
θερου χρόνου, ό χαρακτήρας τών «ριζικών άναγκών» παρου­
σιάζει μιά κάποια μεταβλητότητα. Δημιουργείται άπό τόν ίδιο
τόν καπιταλισμό, άπό τόν άντινομικό χαρακτήρα τού καπιτα­
λισμού καί άνήκει στή λειτουργία του. (Ή μείωση τού έργά-
σιμου χρόνου άναγκάζει τούς κεφαλαιοκράτες ν' αυξάνουν
διαρκώς τήν παραγωγικότητα καί νά ύπερισχύει ή σχετική
ύπεραξία πάνω στήν άπόλυτη, πράγμα πού κατά βάση άπο­
τελεί μιά ειδική ιδιομορφία τής καπιταλιστικής παραγωγής
ύπεραξίας.) Ταυτόχρονα ή ίδια άνάγκη κινητοποιεί τήν έργα­
τική τάξη γιά νά ξεπεράσει τόν καπιταλισμό.
Τό ίδιο ισχύει καί γιά τήν άνάγκη τής καθολικότητας. Στή
Γερμανική Ιδεολογία υπογραμμίζεται ιδιαίτερα ό δεοντολο-
106

γικύς τη; χαρακτήρας. Ή άνάγκη τής καθολικότητας πρέπει


νά πραγματωθεί, επειδή γιά τήν καθολική έπανάσταση άπαι-
τούνται άνθρωποι πού έχουν κάνει κτήμα τους τήν άνάγκη
(καί τήν ικανότητα) τής καθολικότητας: «...ή άτομική ιδιο­
κτησία μπορεί νά καταργηθεί μόνο μέ τήν προϋπόθεση μιάς
ολόπλευρης άνάπτυξης τών άτόμων, άκριβώς έπειδή οί προϋ-
πάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις καί παραγωγικές σχέσεις
είναι ολόπλευρες καί μπορούν νά τις οίκειοποιηθούν, δηλαδή
νά τις κάνουν έλεύθερη ενασχόληση τής ζωής τους, μόνο τά
ολόπλευρα άναπτυγμένα άτομα» (MEW 3, σ. 424· ή ύπογράμ-
μιση δική μου). Στήν Αθλιότητα τής Φιλοσοφίας, όμως, ό.
Μάρξ δέ μιλάει πιά γιά τό καθήκον. Ή άνάγκη γιά καθο-
λικότητα έχει ήδη δημιονργηθεί μέσα στόν καπιταλισμό, ή
«ριζική άνάγκη» γιά τό ξεπέρασμα τού καπιταλισμού «ύπάρ-
χει» πιά. «Αύτό πού χαρακτηρίζει τόν καταμερισμό τής έργα­
σίας στό μηχανικό έργοστάσιο είναι ότι έχει χάσει κάθε ειδικό
χαρακτήρα. Ά πό τή στιγμή όμως πού παύει κάθε ιδιαίτερη
άνάπτυξη, γίνεται αισθητή ή άνάγκη γιά καθολικότητα, ή
έπιόίωξη γιά μιά ολόπλευρη άνάπτυξη τού άτόμον» (MEW 4,
σ. 157- ή ύπογράμμιση δική μου).
Τήν ίδια σκέψη άναπτύσσει ό Μάρξ καί στόν πρώτο τόμο
τού Κεφαλαίου. Οί «μηχανές» πού κυριαρχούν στήν καπιτα­
λιστική κοινωνία κάνουν άναπόφευκτη τήν άνάπτυξη τής
καθολικότητας τών ικανοτήτων. Αύτό έπιβάλλεται έδώ σάν
φυσικός νόμος. Ωστόσο ό καπιταλιστικός καταμερισμός τής
έργασίας «έμποδίζει» τήν άνάπτυξη τής καθολικότητας. Ή
έργατική τάξη πρέπει νά κατακτήσει τήν πολιτική έξουσία καί
νά καταργήσει τόν καταμερισμό τής έργασίας γιά νά ύλο-
ποιηθεί ή καθολικότητα — τώρα πιά όμως όχι σάν φυσικός
νόμος πού λειτουργεί «πίσω άπ' τήν πλάτη» τών άνθρώπων.
«Άν όμως ή άλλαγή στήν έργασία έπιβάλλεται τώρα μόνο
σάν άκαταμάχητος φυσικός νόμος καί μέ τήν τυφλή καταστρο­
φική δύναμη φυσικού νόμου πού σκοντάφτει παντού σέ έμπό-
δια, άπό τήν άλλη μεριά ή μεγάλη βιομηχανία μέ τις ίδιες τις
καταστροφές της κάνει ζήτημα ζωής ή θανάτου τήν άνάγκη ν’
άναγνωριστεί ή άλλαγή στήν έργασία, καί έπομένως ή όσο τό
δυνατό μεγαλύτερη πολυμέρεια τών έργατών, σάν γενικός
κοινωνικός νόμος τής παραγωγής, καί τήν άνάγκη νά προ­
σαρμοστούν οί συνθήκες στή φυσιολογική πραγματοποίηση
αύτού τού νόμου. Κάνει ζήτημα ζωής ή θανάτου τήν άντι-
107

κατάσταση τής τερατωδίας ένός άθλιου διαθέσιμου εργατικού


πληθυσμού, πού κρατιέται σάν έφεδρεία γιά τήν έναλλασσό-
μενη έκμεταλλευτική άνάγκη τού κεφαλαίου, μέ τήν άπόλυτη
διαθεσιμότητα τού άνθρώπου γιά τις έναλλασσόμενες άνάγκες
τής έργασίας· τήν άντικατάσταση τού μερικού άτόμου, τού
άπλού φορέα μιάς κοινωνικής μερικής λειτουργίας, μέ τό ολό­
πλευρα άναπτυγμένο άτομο, γιά τό όποιο οί διάφορες κοινω­
νικές λειτουργίες δέν είναι παρά διαδοχικοί τρόποι δραστη­
ριότητας... δέ χωράει άμφιβολία πώς ή άναπόφευκτη κατά-
κτηση τής πολιτικής έξουσίας άπό τήν έργατική τάξη θά κατα­
κτήσει καί γιά τήν τεχνολογική έκπαίδευση, θεωρητικά καί
πρακτικά, τή θέση πού τής άνήκει στά έργατικά σχολεία. Δέ
χωράει επίσης άμφιβολία ότι ή κεφαλαιοκρατική μορφή τής
παραγωγής καί οί άντίστοιχές της οικονομικές σχέσεις τών
έργατών βρίσκονται σέ διαμετρικότατη άντίθεση μέ τά τέτοια
άνατρεπτικά φυράματα καί μέ τό σκοπό τους, τήν κατάργηση
τού παλιού καταμερισμού τής έργασίας» (MEW 23, σσ. 511-
512· ή ύπογράμμιση δική μου).
Αναμφίβολα ό Μάρξ θίγει έδώ τό πρόβλημα τών ριζικών
άναγκών μόνο άπό μιάν άποψή τονς, γιαυτό καί ή έννοιά τους
είναι έδώ στενότερη άπό τήν έννοια μέ τήν όποια τις συναντή­
σαμε σέ προηγούμενα άποσπάσματα. Ό ώριμος Μάρξ όμως δέ
βλέπει πιά τις ριζικές άνάγκες μόνο άπ’ αύτή τή σκοπιά.
Έπειτα, μόλις δυό σελίδες παρακάτω (σ. 514), έξετάζει τό
ίδιο ζήτημα μιλώντας γιά τή διάλυση τής οικογένειας. Ό
καπιταλισμός διαλύει τή χριστιανογερμανική μορφή τής οικο­
γένειας: «...ή στρατολόγηση έργατικού προσωπικού άπό ά­
τομα καί τών δύο φύλων καί τών πιό διαφορετικών ήλικιών,
άν καί στήν αύθόρμητη, κτηνώδη κεφαλαιοκρατική μορφή
της, όπου ό έργάτης ύπάρχει γιά τή διαδικασία τής παρα­
γωγής κι όχι ή διαδικασία τής παραγωγής γιά τόν έργάτη,
άποτελεί βρωμερή πηγή διαφθοράς καί σκλαβιάς, άπεναντίας,
κάτω άπό κατάλληλες συνθήκες, πρέπει νά μετατραπεί σέ
πηγή άνθρωπιστικής άνάπτυξης» (ή ύπογράμμιση δική μου).
Θά ήταν ώστόσο λάθος νά σκεφτούμε ότι ό ώριμος Μάρξ
συνδέει τή διαμόρφωση τών'ριζικών άναγκών άποκλειστικά
μέ τή σύγχρονη βιομηχανική παραγωγή. Ή ιδέα τών ριζικών
άναγκών παίρνει στά Grundrisse γενικότερο χαρακτήρα: έκεί ό
Μάρξ ύποστηρίζει ότι ή ίδια ή καπιταλιστική άποξένωση
παράγει τις ριζικές άνάγκες καί μάλιστα στή συνείδηση τής
108

αποξένωσης. «Τό υλικό πού έπεξεργάζεται* είναι ξ έ ν ο υλικό


καί τό έργαλείο είναι ξ έ ν ο έργαλείο· ή έργασία του παρου­
σιάζεται μόνο σάν έξάρτημα έκείνων πού έχουν τήν περιου­
σία, καί γιαυτό παρουσιάζεται σάν ξ έ ν η άπέναντι στή ζω­
ντανή έργατική δύναμη, τής όποίας άποτελεί έργασία καί
ιδιαίτερη ζωτική έκδήλωση... Ή έργατική δύναμη σχετίζεται
μέ τή ζωντανή έργασία σά νά ’ταν μιά ξένη έργασία, κι άν τό
κεφάλαιο ήθελε νά τήν πληρώσει χ ω ρ ί ς νά τή βάλει νά
δουλέψει, θά τό δεχόταν μ’ εύχαρίστηση. Ή ίδια της ή έργα­
σία είναι λοιπόν τόσο ξένη, όσο καί τό ύλικό ή τό έργαλείο.
Γιαυτό καί τό προϊόν, σάν συνδυασμός ξένου ύλικού, ξένου
έργαλείου καί ξένης έργασίας, τής παρουσιάζεται σάν ξ έ ν η
ί δ ι ο κ τ η σ ί α... Ή άναγνώριση τών προϊόντων σάν δικών
της προϊόντων καί ή έκτίμηση τού άποχωρισμού της άπό τις
συνθήκες τής κατασκευής του σάν βίαιου καί άνεπιθύμητου
άποχωρισμού — είναι μιά τεράστια συνείδηση πού άποτελεί
καθαυτή προϊόν τού τρόπου παραγωγής πού βασίζεται στό
κεφάλαιο, ένώ ταυτόχρονα τό knetl to its doom, ίσοδυναμεί μέ
τή συνείδηση τού σκλάβου π ώ ς δ έ μ π ο ρ ε ί ν’ ά π ο τ ε -
λ ε ί π ε ρ ι ο υ σ ί α έ ν ό ς τ ρ ί τ ο υ , τ ή συνείδησή του πώς
είναι άτομο, τή συνείδηση πώς ή σκλαβιά του συνεχίζει νά
τρέφει ένα τεχνητό πλάσμα καί δέν είναι πιά βάση τής παρα­
γωγής» (Grundrisse, σσ. 366-357- ή άπλή ύπογράμμιση δική
μου).
Έδώ οί διάφορες πλευρές τής μαρξικής σκέψης παρουσιά­
ζονται μέ ιδιαίτερη διαύγεια: 1. ό καπιταλισμός είναι μιά
άντινομική κοινωνία, ούσία του είναι ή άποξένωση. Ό πλού­
τος τού είδους καί ή φτώχια τού άτόμου άλληλοπροϋποθέ-
τονται καί άλληλοπαράγονται. Αύτή είναι ή άντινομία τής
καθολικοποίησης τής έμπορευματικής παραγωγής. (Στήν άρχή
τής παραγράφου ό Μάρξ λέει: «Άς έξετάσουμε πριν άπ’ όλα τή
σχέση πού δημιουργήθηκε, τήν άξια πού έγινε κεφάλαιο καί
τή ζωντανή έργασία σάν άντιμέτωπή του άξια χρήσης, έτσι
πού ή ζωντανή έργασία νά έμφανίζεται άπλώς σάν μέσο γιά
τήν άξιοποίηση τής άντικειμενοποιημένης, νεκρής έργασίας...
καί σάν άποτέλεσμα έχει δημιουργήσει άπό τή μιά μεριά τόν
πλούτο, σάν ξένο πράγμα, κι άπό τήν άλλη μόνο τήν άγανά-

* Ό Μάρξ δέ μιλάει έδοι γιά τόν ίογάτη άλλά γιά τήν υποκειμενική
όννατότητα έργασίας.
109

κτηση τής έργατικής δύναμης σάν δικό της πράγμα» (IBID., σ.


365). 2. Ή καπιταλιστική κοινωνία σάν ολότητα, σάν «κοινω­
νικό σώμα», δέν παράγει μόνο τήν άποξένωση άλλά καί τή
συνείδηση τής άποξένωσης, μ’ άλλα λόγια παράγει τις ριζικές
άνάγκες. 3. Αύτή ή συνείδηση (οϊ ριζικές άνάγκες) γεννιέται
άναγκαστικά άπό τόν καπιταλισμό. 4. Αύτή ή συνείδηση (τό
πλέγμα τών ριζικών άναγκών) είναι πού ξεπερνάει τόν καπι­
ταλισμό, πού κάνει άόύνατη τήν άνάπτυξή του, πού τόν κάνει
νά μή μπορεί νά είναι πιά βάση τής παραγωγής. Επομένως ή
άνάγκη νά διαλυθεί ή άντινομία καί νά συντονιστεί ή δράση
πού άποβλέπει σ’ αύτή τή διάλυση, συγκροτείται μέσα στό
συλλογικό καθήκον, μέσα στήν «τεράστια συνείδηση».
Αύτή ή «τεράστια συνείδηση» είναι άναμφίβολα ή ίδια
έννοια μέ τή «συνείδηση» πού άποτελεί θεμελιώδη κατηγορία
στό Ιστορία καί Ταξική Συνείδηση τού Λουκατς. Ά ν καί ό
Μάρξ δέν τόν άναφέρει στό σημείο έκείνο, δέ χωράει άμφι-
βολία πώς αύτή ή «τεράστια συνείδηση» ταυτίζεται μέ τήν
«έμπειρική συνείδηση» τής έργατικής τάξης. (Ή διαίσθηση
τού Λούκατς «ραίνεται καθαρά άπό τό γεγονός ότι δέ γνώ­
ριζε τά Grundrisse τήν έποχή πού έγραφε τό Ιστορία καί
Ταξική Συνείδηση.) Ή «τεράστια συνείδηση» δέν είναι ή
συνείδηση τής άθλιότητας ούτε ή συνείδηση τής sensu stricto
φτώχιας· κατά συνέπεια οί άνάγκες πού άκολουθούν (ή πού
άποτελούν τή βάση της) δέν άφορούν τή μεγαλύτερη ιδιο­
κτησία, τό μεγαλύτερο μισθό ή τήν καλύτερη ζωή. Είναι ή
άπλή συνείδηση τής άποξένωσης, ή γνώση ότι οί κοινωνικές
σχέσεις είναι άποξενωμένες, κι άπό δώ προκύπτει ή άνάγκη (ή
αύτό πού άποτελεί τή βάση τής άνάγκης) νά καταργηθεί ή
άποξένωση, νά άνατραπούν έπαναστατικά οί άποξενωμένες
παραγωγικές καί κοινωνικές σχέσεις καί νά δημιουργηθούν
γενικά μή άποξενωμένες παραγωγικές καί κοινωνικές σχέσεις.
Ή ιστορία όμως δέν έχει άπαντήσει μέχρι σήμερα τό έρώ-
τημα άν ή καπιταλιστική κοινωνία παράγει πραγματικά αύτή
τήν «τεράστια συνείδηση» (πού όέν υπήρχε τήν έποχή τού
Μάρξ γιαυτό καί άναγκάστηκε νά τήν «κατασκευάσει»).
5. Τό «Σύστημα τών Αναγκών» καί ή Κοινωνία
τών «Συνεταιρισμένων Παραγωγών»

Ή ανάλυση τού Μάρξ γιά τήν κοινωνία τών «συνεταιρι­


σμένων παραγωγών» είναι θεμελιωμένη φιλοσοφικά στήν έν­
νοια τού συστήματος τών άναγκών. Άπό φιλοσοφική άποψη
οί συγκεκριμένες άνάγκες δέν μπορούν νά άναλυθούν άπομο-
νωμένα, γιατί δέν ύπάρχουν ούτε άπομονωμένες άνάγκες ούτε
απομονωμένοι τύποι άναγκών. Κάθε κοινωνία έχει τό δικό της
σύστημα άναγκών, πού έπομένως δέν μπορεί νά είναι άπό
καμιά άποψη καθοριστικό γιά νά κριθεί τό σύστημα άναγκών
μιάς άλλης κοινωνίας. «Τό σύστημα άναγκών στό σύνολό του
θεμελιώνεται στή σημασία ή στήν όλη οργάνωση τής παραγω­
γής; Στις περισσότερες περιπτώσεις οί άνάγκες ξεπηδούν άπό
τήν παραγωγή ή άπό μιά γενική κατάσταση πού βασίζεται
στήν παραγωγή» (Ή Αθλιότητα τής Φιλοσοφίας, MEW 4, σ.
76· ή υπογράμμιση δική μου).
Στό δεύτερο κεφάλαιο μιλήσαμε γιά τήν περιγραφή τού
συστήματος τών άναγκών άπό τόν Μάρξ, όπως άναπτύχθηκε
μέσα στόν καπιταλισμό- θά ξαναγυρίσουμε έδώ μέ συντομία
στό ίδιο θέμα. Ή δομή τών άναγκών άνάγεται στήν άνάγκη
κατοχής, στήν όποια υποτάσσεται ολόκληρο τό σύστημα τών
άναγκών. Όλο αύτό παρουσιάζεται στά μέλη τής άρχουσας
τάξης σάν άνάγκη νά αύξήσουν ποσοτικά τις άνάγκες ένός
ίδιου τύπου καθώς καί τά άντικείμενά πού τις ικανοποιούν,
ένώ στήν έργατική τάξη παρουσιάζεται σάν άναγωγή στις
άπλές βιοτικές άνάγκες, δηλαδή στις «φυσικές άνάγκες» καί
τήν ικανοποίησή τους. Οί ποιοτικές άνάγκες ποσοτοποιού-
νται, άπό άνάγκες-σκοποί γίνονται άνάγκες-μέσα καί άντίσ-
τροφα. Επειδή όμως άνάγκες μέ έτερογενή ποιότητα δέν
μπορούν ν’ άναπτυχθούν, οί άπολαύσεις τών άνθρώπων μέ­
νουν «ώμές» καί «χυδαίες» καί μερικές άπ’ αύτές «σταθε­
ροποιούνται». Στις σχέσεις τών άνθρώπων έπικρατούν οί
σχέσεις τού συμφέροντος.
Ή παραγωγή, οί παραγωγικές σχέσεις, οί κοινωνικές σχέ­
σεις καί τά συστήματα άναγκών είναι, όπως ξέρουμε, στοιχεία
ένός καί τού αύτού κοινωνικού σχηματισμού πού προϋποτί­
θενται άμοιβαία. Ή δομή τών άναγκών είναι μιά έμφυτη,
οργανική δομή τού όλου κοινωνικού σχηματισμού. Ή δομή
I ll

τών άναγκών τής καπιταλιστικής κοινωνίας άνήκει λοιπόν


στήν καπιταλιστική κοινωνία, μόνο καί άποκλειστικά. Γιαυτό
όέν μπορεί νά είναι καθοριστική γιά τήν κρίση μιάς οποιοσ­
δήποτε κοινωνίας γενικά, πολύ λιγότερο γιά τήν κοινωνία τών
«συνεταιρισμένων παραγωγών», πού είναι τό άντίθετο όχι
μόνο τής καπιταλιστικής άλλά κάθε πολιτισμένης κοινωνίας
πού ύπήρξε ώς τώρα, ή πρώτη μή άποξενωμένη κοινωνία, τό
«κράτος τής έλευθερίας».
Ά ν όμως ένα σύστημα άναγκών άνήκει σ’ ένα δοσμένο
κοινωνικό σχηματισμό, πώς μπορούν νά γεννηθούν οί ύποκει-
μενικές δυνάμεις πού θά γκρεμίσουν αύτή τή δοσμένη κοι­
νωνία; Κάθε κοινωνία είναι μιά ταξική κοινωνία πού βασί­
ζεται στόν καταμερισμό τής έργασίας, στήν όποια δηλαδή καί
τό σύστημα τών άναγκών είναι «καταμερισμένο». Οί έκμεταλ-
λευμένες τάξεις δέν άπαίτησαν τις περισσότερες φορές τίποτα
παραπάνω άπό μιά καλύτερη ικανοποίηση αύτών τών καταμε­
ρισμένων άναγκών. Ωστόσο οί ίδιες αύτές έκμεταλλευμένες
τάξεις (σέ ορισμένες, διαφορετικές κάθε φορά, ιστορικές συν­
θήκες) συνειδητοποιούν τήν άντίθεση πού ύπάρχει άνάμεσα
στό σύστημα άναγκών τών κυρίαρχων τάξεων καί τό δικό
τους. Τότε θέλουν κυρίως νά παραμερίσουν τά έμπόδια πού
ύπάρχουν στό δρόμο τής ικανοποίησης τών δικών τους άνα­
γκών, νά γενικεύσσυν αύτό τό σύστημα ή νά κάνουν ύλοποιή-
σιμα — γιά δικό τους όφελος — ορισμένα στοιχεία άπό τό
σύστημα άναγκών τών κυρίαρχων τάξεων. Αύτό οδηγεί στό
γκρέμισμα τής κοινωνικής τάξης πραγμάτων ή στή γενική
καταστροφή τών παραγωγικών δυνάμεων. Στήν πρώτη περί­
πτωση (πού κλασικό της παράδειγμα είναι ή σύσταση τού
άστικού κράτους) οργανώνεται μιά νέα κυρίαρχη τάξη, ένώ
στή δεύτερη περίπτωση ή κοινωνία όέν μπορεί πιά νά λει­
τουργήσει. (Όπως προκύπτει άπό τό άπόσπασμα τών Grun­
drisse πού παραθέσαμε, ό Μάρξ έρμήνευσε τήν πτώση τής
ρωμαϊκής αύτοκρατορίας μ’ αύτή τή δεύτερη έννοια).
Οί άνάγκες πού ξεπερνούν όμως τό παρόν όέν είναι ριζικές
άνάγκες. Κι αύτό γιατί ή άνάγκη όέν υπερβαίνει τό σύνολο
τού συστήματος τών άναγκών, άλλά μόνο τόν «καταμερισμό »
τού συστήματος τών άναγκών. Ή άνάγκη τού δούλου νά γίνει
έλεύθερος δέν είναι καινούργια, γιατί ή κοινωνία πού τόν
ύποδουλώνει είναι μιά κοινωνία έλεύθερων άνθρώπων. Ούτε
καί ή άνάγκη τής άστικής τάξης νά καταλάβει τήν πολιτική
112

εξουσία είναι καινούργια, γιατί άπλά καί μόνο εκφράζει τήν


άξίωση νά ικανοποιήσει κανείς γιά τόν έαυτό του μιά άνάγκη
πού ήδη ύπάρχει γιά τούς άλλους καί είναι προϋπόθεση γιά
τήν άνεμπόδιστη ικανοποίησή της νά. παραμερίσει όλα τά
έμπόδια πού βρίσκει. Ωστόσο οί ριζικές άνάγκες τής έργα­
τικής τάξης πού δημιούργησε ό καπιταλισμός είναι έξ ορισμού
διαφορετικές. Ή φύση τους είναι τέτοια, πού δέν μπορούν
ποτέ νά ικανοποιηθούν μέσα στή δοσμένη κοινωνία, καί άπό
τήν άστική τάξη καί άπό τό προλεταριάτο. (Όπως ξέρουμε τό
είναι τής άστικής τάξης είναι έξίσου άποξενωμένο μέ τό είναι
τού προλεταριάτου).
Γιαυτό οί ριζικές άνάγκες οδηγούν άποκλειστικά στήν πλή­
ρη άναόιάρθρωση τού συστήματος άναγκών κι ό Μάρξ δέν
έχει καμιά άμφιβολία σχετικά. Τό σύστημα άναγκών τού καπι­
ταλισμού άνήκει στόν καπιταλισμό· ώστόσο μόνο αύτή ή «κα­
θαρή» κοινωνία άναπτύσσει άρκετά τις παραγωγικές δυνάμεις
γιά νά καταργήσουν τόν καταμερισμό τής έργασίας καί μόνο
αύτή μπορεί νά δημιουργήσει, καί δημιουργεί, τις άνάγκες
πού άνήκουν βέβαια στό είναι της άλλά όχι καί στό σύστημα
άναγκών της. Γιαυτό μόνο οί ριζικές άνάγκες είναι κατάλ­
ληλες γιά τή δημιουργία ένός νέου κοινωνικού σχηματισμού,
ριζικά διάφορου άπό τόν προηγούμενο· γιατί οί άνθρωποι,
προσπαθώντας νά τις ικανοποιήσουν, καταλήγουν σ’ ένα νέο
κοινωνικό σχηματισμό μ’ ένα ριζικά νέο σύστημα άναγκών
πού διαφέρει άπ’ όλα τά προηγούμενα.
Είναι λοιπόν παράλογο νά κρίνουμε τό σύστημα άναγκών
πού προϋποθέτει ό Μάρξ γιά τήν κοινωνία τών «συνεταιρι­
σμένων παραγωγών» στή βάση τής σημερινής δομής άναγκών.
Δίχως τήν έννοια τής άναδιάρθρωσης, ή θεμελιακή σκέψη ότι
ή έργασία καί ή ύπεραξία γίνονται ζωτικές άνάγκες είναι
έντελώς άκατανόητη. Γιά τόν Μάρξ ή πλήρης άναδιάρθρωση
τού συστήματος άναγκών στόν κομμουνισμό είναι conditio sine
qua non όλων τών συλλογισμών πού άφορούν τήν κοινωνία τού
μέλλοντος. Ήδη στά Οικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρό­
γραφα τού 1844 γράφει ότι άκόμα καί οί «αισθήσεις» τού
«κοινωνικοποιημένου» άνθρώπου θά γίνουν διαφορετικές σέ
σχέση μέ τις αισθήσεις τού σημερινού. Στά Grundrisse πάλι,
γράφει στή σελίδα 599 σχετικά μέ τήν άνάπτυξη τού πλούτου
τής άνθρώπινης ζωής στόν έλεύθερο χρόνο: «Ό έλεύθερος
χρόνος — πού είναι καί σχόλη καί καιρός γιά άνώτερες
113

δραστηριότητες — μετέτρεψι q νυικά τόν κάτοχό του in δια­


φορετικό υποκείμενο...»* (ή υπογράμμιση δική μου). Γιά τόν
Μάρξ λοιπόν ή ριζική άναδιάρθρωση τών άναγκών, τών ικα­
νοτήτων καί τών αισθήσεων είναι «φυσική». Άφού όμως ή
«κοινωνία τών συνεταιρισμένων παραγωγών» άποτελεί μιά
ολότητα, ένα «κοινωνικό σχηματισμό» όπως καί κάθε άλλη
κοινωνία, ό μηχανισμός τών λειτουργιών της καί ή ριζικά νέα
δομή τών άναγκών συνδέονται άμοιβαία. Τό νέο σύστημα
άναγκών γίνεται δηλαδή κατανοητό μόνο σέ συσχετισμό μέ τή
λειτουργία τού νέου «κοινωνικού σώματος», όπως καί ή
λειτουργία τού συνόλου τού νέου κοινωνικού «σχηματισμού»
γίνεται κατανοητή μόνο σέ σχέση μέ τό νέο σύστημα άναγκών.
Ή κοινωνία τών «συνεταιρισμένων παραγωγών» είναι λοι­
πόν μιά κοινωνία στήν όποια ικανοποιούνται οί ριζικές άνά­
γκες γιά νά φτιάξουν μέ τή σειρά τους μιά νέα δομή άναγκών,
μιά κοινωνία δηλαδή, στήν όποια πραγματώνονται καί καταρ-
γοννται καί ή ριζική φιλοσοφία καί ή ριζική θεωρία*.

Τό σύστημα άναγκών τού κομμουνισμού πρέπει νά έξετα-


στεΐ άπό δύο — διαφορετικές — πλευρές: άπό τήν πλευρά τών
υλικών καί τών μή υλικών άναγκών, καί άπό τήν πλευρά τής
σχέσης αύτών τών δύο τύπων άναγκών μέσα σέ μία καί τήν
αυτή δομή άναγκών. Λέγοντας ύλικές άνάγκες έννοώ όλες
έκείνες τις άνάγκες πού γιά τήν ικανοποίησή τους πρέπει νά
παράγονται καί νά άναπαράγονται όιαρκώς άντικείμενα καί
μέσα (πού χρησιμοποιούνται στήν κατανάλωση καί τήν παρα­
γωγική κατανάλωση). Μή ύλικές είναι οί άνάγκες έκείνες πού
γιά τήν ικανοποίησή τους τά άντικείμενα δέν παράγονται στήν
οργανική άνταλλαγή μέ τή φύση ή μάλλον δέν «παράγονται»
καθόλου*. Ό διαχωρισμός αύτών τών δύο άπόψεων δέν είναι

* Ό Μάρξ τονίζει πώς αύτό τό πρόβλημα πρέπει νά εξεταστεί βαθύτερα,


στή βάση τών «φυσικών» καί τών «πολυτελών» άναγκών, δηλ. στή βάση τής
κατάργησης τής άντίθεσής τους. «Αύτό τό ζήτημα γιά τό σύστημα τών
άναγκώ ν... σέ ποιο σημείο θά πρέπει νά τό έξετάσουμε;» (Grundrisse. 426-
427).
* Φ υσικά δέν έννοείται έδώ ή κατάργηση τής φιλοσοφίας γενικά, άλλά τής
ριζοσπαστικής φιλοσοφίας, πού πρέπει νά συναρπάσει τις μάζες γιά νά γίνει
Ολική δύναμη. Αύτό προκύπτει εξάλλου καί άπό τά έπόμενα.
* Ξέρω καλά πώς αύτές οί δύο ομάδες δέν είναι «ξεκαθαρισμένες». Γιά τήν
I 14

αυθαίρετος άλλά στηρίζεται σέ μιά ουσιαστική διαφοροποί­


ηση τού Μάρξ. Γιατί σύμφωνα μέ τόν Μάρξ ή σφαίρα τής
παραγωγής είναι ό τομέας έκείνος πού θά μείνει πάντα
«κράτος τής άναγκαιότητας»· πάνω σ’ αυτόν θά στηριχτεί τό
«κράτος τής έλευθερίας», πού υποτάσσει τήν παραγωγή στους
δικούς του ιδιαίτερους στόχους. Οί άνάγκες έκείνες πού
μπορούν νά ικανοποιηθούν μόνο μέ τή βοήθεια θεσμών (άς
θυμηθούμε ξανά τήν κοινωνική ή κοινοτική ικανοποίηση τών
άναγκών) είναι μόνο μερικά ύλικές, στό βαθμό πού άπαιτούν
ύλικά μέσα· άπό τήν άλλη μεριά όμως δέν είναι ύλικές, άφού
ικανοποιούνται μέ τήν άνθρώπινη δραστηριότητα (ό Μάρξ
άναφέρει τά παραδείγματα τών σχολείων καί τών νοσοκο­
μείων). Επίσης ή άνάγκη γιά δημόσιους θεσμούς είναι ώς ένα
μέρος ύλική (π.χ. χτίσιμο κατοικιών) καί ώς ένα μέρος όχι
(ύπηρεσίες μή ύλικής φύσης). Αύτό, τουλάχιστο στή «δεύτερη
φάση» τού κομμουνισμού, είναι αύτονόητο γιά τόν Μάρξ,
άφού παύει πιά νά ύπάρχει ή άντίθεση πού δημιούργησε ό
καπιταλισμός άνάμεσα στήν παραγωγική καί τή μή παραγω­
γική έργασία, γιατί τώρα πιά δέ θά ύπάρχει ούτε άνταλλαγή
ούτε άνταλλακτική άξια καί ή έργατική δύναμη δέ θά έμφα-
νίζεται πιά σάν έμπόρευμά. Ή κατηγορία τού «κοινωνικά
άναγκαίου χρόνου έργασίας» θά μπορεί νά έρμηνευτεί μόνο
άπό τήν άποψη τής ύλικής διαδικασίας τής παραγωγής. (Ή
έννοια τού «κοινωνικά άναγκαίου χρόνου έργασίας» δέν
μπορεί νά έφαρμοστεί σέ κανενός είδους «έλεύθερη» ένασχό-
ληση, ούτε γιά τις έπιστημονικές καί καλλιτεχνικές δραστηριό­
τητες). Βέβαια όλα αύτά δέν ισχύουν γιά τήν «πρώτη φάση
τού κομμουνισμού», άφού έκεί ό καταμερισμός γίνεται κατά
κανόνα στή βάση τής έργασίας καί γιαυτό ό «κοινωνικά άνα-
γκαίος χρόνος έργασίας» πρέπει νά μετριέται σέ κάθε έργα-
σιακή δραστηριότητα. Στό σημείο αύτό ό Μάρξ δέν παρου­
σίασε διεξοδικά τις άπόψεις του άλλά περιορίστηκε μόνο νά
παρατηρήσει ότι σ’ αύτή τή φάση πρέπει νά ίσχύσει τό ίδιο
δίκαιο γιά διαφορετικούς άνθρώπους — δηλαδή τό σύστημα
δικαίου τής άστικής κοινωνίας. Κι έμείς άκόμα δέν μπορούμε
ικανοποίηση π.χ. τής καλλιτεχνικής άνάγκης, χρειάζεται καί ή παραγωγή. Τά
σπίτια πρέπει νά χτιστούν, καί τά βιβλία νά τυπωθούν. Ωστόσο ή καλλι­
τεχνική άνάγκη σάν τέτοια δέν ικανοποιείται μέ τό σπίτι ή τό βιλίο. άλλά μέ
τό έργο τέχνης, πού δέν άνήκει στή σφαίρα τής παραγωγής σάν άντικειμε-
νοποϊηση.
115

νά φανταστούμε αύτό τό μηχανισμό χωρίς έμπορευματικές καί


χρηματικές σχέσεις. Στή γνωστή δέκατη παράγραφο τού Μα­
νιφέστου τού Κομμουνιστικού Κόμματος (τά μέτρα πού άπαι-
τούνται γιά τή θεμελίωση τής πρώτης φάσης τού κομμουνι­
σμού) δέν άναφέρει καθόλου τήν κατάργηση τής έμπορευμα-
τικής παραγωγής. Μιλάει μόνο γιά «... μέτρα... πού άπό
οικονομική άποψη φαίνονται άνεπαρκή καί άστήριχτα, άλλά
στήν πορεία τού κινήματος ξεπερνούν τόν έαυτό τους καί
γίνονται άναπόφευκτα τό μέσο γιά τήν άνατροπή ολόκληρου
τού τρόπου παραγωγής» (MEW 4, σ. 431). Επειδή λοιπόν
γιά τόν Μάρξ καί τόν Ένγκελς τό πέρασμα αύτό είναι άναπό-
φευκτο, δέ δίνουν καμιά προσοχή στά πραγματικά προβλή­
ματα. Δέ διευκρινίζουν άκόμα άν ή πραγμάτωση τής πρώτης
φάσης τού κομμουνισμού σημαίνει ταυτόχρονα καί τήν κατάρ­
γηση τής έμπορευματικής παραγωγής ή άν αύτό άποτελεί
χαρακτηριστικό τής δεύτερης φάσης- έξίσου λίγο άναφέρονται
καί οί δύο στόν τρόπο τού περάσματος καί περιορίζονται
μόνο στήν έξέταση τών «ιδανικών τύπων». Αναλύοντας τώρα
τή μαρξική θεωρία τής άνάγκης, δέν μπορούμε παρά νά χρησι­
μοποιήσουμε αύτούς τούς «ιδανικούς τύπους». Είμαστε λοι­
πόν άναγκασμένοι νά παραμερίσουμε ένα πρόβλημα κεντρικό
γιά μάς σήμερα, τό πρόβλημα τού περάσματος (πού βέβαια
μπορεί νά κρατήσει αιώνες) καθώς καί τήν άνάλυση τού
προτύπου — ή τών πιθανών προτύπων — τού περάσματος.
Χρειάζεται άκόμα άλλος ένας περιορισμός: έξετάζοντας έδώ
τή θεωρία τής άνάγκης τού Μάρξ, θά δούμε τό πρότυπο τών
«συνεταιρισμένων παραγωγών» μόνο άπ’ αύτή τή σκοπιά,
άφήνοντας καταμέρος όλες τις άλλες όψεις του, όσο σημα­
ντικές κι άν είναι.
Γιά νά μπορέσουμε ν’ άναλύσουμε τις σχέσεις τών άναγκών
μέ τήν ύλική παραγωγή καί τά προϊόντα της, πρέπει νά έξετά-
σουμε ποιός είναι ό ρόλος τής ύλικής παραγωγής στις άντι-
λήψεις τού Μάρξ γιά τήν «κοινωνία τών συνεταιρισμένων
παραγωγών». Πρέπει δηλαδή νά δούμε τις έξής άπόψεις: α) ή
παραγωγή έξελίσσεται; 6) σέ ποιό βαθμό ή άνάπτυξη τής
παραγωγής άντιπροσωπεύει τήν αύξηση τού «κοινωνικού
πλούτου»; γ) ύπάρχει καταμερισμός τής έργασίας; ό) ύπάρχει
ή όχι άναγκαία έργασία καί ύπερεργασία; ε) ποιές είναι οί
άναλογίες άνάμεσα στήν παραγωγή άμεσων καταναλωτικών
άγαθών άπό τή μιά μεριά, και στά μέσα τής παραγωγή;
116

αγαθών απαραίτητων γιά τήν «κοινωνική ικανοποίηση τών


άναγκών» άπό τήν άλλη;

Α) Σχετικά μέ τό πρώτο έρώτημα ή άπάντηση τού Μάρξ


είναι άπερίφραστα καταφατική. Ή κοινωνία τού μέλλοντος
είναι ταυτόχρονα καί μιά κοινωνία τού ύλικού πλούτου πού
μεγαλώνει διαρκώς. Αύτή τή σκέψη τή συναντάμε ούσιαστικά
σέ όλα τά έργα τού Μάρξ, γιαυτό θ’ άρκεστούμε νά δώσουμε
άποδεικτικά μόνο ένα παράδειγμα. Στόν τρίτο τόμο τών θεω ­
ριών γιά τήν Υπεραξία (MEW 26, σ. 252) παρουσιάζει τις δύο
έναλλακτικές λύσεις γιά τήν αύξηση τού διαθέσιμον χρόνον.
Ή μία λύση θά ήταν νά παράγεται μεγαλύτερος πλούτος στό
μισό έργάσιμο χρόνο. Ή άλλη θά ήταν νά μειωθεί ό έργάσιμος
χρόνος στό μισό, έτσι πού ν’ άφιερωθεί ό ύπόλοιπος στήν
ικανοποίηση τών πραγματικών «άπαραίτητων άναγκών». Ή
σύγχιση αύτών τών δύο λύσεων είναι γιά τόν Μάρξ θεωρητικό
λάθος καί άσάφεια, καί ό ίδιος δηλώνει ότι ύποστηρίζει τήν
πρώτη.
Βάση γιά τήν άνάπτυξη τής παραγωγής θά είναι στό μέλλον
ή έκπληκτική αύξηση τής άναλογίας τού πάγιον κεφαλαίον,
πράγμα άπόλυτα δυνατό άφού ή αύξηση τής παραγωγής θά
έξαρτάται άπό τήν άξιοποίηση. Ή αύξηση τού πάγιου κεφα­
λαίου σέ έπίπεδα άφταστα άπό τόν καπιταλισμό θά έγγυάται
τό ότι ή ύλική παραγωγή θά άπαιτεί ολοένα λιγότερη ζωντανή
έργασία. Μόνο έτσι θά γίνει δυνατή ή διαρκής μείωση τού
χρόνου έργασίας μέ τή διαρκή αύξηση τής παραγωγής. Αύτό
βέβαια δέ σημαίνει ότι ή νεκρή έργασία κυριαρχεί πάνω στή
ζωντανή (άφού δέν ύπάρχει πιά καπιταλιστική σχέση). Αντί­
θετα, ή ζωντανή έργασία θά κυριαρχεί στή νεκρή.
Ή άτέλειωτη πρόοδος τής ύλικής παραγωγής είναι μιά ιδέα
πού χαρακτηρίζει ξεκάθαρα τις άντιλήψεις τού Μάρξ· οί
σκέψεις του όμως γιά τό ρνθμό τής αύξησης τής παραγωγής
έρχονται άρκετές φορές σέ άντίφαση. Ά π ό τή μιά δηλαδή
υποθέτει ότι ό καπιταλισμός, φτάνοντας σ’ ένα ορισμένο
σημείο θά γίνει τροχοπέδη τής άνάπτυξης τών παραγωγικών
δυνάμεων (καί ιδιαίτερα τής αύξησης τού πάγιου κεφαλαίου)·
έδώ ό ρυθμός τής ύλικής παραγωγής στήν κοινωνία τών
«συνεταιρισμένων παραγωγών» θά πρέπει νά είναι ταχύτερος,
τουλάχιστο σέ σύγκριση μέ τήν κατάσταση τού όψιμου καπι­
117

ταλισμού. Ά π ό τήν άλλη όμως ή έπιτάχυνση τού ρυθμοί· τη;


υλικής παραγωγής, όπως θά δούμε παρακάτω, καθορίζεται
άπό τις άνάγκες τών «συνεταιρισμένων παραγωγών», πού θά
στρέφονται όλο καί λιγότερο στά ύλικά καταναλωτικά άγαθά.
Μ’ αύτό δημιουργείται μιά νέα δομή άναγκών άποφασιστικής
σημασίας. Στή νέα αύτή δομή τών άναγκών ό Μάρξ έπιχειρεί
τήν κατασκευή ένός «προτύπου κορεσμού»: τά ύλικά κατανα­
λωτικά άγαθά (πού έξυπηρετούν τήν άμεση κατανάλωση) θά
πρέπει νά παίζουν μέσα στή δομή τών άτομικών άναγκών
έναν όλο καί πιό περιορισμένο ρόλο κι οπωσδήποτε ή έπιροή
τους θά έλαττώνεται. Αλλες άνάγκες, καί όχι ή ίδια ή παρα­
γωγή, θά περιορίζουν αύτές τις άνάγκες, γιατί ή παραγωγή
δέν τις ξεπερνάει άλλά συμμορφώνεται μ’ αύτές. Τό ότι ή
δημιουργία νέων ύλικών άναγκών (ή «παραγωγή» άναγκών
νέου τύπου) ξεκινάει άπό τήν ίδια τήν παραγωγή, είναι
πραγματικά άδιανόητο στό παραπάνω πρότυπο. Ό λ α αύτά
θά έπρεπε νά οδηγήσουν — μέ τήν έπίτευξη ένός ορισμένου
βαθμού πλούτου — σέ μιά μείωση τού ρυθμού τής αύξησης τής
παραγωγής.
• Ό Μάρξ πιστεύει πώς άναγνωρίζει αύτή τήν «άλλαγή
δομής» καί στις «ριζικές άνάγκες» τού προλεταριάτου τής
έποχής του, όπως άλλωστε φαίνεται κι άπό τις παρατηρήσεις
του σχετικά μέ τις θέσεις τού προλεταριακού ίδεολόγου Γκα-
λιάνι. Ξέρουμε βέβαια πώς ή βασική θέση τού Γκαλιάνι ήταν:
« Ό άληθινός πλούτος... είναι ό άνθρωπος». Ό Μάρξ συμ­
φωνεί μαζί του καί προσθέτει: « Ολόκληρος ό άντικειμενικός
κόσμος, ό ‘κόσμος τών άγαθών’ άφομοιώνεται έδώ σάν άπλό
στοιχείο ... τής κοινωνικής παραγωγικότητας τού άνθρώπου»
(Θεωρίες γιά τήν Υπεραξία, MEW 26, σ. 263).

Β) Έ τσ ι φτάνουμε στό δεύτερο πρόβλημα, δηλαδή σέ ποιό


βαθμό ή άνάπτυξη τής παραγωγής άντιπροσωπεύει καί αύ­
ξηση τού «κοινωνικού πλούτου».
Τό πρόβλημα διασπάται σέ δύο έντελώς διαφορετικά προ­
βλήματα (άν καί στις άναλύσεις έμφανίζονται μαζί). 1. Κατά
πόσο μπορεί νά θεωρηθεί ή έργασία πηγή τού ύλικού πλούτου
καί 2. κατά πόσο ή παραγωγή — καί ό ύλικός πλούτος πού
δημιουργείται μέσα σ’ αυτήν — μπορούν νά θεωρηθούν μονα­
δική πηγή τού γενικού πλούτου.
1 ΙΗ

1. Στό πρώτο έρώτημα ό Μάρξ δίνει διάφορες απαντήσεις


πού θά τις έξετάσουμε αργότερα. Γ ιά τήν ώρα θ’ άρκεστούμε
νά έπισημάνουμε ότι γιά τόν Μάρξ τά δύο παραπάνω ερω­
τήματα είναι κατ' άρχή άξεχώριστα, κι αύτό κυρίως έπειδή ή
πηγή τών άξιών χρήσης (ό πλούτος τών άξιών χρήσης είναι
έξάλλου ό καθαυτό ύλικός πλούτος) είναι ή έργασία μαζί μέ
τή φύση κι όχι μόνο ή έργασία*.
Τό ότι πηγή τού πλούτου είναι μόνο ή έργασία είναι άποψη
τής άστικής κοινωνίας, δηλαδή τής κοινωνίας στήν όποια έπι-
κρατεί ή άντίφαση άνάμεσα στή χρηστική καί τήν άνταλ­
λακτική άξια πού ενσαρκώνεται στήν παραγωγή έμπορευ-
μάτων. (Στις Θεωρίες γιά τήν Υπεραξία ό Μάρξ κατηγορεί
μερικούς κριτικούς τού Ρικάρντο έπειδή μένουν προσκολ-
λημένοι στό σύστημα τών κατηγοριών τής άστικής κοινωνίας,
καί θεωρούν τήν έργασία μοναδική πηγή πλούτου, άκόμα κι
όταν βγάζουν ά π ’ αύτό συμπεράσματα άντίθετα μέ τού Ρι­
κάρντο). Ά κ όμα πιό σημαντικό είναι όμως τό ότι ό Μάρξ έχει
γιά τήν έργασία μιά άντίληψη, σύμφωνα μέ τήν όποια ή
έργασία πού έκτελείται μέσα στήν «κοινωνία τών συνεταιρι­
σμένων παραγωγών» έλαττώνεται στό μίνιμουμ καί τελικά
παύει νά ύπάρχει. Έ τσι όμως είναι παράλογο νά βλέπει
κανείς τήν έργασία σάν πηγή τού (ύλικού) πλούτου καί νά τόν
μετράει στή 6άση τού χρόνου έργασίας. Στήν άνάπτυξη αύτής
τής θέσης ό Μάρξ δέχεται — άν καί μέ κάποιες έπιφυλάξεις —
τις άπόψεις τού συντάκτη τής μπροσούρας Source and Remedy,
άλλά αύτό δέ σημαίνει πώς ή άποψη παύει νά είναι δική τον.
Θέλω νά τονίσω έδώ ότι αύτή είναι μόνο μία άπό τις άπόψεις
τού Μάρξ, πράγμα πού δείχνει τουλάχιστον ότι γι’ αύτόν
δηλώσεις τού τύπου «Ή έργασία είναι πηγή ύλικού πλούτου»
ή «Ή παραγωγή είναι πηγή ύλικού πλούτου» είναι διαφο­
ρετικές καί ξεχωρίζουν εύκολα ή μιά άπό τήν άλλη.
Σχετικά μ’ αύτό θά παραθέσουμε ένα άπόσπασμα άπό τά
Grundrisse: «Ή έργασία δέν έμφανίζεται πιά τόσο πολύ κλει­
σμένη μέσα στή διαδικασία τής παραγωγής, άλλά ό άνθρωπος
σχετίζεται σάν φύλακας καί ρυθμιστής μέ τή διαδικασία τής
παραγωγής... Δέν είναι πιά ό έργάτης, πού άνάμεσα στό
άντικείμενο καί τόν έαυτό του παρεμβάλλει σάν ένδιάμεσο

• Μ ιά ριζική ανάλυση πάνω σ' αύτό 6λ. άνάμεσα στ’ άλλα καί στήν
Κ ριτική τού Προγράμματος τή; Γκότα.
119

μέλος τό τροποποιημένο φυσικό αντικείμενο- είναι αύτό; πού


παρεμβάλλει τή φυσική διαδικασία, πού τή μετατρέπει σέ
βιομηχανική διαδικασία, σάν μέσο άνάμεσα στόν ίδιο καί τήν
άνόργανη φύση πού γίνεται ύποχείριό του. Έ τσι έμφανίζεται
πλάι στή διαδικασία τής παραγωγής άντί νά είναι ό κύριος
παράγοντάς της. Σ ’ αύτή τή μεταμόρφωση άκρογωνιαίος λίθος
τής παραγωγής καί τού πλούτου δέν είναι ούτε ή άμεση έργα­
σία πού έκτελεί ό ίδιος ό άνθρωπος, ούτε ό χρόνος πού έργά-
ζεται, άλλά ή οίκειοποίηση τής δικής του γενικής παραγω­
γικής δύναμης, ή κατανόησή του γιά τή φύση καί ό έλεγχός
της άπό τόν ίδιο σάν κοινωνικό σώμα — μέ δυό λόγια ή
άνάπτυξη τού κοινωνικού άτόμου... Μόλις ή έργασία μέ τήν
άμεση μορφή της πάψει νά είναι μεγάλη πηγή πλούτου, ό
έργάσιμος χρόνος παύει καί πρέπει νά πάψει νά είναι τό
μέτρο του, καί έπομένως ή άνταλλακτική άξια παύει ν’ άπο­
τελεί μέτρο τής άξίας χρήσης» (σ. 592).
Πρέπει έδώ νά παραβλέψουμε τό γεγονός ότι ό Μάρξ έξι-
σώνει στό σημείο αύτό τήν άξια καί τήν άνταλλακτική άξια,
άν καί στό Κεφάλαιο τις ξεχωρίζει αύστηρά, κυρίως έπειδή
έκεί δουλεύει τό ύλικό του μέ μιά άλλη άντίληψη τής έργασίας
(όπου τό μέτρημα μέ τόν έργάσιμο χρόνο είναι άπαραίτητο).
Ά ς άναλύσουμε τώρα τό άπόσπασμα μόνο άπό τή δική μας
σκοπιά. Έ δώ ή «κοινωνία τών συνεταιρισμένων παραγωγών»
έμφανίζεται σάν μιά κοινωνία όπου ή έργασία έκτελείται άπό
μηχανές, καί όπου έπομένως κυριαρχεί άπόλυτα τό «πάγιο
κεφάλαιο», ένώ ή έργατική δύναμη — τουλάχιστο μέσα στή
διαδικασία τής ύλικής παραγωγής — χρησιμοποιείται μόνο
σάν «φύλακας καί ρυθμιστής». Γιά νά χρησιμοποιήσουμε μιά
σύγχρονη έκφραση, ό Μάρξ εισάγει τήν πλήρη αύτοματο-
ποίηση. Έ δώ μεγαλώνει ύπερβολικά ή σημασία ένός καθορι­
σμένου τύπου έργασίας, τής έπιστημονικής έργασίας, πού ό
ίδιος τήν ονομάζει «γενική έργασία». Ή έπιστημονική έργα­
σία δέν είναι όμως άμεσα παραγωγική, άλλά δραστηριότητα
τού general intellect — όπως δηλαδή ό προγραμματισμός, ό
σχεδιασμός, ή κατασκευή κ.λπ. Έ δώ όμως δέν μπορεί νά
έφαρμοστεί ή έννοια τού «κοινωνικά άναγκαίου χρόνου έργα­
σίας». Μέ δυό λόγια, ό ύλικός πλούτος έξακολουθεί νά
δημιουργείται άπό τήν παραγωγή, όχι όμως καί άπό τήν
παραγωγική έργασία μέ τήν κυριολεκτική σημασία τής λέξης.
Αύτό σημαίνει τήν ήγεμονία τής πνευματικής έργασίας πάνω
120

t>Ti| /.ιγόμενη «φυσική» έργασία.


2. Έ ν α άλλο έρώτημα είναι άν ή παραγωγή άποτελεί άπό-
λυτη πηγή τού κοινωνικού πλούτου. Στό έρώτημα αύτό ό
Μάρξ απαντάει παντού όχι. Ό ύλικός πλούτος — πού δημι-
ουργείται μέ τήν παραγωγή — δέν είναι κι ούτε μπορεί νά
είναι τίποτ’ άλλο παρά προϋπόθεση τού γενικού πλούτου τής
κοινωνίας. Ό αληθινός πλούτος τής κοινωνίας δημιουργείται
μέ τήν έλεύθερη άπασχόληση τών κοινωνικών άτόμων, μέ τήν
ποιοτικά πολύπλευρη δραστηριότητά τους καί τό ποιοτικά
πολύπλευρο σύστημα άναγκών τους. Ό άληθινός πλούτος τού
άνθρώπου καί τής κοινωνίας δέν μετριέται μέ έργάσιμο άλλά
μέ έλεύθερο χρόνο. Γ ιαυτό άκριβώς ό πλούτος τής κοινωνίας
τών «συνεταιρισμένων παραγωγών» δέν μπορεί νά μετρηθεί
μέ έργάσιμο χρόνο άλλά μέ έλεύθερο. Ά ντί γιά τις σχετικά
γνωστές άναλύσεις τών Grundrisse, θ’ άναφερθούμε έδώ στόν
τρίτο τόμο τών Θεωριών γιά τήν Υπεραξία: « Ό έργάσιμος
χρόνος, άκόμα κι όταν καταργηθεΐ ή ανταλλακτική άξια, θά
έξακολουθήσει νά είναι δημιουργός τού πλούτου καί μέτρο
τού κόστους πού άπαιτεί ή παραγωγή του. Ελεύθερος χρόνος,
όμως, χρόνος διαθέσιμος, είναι ό ίδιος ό πλούτος, είτε γιά τήν
άπόλανση τών προϊόντων είτε γιά τήν έλεύθερη δραστηριό­
τητα — πού, άντίθετα άπό τήν έργασία, δέν καθορίζεται άπό
τόν έξαναγκασμό ένός εξωτερικού σκοπού πού πρέπει νά
έκπληρωθεί, πού ή έκπλήρωσή του είναι φυσική άναγκαιότητα
ή κοινωνικό καθήκον»*. (MEW 26, σ. 253· ή ύπογράμμιση δική
μου).
Κ αί οί δύο λύσεις, όσο διαφορετικές κι άν είναι, προϋπο­
θέτουν μιά τέτοιου είδους άλλαγή τής δομής τών άναγκών,
πού γεννάει στά άτομα μεγαλύτερη άνάγκη γιά περισσότερο
έλεύθερο χρόνο (καί μέσα σ’ αύτόν γιά «έλεύθερη άπασχό­
ληση») κι όχι γιά π ιό αυξημένη παραγωγή ύλικών άγαθών, γιά
άκόμα μεγαλύτερο ύλικό πλούτο. (Ούσιαστικά δέν ύπάρχει
τόσο ψηλό έπίπεδο παραγωγικότητας πού νά μή μπορεί νά
ξεπεραστεί). Καί στις δύο άπόψεις λοιπόν ύπάρχει ή βαθιά
πεποίθηση ότι στήν «κοινωνία τών συνεταιρισμένων παρα­
γωγών» μόνο άλλες άνάγκες (ποιοτικά διάφορες) βάζουν όρια

• Τ ό άπόσπασμα αύτό προϋποθέτει ήδη τή διάκριση τής ανταλλακτικής


αξία ς ά πό τήν άξια.
στις άνάγκες"

Γ) Εξάλλου ή σχέση άνάμεσα στήν ύλική παραγωγή καί τή


δομή τών άναγκών στήν κοινωνία τών «συνεταιρισμένων
παραγωγών» είναι λειτουργία τής ύπαρξης ή μή τού καταμε­
ρισμού τής έργασίας καί, έφόσον ύπάρχει, τής φύσης τού
καταμερισμού τής έργασίας.
1. Α ναμφ ίβολα θά σταματήσει ό κοινωνικός καταμερισμός
τής έργασίας, καί μαζί καί ή διαίρεση τής κοινωνίας σέ
έκμεταλλευτές κι έκμεταλλευμένους, μέ δυο λόγια θά καταρ-
γηθεί ή ταξική διάρθρωση. Έτσι θά σταματήσει καί ή «διαί­
ρεση» τού συστήματος άναγκών, καί μάλιστα άνάλογα μέ τή
θέση πού καταλαμβάνει κάθε άνθρωπος στόν κοινωνικό κατα­
μερισμό τής έργασίας, καί τό άτομο θά πάψει νά είναι
ύποταγμένο σ’ αύτό τόν καταμερισμό. Ά κόμα κι άν σ' αύτή τή
νέα κοινωνία ύπάρχει ένας καταμερισμός τής έργασίας (μέ
διαφορετική έννοια π ι « \ τό άτομο θά μπορεί ώστόσο νά
έπιλέξει έλεύθερα τή J ή πού θέλει νά κατέχει μέσα σ’ αύτόν
τόν καταμερισμό, και νθά μπορεί πάντα νά άνανεώνει τήν
εκλογή τον. Θεωρητικά τό ίδιο θά έπρεπε νά συμβαίνει καί
στόν καπιταλισμό, άλλά στήν πραγματικότητα δέν έγινε ποτέ
τίποτα τέτοιο: ό κοινωνικός καταμερισμός τής έργασίας κρα­
τούσε ύποταγμένο τόν άνθρωπο κι έκείνος πρακτικά δέν
μπορούσε νά διαλέξει καμιά άλλη έργασία παρά μόνο έκείνην
πού ήταν άναγκασμένος νά έκτελέσει. Ή διαρκής «άλλαγή»
έργασίας στόν καπιταλισμό δέν είναι έπακόλουθο τής ελεύ­
θερης έκλογής ή τών «άναγκών άνάπτυξης» τού έργάτη, άλλά
ύπακούει στις άνάγκες άξιοποίησης τού κεφαλαίου. Ά ν ύπο-
θέσουμε ότι στήν κοινωνία τών «συνεταιρισμένων παραγω­
γών» θά ’πρεπε νά ύπάρχει κάποιου είδους καταμερισμός τής
έργασίας, ή έπιλογή καί ή άλλαγή τών έργασιών θά έξαρ-
τιόνταν μόνο άπό τις «άνάγκες άνάπτυξης» τού έργάτη.
2. Ε κ είν ο πού θά καταργηθεί οπωσδήποτε, θά είναι ό
διαχωρισμός πνενματικής καί χειρωνακτικής έργασίας. Σχε­
τικά μέ τή διαδικασία αύτή, ό Μάρξ είχε διάφορες σκέψεις,
όπως θά δούμε παρακάτω. Έχουμε ήδη έπισημάνει μία άπό

• Γιά τό ρόλο τής «γενικής εργασίας» σ' αύτό τό πρότυπο καθώς καί γιά τό
πρόβλημα τής άνάγκης τού ελεύθεροί’ χρόνου, θά πώ περισσότερα παρακάτω.
τις οκέψεις αύτές: Ή παραγωγή καί ή έργασία χωρίζονται, ό
άνθρω πος «έμφανίζεται πλάι στή διαδικασία τής παραγω­
γής», κάθε έργασιακή δραστηριότητα (άκόμα καί ή κοινωνικά
άναγκαία) γίνεται ένα είδος πνευματικής έργασίας. Ή άλλη
άντίληψη τού Μάρξ παρουσιάζει σημαντικές διαφορές. Σύμ­
φωνα μ’ αύτήν, κάθε είδος παραγωγικής έργασίας άνάγεται σέ
άπλή έργασία. Ωστόσο καί σ’ αύτή τήν περίπτωση ό χρόνος
έργασίας πρέπει νά μειωθεί τόσο, πού τό μεγαλύτερο μέρος
τής άνθρώπινης ζωής νά τό γεμίζει ή πνευματική άπασχόληση.
Κι αύτή όμως ή πνευματική άπασχόληση είναι, ώς ένα μέρος
τουλάχιστον, έργασία (άφού άπαιτεί μόχθο, μυαλό, νεύρα, δύ­
ναμη, μύες — καί ιδιαίτερα τά δύο πρώτα). Καί στούς δύο
τύπους έξαφανίζεται ή άντίθεση άνάμεσα στή -work- καί τή
•labour»* πού χαρακτηρίζει τήν ταξική κοινωνία καί πού κορυ-
φώνεται στόν καπιταλισμό. Ένώ όμως στήν έργασία πού έκτε-
λείται οτόν «κοινωνικά άναγκαίο χρόνο έργασίας» ή work
καθοδηγεί τή labour (άς θυμηθούμε τήν τελευταία πρόταση
τού άποσπάσματος πού παραθέσαμε άπό τις Θεωρίες γιά τήν
Υπεραξία: ή labour θά είναι πάντα ύποταγμένη σέ έξωτερι-
κούς σκοπούς, άλλά οί άνθρωποι θά τήν έκτελούν — σ’ άντί­
θεση πρός τήν έποχή τού καπιταλισμού — σάν «κοινωνικό
καθήκον»), ή διαφορά αύτή θά έξαφανιστεί οριστικά στήν
έργασία πού θά γίνει «έλεύθερη δραστηριότητα»: ή work θά
γίνει «καθαρή» labour.
Ά ν όμως ύπάρχει χειρωνακτική έργασία καί labour (οί δύο
αύτές έννοιες δέν μπορούν νά έξομοιωθούν άν καί ή έννοια
τού labour ύπάρχει πάντα καί στις δύο έννοιες), τότε θά έκτε-
λούνται άπό όλους τούς άνθρώπους κι έτσι κάθε άνθρωπος θά
έχει χρόνο — καί μάλιστα ίσο χρόνο — γιά «έλεύθερη δρα­
στηριότητα». Σύμφωνα λοιπόν μέ τήν πρώτη έννοια ή ίδια ή
φύση τής labour θά καταργήσει τή διαφορά άνάμεσα στή
χειρωνακτική καί τήν πνευματική έργασία, άν κι αύτό δέν
ισχύει σύμφωνα μέ τήν άλλη. Ό σ ο άφορά τά μεμονωμένα
άτομα, όμως, ό συλλογισμός τού Μάρξ είναι σαφής καί
κατηγορηματικός: κάθε άνθρωπος θά συμμετέχει στήν ανταλ­
λαγή τής ύλης άνάμεσα στή φύση καί τήν κοινωνία (μ’ άλλα
λόγια, όσο υπάρχει φυσική έργασία θά τήν έκτελεί, κι άν δέν

* Γιά τή διαφορά, δηλ. τήν άντίθεση, άνάμεσα στή -Work- καί τή «Labour»,
βλ. τό κεφάλαιο γιά τήν ίργαοία οτό 6ι6λίο μοι· Ή Καθημερινή Ζωή.
υπάρχει θά «ρυθμίζει» τή λειτουργία τού πάγιου κεφαλαίου)
καί πέρα ά π ’ αύτό θά έκτελεί μιά πολύ άναπτυγμένη καί
καθαρά πνευματική έργασία. Αυτός καί μόνο είναι ό πυρήνας
τής δήλωσης τού νεαρού Μάρξ, ότι ό άνθρωπος στόν κομμου­
νισμό θά είναι ψαράς, κυνηγός, βοσκός καί κριτικός, ότι δέ θά
ύπάρχουν ζωγράφοι άλλά μόνο άνθρωποι πού, κοντά στ’
άλλα, θά ζωγραφίζουν. Μ’ αύτή τήν έννοια λοιπόν δέν ύπάρ­
χουν ειδικευμένοι έργάτες γιά «καθαρά πνευματικές» καί
«καθαρά χειρωνακτικές» έργασίες. Αύτό δέ σημαίνει όμως ότι
στήν παραγωγική έργασία -ή στόν «έλεγχο» τής παραγωγής δέν
ύπάρχει καμιά ειδικά πνευματική δραστηριότητα. Σημαίνει
«μόνο» ότι ή έξειδικευμένη δραστηριότητα πού έκτελείται
στήν παραγωγή δέν «καθοδηγεί» τήν πνευματική ενασχόληση
τού άνθρώπου στόν «έλεύθερο χρόνο» του, δέν καθορίζει τις
μορφές πού έπιλέγει γιά τήν αύτοπραγμάτωσή του. Επίσης
αύτό δέ σημαίνει ότι ό άνθρωπος στόν έλεύθερο χρόνο του
μπορεί νά προτιμήσει μιά ιδιαίτερη μορφή άπασχόλησης, άλλά
μόνο ότι καί τότε θά πρέπΓ «νά πάρει μέρος στήν έκτέλεση τής
κοινωνικά άναγκαίας έρ, Ια ς ή στόν έλεγχο καί τή ρύθμιση
τής παραγωγής. Τό γεγονός όμως ότι ό Μάρξ δέ λέει άν μέ τις
άπασχολήσεις τού έλεύθερου χρόνου πρέπει κανείς νά πα­
ράγει, δημιουργεί έδώ θεωρητικά προβλήματα. Στήν πραγμα­
τικότητα ή έννοια τής «μέτρησης τών άναγκών», πού θά τή
συναντήσουμε παρακάτω, άφήνει νά έννοηθεί ότι μόνο ή
ύλική κατανάλωση (ή άμεση καί παραγωγική κατανάλωση)
καί όχι ή «έλεύθερη δραστηριότητα», χρειάζεται τήν ύλική
παραγωγή· αύτό έξηγεί τό γιατί ό Μάρξ πιστεύει πώς οί
ύλικές άνάγκες μπορούν νά μετρηθούν εύκολα, καί έξίσου
εύκολα νά ύπολογιστεί ό «μέσος όρος» τους.
3. Ώ ς έδώ οί διάφορες σκέψεις γιά τήν κατάργηση τών
μορφών τού καταμερισμού τής έργασίας, δέ λένε τίποτα γιά
τήν κατάργηση κάθε είδους καταμερισμού τής έργασίας. Μά­
λιστα ό Μάρξ ύποστηρίζει κατηγορηματικά ότι στήν «κοι­
νω νία τών συνεταιρισμένων παραγωγών» θά ύπάρχει ένας
τεχνικός καταμερισμός τής έργασίας. Στό Κεφάλαιο λοιπόν
διαβάζουμε ότι ή συνολική παραγωγή θά λειτουργεί σάν ένα
καί μοναδικό έργοστάσιο, καί έπομένως ό κοινωνικός καταμε­
ρισμός τής έργασίας θά άντιστοιχεί στόν τεχνικό καταμερισμό
τής έργασίας μέσα στό έργοστάσιο. Στόν τρίτο τόμο τών
Θεωριών γιά τήν Υπεραξία ό Μάρξ παρουσιάζει άπόλυτα
124

συγκεκριμένα τό έρώτημα μήπως ή συγκέντρωση τού κε­


φαλαίου καί ή διαρκής αύξηση τού παγίου κεφαλαίου, πού
έχουν σάν έπακόλουθό τους τόν άπαραίτητο τεχνικό καταμε­
ρισμό τής έργασίας, προκαλούν ταυτόχρονα καί τήν άναγκαι­
ότητα τών καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, δηλαδή τόν
κοινωνικό καταμερισμό τής έργασίας. Έ δώ ό Μάρξ έπικρίνει
τούς θεωρητικούς πού σχετίζουν τήν έξειδίκευση — σάν άπό-
ροια τής συγκεντροποίησης — μέ τις καπιταλιστικές σχέσεις
παραγωγής. «Λές κι ό καταμερισμός τής έργασίας δέ θά ’ταν
έξίσον δυνατός... άν τά μέσα τής παραγωγής άνήκαν στους
συνεταιρισμένους έργάτες κι άν ή σχέση τους μέ τούς έργάτες
ήταν ίση μ’ αύτό πού ύπάρχει in natura, άν δηλαδή οί έργάτες
άντιμετώπιζαν τά μέσα τής παραγωγής σάν δικά τους προϊ­
όντα, σάν άντικειμενοποιημένα στοιχεία τής ίδιας τους τής
δραστηριότητας» (MEW 26, σ. 269· ή ύπογράμμιση δική μου).
Κι αύτό πού θέλουν νά πετύχουν οί άστοί οικονομολόγοι μ’
αΐττή τήν ταύτιση είναι «νά δικαιώσουν καί τ ε χ ν ο λ ο ­
γ ι κ ά , τ ό ε ι δ ι κ ό κ ο ι ν ω ν ι κ ό σ χ ή μ α , δηλαδή τό
κ α π ι τ α λ ι σ τ ι κ ό σ χ ή μ α , στό όποιο ή σχέση άνάμεσα
στήν έργασία καί στούς όρους έργασίας άντιστρέφεται, έτσι
πού νά μή χρησιμοποιεί ό έργάτης τούς όρους άλλά οί όροι
τόν έργάτη» (IBID., σ. 271).
Τί σημαίνει γιά τήν έργασία τού άνθρώπου ή ύπαρξη τού
τεχνικού καταμερισμού τής έργασίας, πώς μπορεί νά έξασφα-
λίσει τήν καθολικότητα τού άνθρώπου καί άν μέσα σ’ αύτήν
είναι δυνατή κάποια έξειδίκευση τού άτόμου, είναι έρωτή-
ματα πού ό Μάρξ άπαντάει συγκροτημένα μόνο στό Κεφάλαιο
(άντιφατικές λύσεις έμφανίζονται μόνο μέ μορφή άφορισμών).
Λέγοντας, γιά παράδειγμα, ότι ό άνθρωπος μπορεί νά είναι
ταυτόχρονα ψαράς, κυνηγός, βοσκός καί κριτικός, ό Μάρξ
οραματίζεται μιά καθολικότητα μέ τή σφραγίδα τού Γκαΐτε,
άν καί δέ φτάνει ποτέ νά πει ότι ό άνθρωπος πρέπει νά γίνει
αιώνιος έρασιτέχνης· θέλει νά πει μάλλον πώς ό άνθρωπος θά
μπορούσε νά όιακρίνεται σέ πολύπλοκες δραστηριότητες, ρι­
ζικά διάφορες άπό ποιοτική άποψη. Α ντίθετα, στό Κεφάλαιο
γράφει ότι κάθε έργασία άνάγεται σέ άπλή έργασία, πού
μπορεί νά μαθευτεί καί νά έκτελεστεί εύκολα. Ή προοπτική
τής καθολικότητας dfv σημαίνει έδώ — τουλάχιστον όσο
άφορά τή διαδικασία τής έργασίας — ότι ό άνθρωπος μπορεί
νά έχει έξαιρετικές έπιδόσπ ; σέ πάιιπολλους τομείς, άλλά ότι
μπορεί νά «άλλάζει» πού καί πού τήν έργασία του, χωρίς αύτό
ν ’ άπαιτεί καμιά ιδιαίτερη έξειδίκευση. Στά Grundrisse ή δρα­
στηριότητα τού άνθρώπου πού έμφανίζεται «δίπλα στή διαδι­
κασία τής παραγωγής» είναι πιθανότατα περίπλοκη καί άπαι-
τεί έξειδίκευση. Ό Μάρξ όμως δέν έμβαθύνει σ’ αύτή τήν
άντίληψη καί, τό σημαντικότερο, δέν τήν εφαρμόζει ούτε στήν
άνάλυση τής σχέσης άνάμεσα στήν έργασία καί τις ύλικές
άνάγκες. Ε ίναι ώστόσο σαφές ότι ή δομή τών άναγκών στό
πρότυπο τών Grundrisse δέν μπορεί νά είναι ίδια μέ τό
πρότυπο τού Κεφαλαίου. Έ πειδή όμως έδώ άναλύουμε μόνο
τις ξεκαθαρισμένες αντιλήψεις τού Μάρξ, είμαστε ύποχρεω-
μένοι ν’ άκολουθήσουμε τις άναλύσεις τού Κεφαλαίου πάνω σ’
αύτό τό πρόβλημα.

Δ. Ή έγκυρότητα τών κατηγοριών «άναγκαία έργασία» καί


«ύπερεργασία» στήν «κοινωνία τών συνεταιρισμένων παρα­
γωγών», όπως καί ή έρμηνεία τής κατηγορίας «κοινωνικά
άναγκαία έργασία», έξαρτώνται - Υεγάλο βαθμό άπό τό άν ό
Μ άρξ ταυτίζει τήν άξια μέ τήν α ρλλακτική άξια ή διαφο­
ροποιεί αύτές τις δύο κατηγορίες. Παρατηρώντας τις βασικές
τάσεις πάντα, μπορούμε νά διαπιστώσουμε ότι ό Μάρξ, μέχρι
καί τήν Κριτική τής Πολιτικής Οικονομίας, θεωρούσε ταυτό­
σημες τήν άνταλλακτική άξια καί τήν άξια, άλλά άργότερα
δουλεύει μέ δύο άξιακές έννοιες. Ή μία ά π’ αύτές περιέχει τήν
παλιότερη άντίληψη, δηλαδή τό ότι ή άξια ύλοποιείται άπο-
κλειστικά στήν άνταλλακτική σχέση (Κεφάλαιο I, σ. 75). Σύμ­
φωνα μέ τή δεύτερη, όμως, ή άξια είναι μιά γενική κοινωνική
κατηγορία (τουλάχιστο σέ μιά ορθολογική οικονομία), καί ό
νόμος τής άξίας είναι ένας γενικός οικονομικός νόμος πού,
όπω ς είδαμε, θά ίσχύσει άπόλυτα στήν «κοινωνία τών συνε­
ταιρισμένων παραγωγών». (Ά ς θυμηθούμε τις άναφορές στόν
πρώτο τόμο τού Κεφαλαίου, όπου ό Μάρξ άποδεικνύει ότι ή
«μυστικιστική μορφή» τού έμπορεύματος δέν μπορεί νά προ­
έρχεται ούτε άπό τή χρηστική άξια ούτε άπό τήν άξια (σ. 85).
Σημασία έχει έδώ ένα άπόσπασμα τής Κριτικής τον Προγράμ­
ματος τής Γκότα (1875), όπου ό Μάρξ μιλάει γιά τό πότε καί
πώ ς μπορεί νά πραγματοποιηθεί ό καταμερισμός άνάλογα μέ
τις άνάγκες. Στό άπόσπασμα αύτό λέει κατηγορηματικά ότι ή
άξια υπάρχει μόνο στήν πρώτη φάση τού κομμουνισμού καί
126

γιαυτό στή φάση αυτή τά άγαθά δέ μπορούν νά κατανεμηθούν


άνάλογα μέ τις άνάγκες. Ό π ο υ ύπάρχει άξια, δημιουργείται
καί καταμερισμός. Γιά τήν πρώτη φάση τού κομμουνισμού
είναι άκόμα χαρακτηριστική ή ισότητα τής άνταλλαγής, κατά
τήν όποια ίση έργασία άνταλλάσσεται μέ ίση έργασία. Ή
έργασία πρέπει νά μετρηθεί άκόμα στή βάση τού χρόνον εργα­
σίας (άνταλλάσσονται ποσοτικά καί ποιοτικά ίσοι χρόνοι
έργασίας). Ωστόσο «Μέσα στή συλλογική κοινωνία, τή θεμε­
λιωμένη στήν κοινή ιδιοκτησία τών μέσων τής παραγωγής, οί
παραγω γοί δέν άνταλλάσσουν τά προϊόντα τους. Ό μ οια καί ή
έργασία πού έχει ξοδευτεί γιά τήν παραγωγή προϊόντων δέν
παρουσιάζεται έδώ σάν ά ξ ι α αύτών τών προϊόντων...»
(Κριτική τον Προγράμματος τής Γκότα, MEW 19, σ. 20). Θά
μπορούσαμε βέβαια ν’ άναπτύξουμε αύτό τό συλλογισμό καί
νά πούμε ότι ή άξια παύει νά ύπάρχει μόνο μέ τήν πρώτη
σημασία τής έννοιας, άλλά αύτό έρχεται σέ άντίφαση μέ τό
γεγονός ότι, γιά τόν Μάρξ, στή δεύτερη φάση τού κομμου­
νισμού ή έργασία γίνεται ζωτική άνάγκη. Βρισκόμαστε μπρο­
στά σέ μιά ολοφάνερη έπιστροφή στις άντιλήψεις πού παρου­
σιάζονται στά Grundrisse. Στήν Κριτική τού Προγράμματος
τής Γκότα ό Μάρξ παρουσιάζει μιά «κοινωνία τής εύημερίας»
όπου ή έργασία γίνεται ζωτική άνάγκη, όπως άκριβώς στά
Grundrisse. Ά ς θυμηθούμε τό συλλογισμό του στις Θεωρίες
γιά τήν Υπεραξία, πού άντιστοιχεί στις σκέψεις τού Κεφα­
λαίου καί άποκλίνει ριζικά άπό τά παραπάνω. Εκεί ή έργα­
σία έμφανίζεται στήν καλύτερη περίπτωση σάν «κοινωνικό
καθήκον», πράγμα πού είναι κάτι εντελώς διαφορετικό άπό τή
«ζωτική άνάγκη». Στό πρότυπο πού παρουσιάζεται στό Κε­
φάλαιο καί στις Θεωρίες γιά τήν Υπεραξία, ή παραγωγή γιά
τις άνάγκες δέν είναι συσχετισμένη μέ τήν έργασία σάν ζωτική
άνάγκη άλλά μέ τήν έργασία σάν «κοινωνικό καθήκον». Γι’
αύτόν άκριβώς τό λόγο έμφανίζεται έδώ καί ή θεωρία τής
«καθαρής κυριαρχίας» τού νόμου τής άξίας.
Ά ν καί ή Κριτική τού Προγράμματος τής Γκότα δέν περιέ­
χει κανένα σχετικό ύπαινιγμό, είναι πιθανό ότι ό Μάρξ, γρά­
φοντας γιά τήν έργασία, είχε κατά νσύ ένα πρότυπο άνάλογο
μέ κείνο τών Grundrisse. Πραγματικά, πολύ δύσκολα μπορούμε
νά σκεφτούμε ότι ή άπλή, μή έξειδικευμένη, μηχανική έργασία
γίνεται «ζωτική άνάγκη»· άπεναντίας είναι πολύ πιό εύκολο
νά φανταστούμε ότι γιά τόν άνθρωπο «πού βρίσκεται δίπλο
127

στή διαδικασία τής παραγωγής» ή έξειδικευμένη έλεγκτική


του εργασία είναι πραγματικά ζωτική άνάγκη. Αυτό είναι
πολύ πιό πιθανό, άφού έκεί πού ό Μάρξ μιλάει γιά τήν
άναγωγή τής έργασίας σέ άπλή έργασία δέν άναφέρει ποτέ τή
μετατροπή τής έργασίας σέ «ζωτική άνάγκη», άλλά τονίζει ότι
ή έργασία έξακολουθεί νά είναι κράτος τής άναγκαιότητας
καί ότι τό κράτος τής έλενΡ 'ας «άρχίζει» έξω άπ’ αύτήν
(στόν έλεύθερο χρόνο). ' .'
Ά ς ξαναγυρίσουμε όμως στις κατηγορίες «άναγκαία έργα­
σία», «ύπερεργασία» καί «κοινωνικά άναγκαία έργασία». Ά ς
δούμε πρώτα τήν άποψη τών Grundrisse.
Ό άναγκαίος γιά τήν παραγωγή χρόνος έργασίας παίζει
έδώ σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα άν σκεφτούμε ότι πρέπει νά
μειώνεται σταθερά ολοένα καί περισσότερο. Παράλληλα δέν
μπορούμε νά μετρήσουμε τόν κοινωνικά άναγκαίο χρόνο έρ-
γασΐας, γιατί κάθε έργασία θά είναι ποιοτικά διαφορετική
(άκόμα καί άνάλογα μέ τά μεμονωμένα άτομα) καί έπομένως
δέ θά μπορεί νά άναχθεί σέ ποσότητα. (Έ δώ δέν έμφανίζεται
ή ιδέα τής άναγωγής σέ «άπλή έργασία»). «Οικονομία χρόνου
— σ’ αύτό άναλύεται τελικά κάθε οικονομία. Έτσι πρέπει καί
ή κοινωνία νά καταμερίσει τό χρόνο της σκόπιμα, γιά νά
πετύχει μιά παραγωγή πού ν’ άνταποκρίνεται στις συνολικές
της άνάγκες... Οικονομία χρόνου καθώς καί προγραμματι­
σμένη άνακατανομή τού χρόνου έργασίας στούς διάφορους
κλάδους παραγωγής μένει λοιπόν ό πρώτος οικονομικός νόμος
στή βάση τής κοινωνικής παραγωγής. Καί μάλιστα νόμος πού
ισχύει σέ πολύ άνώτερο έπίπεδο. Αύτό όμως διαφέρει ούσια-
στικά άπό τή μέτρηση τών άνταλλακτικών άξιών (τών έργα-
σιών ή τών προϊόντων τής έργασίας). Οί έργασίες τών μεμο­
νωμένων άνθρώπων στόν ίδιο κ λ ά δ ο έ ρ γ α σ ί α ς , καθώς
καί τά διάφορα είδη έργασίας δέ διαφέρουν μόνο π ο σ ο ­
τ ι κ ά άλλά καί π ο ι ο τ ι κ ά . Τί προϋποθέτει ή μόνο π ο -
σ ο τ ι κ ή διαφορά άνάμεσα στά πράγματα; Τήν π ο ι ο τ ι ­
κ ή τους ταυτότητα. Δηλαδή ή ποσοτική μέτρηση τών έργα-
σιών προϋποθέτει τήν ίση τους προέλευση, τήν ταυτότητα τής
π ο ι ό τ η τ ά ς τους» (Grundrisse, σ. 89-90).
Δέν είναι τυχαίο πού δέν άναφέρεται έδώ ή άναγωγή στήν
«άπλή έργασία», γιατί άφού οί έργασίες διαιρούνται σέ άπλές
καί σέ περίπλοκες, τή λειτουργία αύτή τήν έκτελεί ή άγορά.
Ό π ω ς ξέρουμε στό Κεφάλαιο τέτοια προβλήματα δέν ύπάρ-
12«

χουν. Η μέτρηση στή βάση τού χρόνου έργασίας μπορεί νά


γίνει εύκολα καί χωρίς άγορά, άφού κάθε έργασία είναι άπλή
έργασία. Ά ν όμως ή έργασία πού προγραμματίζεται γιά τό
μέλλον — όπως προκύπτει άπό τά Grundrisse καί όπως ίσως
άφήνεται νά εννοηθεί στήν Κριτική τού Προγράμματος τής
Γκότα — διαφέρει ποιοτικά όχι μόνο άνάλογα μέ τούς βιο­
μηχανικούς κλάδους άλλά καί άνάλογα μέ τά άτομα, τότε ή
«κοινωνικά άναγκαία έργασία» δέ θά μπορεί νά χρησιμέψει
π ιά σάν μέτρο. Θ ά ήθελα έδώ νά προσθέσω ένα ιδιαίτερα
σημαντικό παράδειγμα: Πώς μπορούμε νά διαπιστώσουμε τόν
κοινωνικά άναγκαίο χρόνο έργασίας στό πεδίο τής έπιστήμης,
πώς μπορούμε νά συγκρίνουμε σ’ αύτή τή βάση ποιοτικά δια­
φορετικούς τύπους έπιστημονικής δραστηριότητας*;
Στό άπόσπασμα πού παραθέσαμε, ή ύλική παραγωγή τού
μέλλοντος φαίνεται στόν Μάρξ όρθολογοποιημένη σέ μεγάλο
βαθμό· ταυτόχρονα όμως δέν ύπάρχει κανένα κριτήριο, κα­
νένα μέτρο αύτής τής όρθολογοποίησης, πού φορέας της είναι
μόνο τό general intellect, δηλαδή ή ικανότητα τής «κοινωνίας
τών συνεταιρισμένων παραγωγών» νά όρθολογοποιεί. (Είναι
περιττό νά ξανατονίσουμε πώς αύτή ή άντίληψη θεωρεί τήν
έργασία ζωτική άνάγκη).
Γιά τήν άναγκαία έργασία ύπάρχει στά Grundrisse μιά μονα­
δική έννοια: ή έννοια τής κοινωνικά άναγκαίας έργασίας. Ό
διαχωρισμός τής έργασίας τού άτόμου σέ άναγκαία έργασία
καί ύπερεργασία σταματάει μαζί μέ τόν καπιταλισμό, γιατί
δέν έχει πιά νόημα νά χωρίζεται ό χρόνος στόν όποιο ό
άνθρωπος δουλεύει γιά νά ικανοποιήσει τις «άπαραίτητες
άνάγκες» του άπό τόν ύπόλοιπο, άφού κι αύτό τό δεύτερο
κομμάτι τού χρόνου καλύπτεται άπό έργασία πού δέ γίνεται
γιά τήν άξιοποίηση τού κεφαλαίου άλλά γιά τόν ίδιο, σάν
κοινωνικό όν. (Ά φ ού κάθε παραγμένο άγαθό ικανοποιεί
έμμεσα ή άμεσα τις άνάγκες τού κοινωνικοποιημένου άτόμου,
ή έργασία, άκόμα καί άπό τή σκοπιά τού μεμονωμένου άνθρώ­
που, δέ διαχωρίζεται σέ άναγκαία έργασία καί ύπερεργασία).

* Καί στό Κεφάλαιο ό Μάρξ αποδίδει στήν έπιστήμη εξαιρετικό ρόλο μέσα
στήν κοινωνία τών «συνεταιρισμένων παραγωγών». Έ τσι όμως γίνεται εντε­
λώς άβάσιμη ή «άναγωγή σέ άπλή έργασία», χωρίς νά τό έχει συνειδητο­
ποιήσει ό Μάρξ. Α π ' αντί) τήν άποψη είναι συνεπέστερα τά όσα λέγονται στ»
Grundrisse.
129

«Τό πόσο λίγο έχει κατανοήσει τό ζήτημα ό Προυντύν. qui -


νεται κι άπό τό άξίωμά του ότι κάθε έργασία άφήνει πλεό­
νασμα. Αυτό πού άρνιέται δηλαδή στό κεφάλαιο, τό μετα­
τρέπει σέ φυσική ιδιότητα τής έργασίας. Τό άστείο είναι όμως
ότι ό χρόνος έργασίας πού άπαιτείται γιά νά έπεκτείνει τις
άπόλυτες άνάγκες άφήνει έ λ ε ύ θ ε ρ ο χρόνο... κι έτσι είναι
δυνατό νά δημιουργηθεί ύπερπροϊόν μόνο άν γίνεται ύ π ε ρ -
ε ρ γ α σ ί α . Σκοπός είναι όμως νά καταργηθεί ή ίόια ή
σχέση, έτσι πού τό ίδιο τό ύπερπροϊόν νά έμφανίζεται σάν
άπαραίτητο προϊόν (IBID., σ. 506· ή ύπογράμμιση δική μου).
Έ χει ωστόσο κανείς τήν εντύπωση ότι ήδη άπό τά Grun­
drisse ό Μάρξ διακρίνει τήν πρώτη άπό τή δεύτερη φάση τού
κομμουνισμού, άν καί όχι τόσο ξεκάθαρα όσο στήν Κριτική
τού Προγράμματος τής Γκότα. Ά π ό τό τελευταίο αύτό έργο
προκύπτει σαφέστατα καί κατηγορηματικά ότι στήν πρώτη
φάση τού κομμουνισμού μπορεί νά ξεχωριστεί άπόλντα ή
άναγκαία έργασία άπό τήν ύπερεργασία. Ά π ό τό άκέραιο
ποσό τής έργασίας ή κοινωνία άντλεϊ τό χρόνο έργασίας πού
άπαιτείται γιά τις έπενδύσεις σέ παραγωγικά μέσα καθώς καί
τό χρόνο έργασίας γιά τήν παραγωγή πού άφορά τήν «κοινο­
τική ικανοποίηση τών άναγκών» ή άλλους κοινωνικούς σκο­
πούς. Μέ τή μορφή τού «μισθού» ό έργάτης παίρνει όσα
μπορεί νά χρησιμοποιήσει γιά νά ικανοποιήσει τις προσω­
πικές του άνάγκες, σ’ αύτόν είναι ένσωματωμένη ή άναγκαία
του έργασία. Ό άνθρωπος έργάζεται βέβαια σύμφωνα μέ τις
ίκανότητές του, ώστόσο ή έργασία δέν έχει γίνει άκόμα ζωτική
άνάγκη γ ι’ αύτόν ούτε καί ύπάρχει άληθινός κοινωνικός
πλούτος· γιαυτό είναι άνάγκη νά διαχωριστεί ή άναγκαία
έργασία (άκόμα κι άν είναι άλήθεια ότι κάθε έκτελεσμένη
έργασία είναι άναγκαία — κοινωνικά). Στά Grundrisse, όπου ή
έννοια τού «μισθού» έμφανίζεται τονισμένη θετικά σέ σχέση
μέ τή μελλοντική κοινωνία, (καί μόνο σέ σχέση μ’ αύτήν έμφα-
νίζεται θετικά τονισμένη), συναντάμε μιά παράσταση πού ό
Μάρξ τή βλέπει νά πραγματώνεται στό άμεσο μέλλον. Έ τσι ό
Μ άρξ γράφει σ’ ένα σημείο ότι ή «ιστορική λειτουργία» τού
κεφαλαίου «έχει συντελεστεί όταν... οί άνάγκες έχουν άναπτυ-
χθεί τόσο, πού ή ύπερεργασία πέρα άπό τό άναγκαίο γίνεται
καθαυτή μιά γενική άνάγκη, προκύπτει δηλαδή άπό τις ίδιες
τις άτομικές άνάγκες... κι έτσι παύει νά ύπάρχει ή έργασία
στήν όποια ό άνθρωπος κάνει αύτό πού μπορεί ν’ άφήσει νά
130

γι νι ι (t.7Q τά πράγματα» (Grundrisse, σ. 231). Έ δώ ό Μάρξ δέν


αναλύει τήν πρώτη φάση τού κομμουνισμού, άλλά πρόκειται
οπωσδήποτε γιά έξαιρετική περίπτωση. Δίχως αμφιβολία, ό
Μ άρξ προϋποθέτει τήν ύπαρξη τού «μισθού» καί έπομένως
καί τή διάκριση άνάμεσα στήν αναγκαία έργασία καί τήν
ύπερεργασία άπό τή σκοπιά τού ατόμου, καθώς επίσης καί τή
λειτουργία τού νόμου τής άξίας. Ό Μάρξ πιστεύει άκόμα ότι
σ’ ένα πιό μακρινό μέλλον, άπό τή σκοπιά τού άτόμου, δέ θά
ύ πάρχει π ιά καμιά διαφορά άνάμεσα στήν άναγκαία έργασία
καί τήν ύπερεργασία καί πού καί ό νόμος τής άξίας θά έχει
χάσει τή λειτουργία του: «Μόλις ή άμεση έργασία πάψει ν’
άποτελεί μεγάλη πηγή πλούτου, ό χρόνος έργασίας παύει καί
πρέπει νά πάψει ν ’ άποτελεί μέτρο της*, καί έπομένως καί ή
άνταλλακτική άξια πρέπει νά πάψει ν’ άποτελεί μέτρο τής
άξίας χρήσης... Έ τσι ή παραγωγή πού βασίζεται στήν άνταλ­
λακτική άξια έξαφανίζεται καί ή άμεση ύλική διαδικασία τής
παραγω γής χάνει τή μορφή τής άθλιότητας καί τού άνταγω-
νισμού*. 'Α ρχίζει τότε ή έλεύθερη άνάπτυξη τού άτόμου κι ό
αναγκαίος χρόνος εργασίας δέ χρησιμοποιείται γιά ύπερεργα­
σία, άλλά γενικά ή άναγκαία έργασία τής κοινωνίας περιο­
ρίζεται στό μίνιμουμ, στό όποιο αντιστοιχεί ή δημιουργία καί
ή άνάπτυξη τών τεχνών, τών επιστημών κ.λπ. άπό τά άτομα
χάρη στή δημιουργία τού ελεύθερου χρόνου καί στά μέσα πού
είναι κοινά σέ όλους» (Grundrisse. σ. 593).
Αφού όμως ό Μάρξ διέκρινε τήν άξια άπό τήν άνταλλα­
κτική άξια, σ' όλες τις αναλύσεις του έπικρατεί ή άποψη πού
— καί στά Grundrisse καί στήν Κριτική τού Προγράμματος τής
Γκότα — χαρακτηρίζει τήν πρώτη φάση τού κομμουνισμού: τό
ότι δηλαδή ή όρθολογικότητα τής έργασίας πρέπει νά μετρη­
θεί μέ τόν κοινωνικά άναγκαίο χρόνο έργασίας. Παρουσιά­
ζεται ώστόσο καί ή δυνατότητα, άν καί όχι τόσο ριζικά, νά
διαχωριστούν ορθολογικά μεταξύ τους ή άναγκαία έργασία
καί ή ύπερεργασία στήν κοινωνία τών «συνεταιρισμένων πα ­
ραγωγών». Στις θεωρίες γιά τήν Υπεραξία, ό Μάρξ γράφει:
« Ά ς υποθέσουμε όμως ότι δέν ύπάρχει κεφάλαιο, άλλά πώς ό

* Ό π ω ς ειπώθηκε, οί κατηγορίες άξια καί άνταλλακτική άξια εμφανί­


ζονται έδώ άδιαφοροιτοίητες.
* Ένα άκόμα παράδπνιι« ·/·«'« τή διάλι·οη τή; αντινομίας.
131

ίδιος ό έργάτης οίκειοποιείται τήν ύπερεργασία του. Τότε γι’


αύτή τήν έργασία θά μπορούσαμε νά πούμε μόνο ότι είναι
πραγματικά παραγωγική, δηλαδή ότι δημιουργεί νέες άξιες»
(MEW 26, σ. 123). Στόν πρώτο τόμο τού Κεφαλαίου (σσ.
92-93) έξετάζει έπειτα διεξοδικά τό πρόβλημα. Προτού παρα­
θέσουμε τό σχετικό άπόσπασμα, θά θέλαμε νά έπισημάνουμε
ότι ό Μάρξ άφήνει περιθώριο καί γι’ άλλες λύσεις, πού τις
συνδέει μέ τήν άλλαγή τού τρόπου παραγωγής καί διανομής
πού θά γίνει στόν κομμουνισμό. Ά π ό τή δική μας σκοπιά
άξίζει ώστόσο νά προσέξουμε πώς μιλάει κυρίως γιά τή
δυνατότητα διάκρισης άνάμεσα στήν άναγκαία έργασία καί
τήν ύπερεργασία. « Ά ς φανταστούμε τέλος... ένα σύλλογο
έλεύθερων άνθρώπων, πού έργάζονται μέ κοινά μέσα παρα­
γωγής καί ξοδεύουν αύτοσυνείδητα τις πολλές τους έργατικές
δυνάμεις σάν μιά κοινωνική έργατική δύναμη... Τό συνολικό
προϊόν τού συλλόγου είναι κοινωνικό προϊόν. Έ να μέρος
αύτού τού προϊόντος χρησιμεύει ξανά σάν μέσο παραγωγής.
Τό μέρος αύτό παραμένει κοινωνικό. Έ να άλλο μέρος κατα­
ναλώνεται άπό τά μέλη τού συλλόγου σάν μέσο συντήρησης,
γιαυτό καί πρέπει νά τό μοιραστούν. Ό τρόπος αύτής τής
διανομής θ’ άλλάζει όταν άλλάζει ό ιδιαίτερος τρόπος τού
ίδιου τού κοινωνικού παραγωγικού οργανισμού καί τό άντί-
στοιχο ιστορικό έπίπεδο άνάπτυξης τών παραγωγών. Μόνο σέ
άναλογία μέ τήν έμπορευματική παραγωγή προϋποθέτουμε ότι
τό μερίδιο κάθε παραγωγού στά μέσα συντήρησης καθορί­
ζεται άπό τό χρόνο τής έργασίας του. Έ τσι ό χρόνος έργασίας
θά ’π α ίζε έδώ διπλό ρόλο. Ή σχεδιασμένη κοινωνική του
κατανομή ρυθμίζει τή σωστή άναλογία τών διάφορων λειτουρ­
γιών τής έργασίας πρός τις διάφορες άνάγκες. Ά π ό τήν άλλη
μεριά ό χρόνος έργασίας χρησιμεύει ταυτόχρονα σάν μέτρο
τής άτομικής συμμετοχής τού παραγωγού στήν κοινή έργασία,
έπομένως καί σάν μέτρο τού μέρους έκείνου τού κοινού προϊ­
όντος πού θά καταναλωθεί άτομικά. Οί κοινωνικές σχέσεις
τών άνθρώπων μέ τις έργασίες τους καί μέ τά προϊόντα τής
έργασίας τους παραμένουν έδώ διάφανα άπλές τόσο στήν
παραγωγή όσο καί στή διανομή».
Δέ χωράει καμιά άμφιβολία πώς αύτή ή δεύτερη άποψη,
τουλάχιστον όσο άφορά τή δεύτερη λειτουργία τού μέτρου τού
χρόνου έργασίας. αντιστοιχεί άπόλυτα στό πρότυπο πού χα­
ρακτηρίζεται στήν Κριτική τού Προγράμματος τής Γκότα σάν
132

.iijeiTii φάση τού κομμουνισμού καί πού έχει άκόμα πά’νω του
τά χαρακτηριστικά σημάδια τής καπιταλιστικής κοινωνίας.
Στό δεύτερο καί, άκόμα περισσότερο, στόν τρίτο τόμο τού
Κεφαζ-αίον δέ γίνεται καμιά διάκριση άνάμεσα στήν άναγκαία
έργασία καί τήν ύπερεργασία άπό τήν άποψη τού μεμονω­
μένου άνθρώπου, τού μεμονωμένου παραγωγού· ή διάκριση
όμως αύτή γίνεται σέ σχέση μέ τό συνολικό κοινωνικό προϊόν
ή σέ σχέση μέ τήν κοινωνία τών «συνεταιρισμένων παρα­
γωγών», όπου ή τελευταία θεωρείται σάν ένα μοναδικό, γιγά-
ντιο άτομο. Άλλωστε ιδιομορφία τής καπιταλιστικής κοι­
νωνίας δέν είναι ή ύπερεργασία άλλά ή κεφαλαιοποίησή της:
«Τό ότι αύτό γίνεται μέ τή μορφή τής μετατροπής τού κέρδους
σέ κεφάλαιο σημαίνει μόνο ότι ό κεφαλαιοκράτης, κι όχι ό
έργάτης, οίκειοποιείται τήν ύπερεργασία» (Κεφάλαιο III,
MEW, 25. σ. 858). Στό ίδιο βιβλίο (σ. 197) διαβάζουμε:
«Μόνο όταν ή κοινωνία καθορίζει δυναμικά τήν παραγωγή, ή
κοινωνία αύτή δημιουργεί τό δεσμό άνάμεσα στό μέτρο τού
κοινωνικού χρόνου έργασίας πού άφιερώνεται στήν παρα­
γωγή ένός καθορισμένου προϊόντος, καί στήν έκταση τής
κοινωνικής άνάγκης πού πρέπει νά ικανοποιηθεί άπό αύτό τό
είδος». Δηλαδή: Οί «συνεταιρισμένοι παραγωγοί» μετρούν
πριν ά π ’ όλα πόσο χρόνο έργασίας έχουν στή διάθεσή τους.
Αύτό έξαρτάται άπό τόν άριθμό τού πληθυσμού ή μάλλον άπό
τό ποσό τών διαθέσιμων ώρών έργασίας (όσο μικρότερο είναι
αύτό τό ποσό, τόσο τό καλύτερο- όσο πιό άναπτυγμένες είναι
οϊ παραγωγικές δυνάμεις, τόσο λιγότερες ώρες έργασίας μπο­
ρούν νά άφιερωθούν στούς σκοπούς τής παραγωγής). Αύτός ό
χρόνος έργασίας «καταμερίζεται» έπειτα στούς διάφορους
κλάδους τής παραγωγής μέ τόν έξής τρόπο: α) Σέ κάθε κλάδο
τής παραγωγής μετριέται ό κοινωνικά άναγκαίος χρόνος έρ­
γασίας (γίνεται όρθολογικοποίηση). β) Διαπιστώνεται πόσος
άπ ' αύτό τό χρόνο πρέπει νά δαπανηθεί γιά τήν άμεση ικα­
νοποίηση τών ύλικών άναγκών τού πληθυσμού, κι αύτός είναι
ή άναγκαία έργασία· αύτός πού μένει γιά νά διατεθεί σέ
άλλους σκοπούς (π.χ. τήν άνάπτυξη τών παραγωγικών μέσων)
είναι ή ύπερεργασία. Πρέπει νά τονίσουμε ξανά πώς αύτή ή
άντίληψη βασίζεται σαφώς στήν άναγωγή σέ άπλή έργασία,
δηλαδή στήν ύπόθεση ότι οί έργασίες πού άναλογούν σέ κάθε
άτομο — μέ τήν προϋπόθεση ίσου επιπέδου παραγωγικότητας
— μπορούν νά έκτελεστοϋν στόν ίόιο χρόνο περίπου καί ότι
133
θά πρέπει νά έκτελεστούν σάν καθήκον. Μπροστά στό ενδε­
χόμενο μιάς πιό περίπλοκης έργασίας (ποϋ έξετάζεται στά
Grundrisse) αύτό τό είδος τής όρθολογικότητας θά μπορούσε
νά έρμηνευτεί μόνο άν υπολογιζόταν ξεχωριστά ή άξια μιάς
ώρας έργασίας σέ κάθε μεμονωμένο άτομο, πράγμα παράλογο
όταν δέν υπάρχει άγορά. (Ά ς θυμηθούμε ότι άκριβώς γι' αύτό
στά Grundrisse παύει ή μέτρηση μέ τό χρόνο έργασίας). Πρέπει
νά έπαναλάβουμε έδώ ότι ή μέτρηση σύμφωνα μέ τό χρόνο
έργασίας καί ή διάκριση άνάμεσα στήν άναγκαία έργασία καί
τήν ύπερεργασία (χωρίς τή δομή τής άγοράς) βασίζεται ουσια­
στικά στό ότι ολόκληρη ή κοινωνία νοείται σάν ένα καί
μοναδικό άτομο.
Μένει άκόμα νά δούμε ποιά είναι τά — σχεδόν άλυτα —
προβλήματα πού γεννιούνται έδώ σέ σχέση μέ τή σύνδεση
παραγω γής - άναγκών.

Γ. Αναμφίβολα ό Μάρξ φαντάζεται τήν κοινωνία τών


«συνεταιρισμένων παραγωγών» σάν κοινωνία πού γιά νά
μετρήσει τόν πλούτο της δέ χρησιμοποεί τήν άναλογία άνά­
μεσα στήν άναγκαία έργασία καί τήν ύπερεργασία άλλά
άνάμεσα στόν «άναγκαΐο» καί τό «διαθέσιμο» χρόνο. Ά π ’
αύτή τήν άποψη είναι άδιάφορο άν ό Μάρξ κάνει ή όχι τό
διαχωρισμό άνάμεσα στήν άναγκαία έργασία καί τήν ύπερερ­
γασία. Φυσικά ή άνάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων είναι
μιά προϋπόθεση γιά τήν αύξηση τού διαθέσιμου χρόνου, άλλά
ό άληθινός πλούτος τού άνθρώπου ύλοποιείται μόνο στις
έλεύθερες δραστηριότητες τού διαθέσιμου χρόνου.
Ή ιδέα είναι σαφής καί λογική. Προβλήματα παρουσιά­
ζονται μόνο όταν έξετάζουμε τή σχέση τού «διαθέσιμου χρό­
νου» μέ τήν παραγωγή ή τήν κατανάλωση.
Διαθέσιμος χρόνος είναι ό χρόνος τής κατανάλωσης κι όχι
τής έργασίας, δηλαδή άπό τή μιά μεριά ό χρόνος τής άπό­
λαυσης πού πηγάζει άπό τήν κατανάλωση υλικών άγαθών καί
άπό τήν άλλη μεριά ό χρόνος πού άφιερώνεται σέ έλεύθερες
πνευματικές δραστηριότητες πού, έφόσον άπαιτούν ήδη πα-
ραγμένα μέσα, ύπάγονται στό πεδίο τής κατανάλωσης (θά
μπορούσαμε άκόμα νά τις ονομάσουμε «δημιουργική κατανά­
λωση»). Δέν έξετάζουμε έδώ τι'; καθαρά πνευματικές άνάγκες
πού έχουν ικανοποιηθεί στή διάρκεια τού διαθέσιμον χρόνον.
134

Μ παίνει λοιπόν τό πρό6λημα άν οΐ δραστηριότητες εκείνες


πού εντάσσει ό Μάρξ στήν κατανάλωση, άν καί είναι προϋ­
ποθέσεις καί αναπόσπαστα στοιχεία τής παραγωγής, πρέπει
νά άναπτυχθούν στή διάρκεια τού «άναγκαίου» ή τού «δια­
θέσιμου» χρόνου. Έ δώ άνήκουν ή «κοινωνική ικανοποίηση
τών άναγκών» (π.χ. τό μάθημα στό σχολείο) ή ή διεύθυνση τής
παραγωγής.
Φαίνεται φυσικό ότι πρόκειται γιά έργασίες πού πρέπει νά
γίνουν στή διάρκεια τού «άναγκαίου χρόνου», καί ή άποψη
πού παρουσιάζεται στά Grundrisse μπορεί νά έρμηνευτεί άναμ-
φίβολα έτσι. Ά φ ο ύ δέν ύπάρχει πιά ό προηγούμενος τύπος
εργασίας, ή παραγωγή έλέγχεται άπό ποιοτικά διαφορετικούς
τύπους άπασχόλησης καί άφού ή άναγκαία έργασία δέ μετριέ­
ται πιά μέ τό χρόνο έργασίας, ό κάθε τύπος άπασχόλησης πού
πα ίζει ένα ρόλο στήν παραγωγή είναι συστατικό στοιχείο τού
«άναγκαίου χρόνου». Ά ν έξετάσουμε όμως τήν άποψη πού
παρουσιάζεται στόν τρίτο τόμο τού Κεφαλαίου, ή λύση δέν
είναι τόσο άπλή. Σύμφωνα μέ τήν άποψη αύτή ό άναγκαίος
χρόνος συνίσταται στήν εκτέλεση τής άπλή; έργασίας.
Γιά τόν Μάρξ ή διδασκαλία ή ή διεύθυνση τής παραγωγής
δέ μπορούν νά θεωρηθούν άπλές έργασίες, γιαυτό καί δέ
μπορούν ν’ άνήκουν στό σύστημα «άνταλλαγής» τών άπλών
εργασιών. Μπορούμε ώστόσο νά ύποθέσουμε ότι τά άτομα
άσχολούνται μέ έλεγκτικές ή διευθυντικές δραστηριότητες έξω
άπό τήν άναγκαία τους έργασία καί ότι έδώ άκριβώς έκδηλώ-
νεται ή «ελεύθερη δραστηριότητά» τους. Σ ’ αύτή τήν περί­
πτωση όμως μία κοινωνικά άναγκαία έργασία θά ήταν οργα­
νικό συστατικό στοιχείο τού διαθέσιμου χρόνου καί δέ θά
μπορούσε νά συνυπολογιστεί στόν κοινωνικά άναγκαίο χρόνο
έργασίας. Θ ά μπορούσαμε βέβαια νά φανταστούμε τήν έναλ-
λαγή τών εργασιών μέσα στόν άναγκαίο χρόνο, άλλά τότε δέ
θ ά είχαμε νά κάνουμε μέ εναλλαγή άπλών άλλά άπλών καί
περίπλοκων εργασιών. Πού μπορεί όμως ό άνθρωπος ν’ άνα-
πτύξει τήν ικανότητα πού θά τόν κάνει κατάλληλο γιά διευ­
θυντική έργασία; Ά ν τό κάνει μέσα στόν άναγκαίο χρόνο,
τότε καταρέει οριστικά ή θεωρία τής «άπλής έργασίας», άφού
στήν πορεία τής «έναλλαγής» τών έργασιών ό καθένας άποκτά
προσωρινά καί διευθυντικές άρμοδιότητες- αύτό σημαίνει ότι
ό καθένας πρέπει ν’ άποκτήσει τήν ικανότητα νά έκτελεί
πολύπλοκες έργασιακές διαδικασίες, καί πώς έτσι θά μειωθεί
135

αισθητά τό μέρος έκεϊνο τού άναγκαίου χρόνον .-χοί' ,τοοοοι-


ζεται γιά τήν πραγματικά παραγωγική έργασία. Ά ν όμως οί
άνθρωποι άναπτύξουν αυτή τήν ικανότητα στή διάρκεια τού
διαθέσιμου χρόνου τους, τότε ξαναγυρίζουμε στό προηγού­
μενο πρόβλημα, τήν άντίφαση. Στήν πραγματικότητα είναι
έντελώς άδιάφορο άν στή διάρκεια τού έλεύθερου χρόνου
τους οί άνθρωποι έκτελούν άπλή έργασία ή προετοιμάζονται
γιά πολύπλοκες έργασίες: ένα μέρος τού έλεύθερου χρόνου
είναι όπ<οσδήποτε «κοινωνικά άναγκαίο» καί δέν μπορεί νά
μετρηθεί μέ «κοινωνικά άναγκαίο χρόνο έργασίας».
Τό πρόόλημα γίνεται άκόμα σοβαρότερο άν έξετάσουμε τή
λειτουργία τών φυσικών έπιστημών. Σύμφωνα μέ τόν Μάρξ ή
φυσική έπιστήμη είναι ή μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη, ή
έπιστημονική έργασία είναι «γενική έργασία». Ά ν ή εκτέλεση
φυσικοεπιστημονικής έργασίας καί ή άπαραίτητη γι' αύτό
μόρφωση άνήκουν στόν άναγκαίο χρόνο (πράγμα πού θά ήταν
αύτονόητο), τότε έπακολουθεί ή έξειδίκευση πού έρχεται σ’
άντίφαση μέ τήν άντίληψη τού Κεφαλαίου, όχι μόνο μέ τήν
έννοια ότι διάφοροι άνθρωποι ειδικεύονται σέ διάφορους
κλάδους τής έπιστήμης, άλλά καί μέ τήν έννοια ότι ορισμένοι
άνθρω ποι ειδικεύονται στις φυσικές έπιστήμες (γιατί άλλοι
κάνουν περίπλοκη κι άλλοι άπλή έργασία). Μιά έξειδίκευση
στήν όποια ό καθένας άσχολείται μέ έναν ορισμένο κλάδο το'ιν
φυσικών έπιστημών καί τόν έξασκεί έναλλάξ μέ τήν άπλή
έργασία. θά μείωνε έξάλλου τρομαχτικά τό χρόνο πού άνα-
λογεί στήν άμεση παραγωγή. Ά ν όμως ή έκπαίδευση σ' ένα
πεδίο τών φυσικών έπιστημών άνήκει στόν κύκλο τών έλεύ-
θερων δραστηριοτήτων τού διαθέσιμου χρόνου, τότε ούτε κι
αύτό μπορεί νά μετρηθεί μέ τή διάρκεια τού άναγκαίου
χρόνου έργασίας. (Προσωπικά μπορώ νά φανταστώ, σ’ ένα
πολύ μακρινό μέλλον, ένα πρότυπο τού είδους « Ό καθένας
ειδικός σ’ ένα πεδίο», άλλά μόνο μέ τήν άνάλωση «διαθέσιμου
χρόνου» καί μέ μιά μορφή προσδιορισμού τής άξίας έντελώς
διαφορετική άπό κείνην πού βρίσκουμε στόν τρίτο τόμο τού
Κεφαλαίον).
Μ πορούμε τώρα πιά νά έξετάσουμε τήν άλληλεπίδραση
άνάμεσα στήν παραγωγή καί στή δομή τών άναγκών στήν
κοινωνία τών «συνεταιρισμένων παραγωγών».
Έχουμε πει ήδη ότι ό Μάρξ μιλώντας γιά τήν «κοινωνία
τών συνεταιρισμένων παραγωγών» άναφέρεται σέ μιά ριζικά
136

νέα δομή άναγκών. Σ ’ αυτήν ό πρώτος ρόλος ανήκει στή


γενίκευση τής άνάγκης γιά έργασία καί, όπως έπίσης είδαμε,
τής άνάγκης γιά ύπερεργασία.
Ξέρουμε πώς στόν Μάρξ ή έμφάνιση τής άνάγκης γιά
έργασία καί ή άνάπτυξη τής έργασίας σέ ζωτική άνάγκη δέν
έχουν τήν ίδια σημασία. Στόν καπιταλισμό ή έργασία είναι
αγγαρεία έπειδή α) γίνεται άπό τούς άνθρώπους έξαιτίας
έξωτερικών καταναγκασμών καί είναι άποξενωμένη, 6) έπειδή
ή συγκεκριμένη φύση της δέν προσφέρει καμιά δυνατότητα
γιά αύτοπραγμάτωση τού άνθρώπου: « Αναμφίβολα έχει δίκιο
(ό Ά νταμ Σμίθ), λέγοντας πώς στις ιστορικές μορφές τής
έργασίας, όπως είναι ή δουλική έργασία καί ή μισθωτή, ή
έργασία παρουσιάζεται πάντα σάν κάτι άπωθητικό, πάντα
σάν έ ξ ω τ ε ρ ι κ ή κ α τ α ν α γ κ α σ τ ι κ ή έ ρ γ α σ ί α ,
πού άπέναντΐ της ή μή έργασία φαίνεται ‘έλευθερία’ καί
‘εύτυχία’. Έχουμε έδώ δύο πράγματα, αύτή τήν άντιθετική
έργασία, καί παράλληλα καί τήν έργασία πού δέν έχει δημι­
ουργήσει τις συνθήκες, ύποκειμενικές καί άντικειμενικές... γιά
νά γίνει έλκυστική έργασία, αύτοπραγμάτωση τον άτόμον».
Σάν παράδειγμα ό Μάρξ άναφέρει τή σύνθεση μουσικής,
δηλαδή μιά καθαρά πνευματική έργασία.
Στά Grundrisse έκπληρώνονται καί οί δύο προϋποθέσεις: ή
άποξένωση καταργείται καί ή έργασία γίνεται travail attractif.
Έ π ειδή όμως στήν παραγωγή άγαθών ή έργασία μέ τήν
παραδοσιακή έννοια παύει νά ύπάρχει, ούσιαστικά κάθε
έργασία γίνεται πνευματική έργασία, γίνεται πεδίο αύτοπραγ-
μάτωσης τής άνθρώπινης προσωπικότητας. Έτσι όμως γίνεται
άποφασιστική ζωτική άνάγκη (άν όχι ή άποφασιστικότερη)
τού άνθρώπου κι άποκτά κυρίαρχο ρόλο καί στή δομή τών
άναγκών. Τό έρώτημα «γιατί» έργάζονται οί άνθρωποι δέ
μπορεί νά έμφανιστεί ποτέ μέσα σ’ αύτή τήν άντίληψη.
Στό Κεφάλαιο ώστόσο έκπληρώνεται μόνο ή μία προϋπό­
θεση: ή άποξένωση τής έργασίας έξαφανίζεται (άπό κάθε
άποψη), άλλά ή ίδια ή έργασία δέν γίνεται travail attractif. Σ’
αύτή τήν έρμηνεϊα ή ίδια ή έργασία μέσα στήν «κοινωνία τών
συνεταιρισμένων παραγωγών» δέν είναι έλεύθερη άπασχό-
ληση. «Στήν πραγματικότητα τό κράτος τής έλευθερίας άρχΐ-
ζει μόνο έκεΐ πού σταματάει ή έργασία πού καθορίζεται άπό
τήν άναγκαιότητα καί τήν έξωτερική σκοπιμότητα- βρίσκεται
λοιπόν άπό τή φύση της έξω άπό τή σφαίρα τής καθαυτό
137

υλικής παραγωγής... Ή έλευθερΐα σ’ αύτό τό πεδίο μπορεί νά


συνίσταται μόνο στό ότι ό κοινωνικοποιημένος άνθρωπος, οί
συνεταιρισμένοι παραγωγοί, ρυθμίζουν ορθολογικά αύτή τήν
άνταλλαγή τής ύλης τους μέ τή φύση, τή βάζουν κάτω άπό τό
συλλογικό τους έλεγχο άντί ν’ άφήνονται νά κυριαρχούνται
άπ ' αύτήν σάν άπό μιά τυφλή δύναμη· τήν πραγματοποιούν μέ
τήν έλάχιστη δαπάνη δυνάμεων καί κάτω άπό συνθήκες άντά-
ξιες τής άνθρώπινης φύσης τους. Πάντα όμως ή έργασία μένει
κράτος τής άναγκαιότητας. Στήν άντίπερά του άρχίζει ή
άνάπτυξη τών άνθρώπινων δυνάμεων πού ισχύει σάν αύτο-
σκοπός, άρχίζει τό άληθινό κράτος τής έλευθερίας πού όμως
μπορεί ν ’ άνθίσει μόνο πάνω στό χώμα αύτού τού κράτους τής
άναγκαιότητας. Βασική προϋπόθεση όλων αύτών είναι ή μεί­
ωση τής έργάσιμης μέρας» (Κεφάλαιο III, MEW 25, σ. 828).
Χρειάζεται έδώ νά κάνουμε τρεις παρατηρήσεις: Πρώτο,
άφού σύμφωνα μέ τό Κεφάλαιο μόνο ό έλεύθερος χρόνος είναι
ό χώρος τής έλεύθερης δραστηριότητας, ό Μάρξ δίνει έδώ
στήν οικονομία χρόνου, στή μείωση τού άναγκαίου χρόνου
έργασίας καί στήν όρθολογοποίηση τής παραγωγής άκόμα
μεγαλύτερη σημασία άπ' ό,τι στά Grundrisse. Δεύτερο, άφού ή
έργασία δέν είναι travail attractif, μπορεί έδώ νά τεθεί τό
έρώτημα γιατί καί γιά ποιό πράγμα έργάζονται οί άνθρωποι.
Τρίτο, θά ήθελα νά τονίσω ότι ά π ’ αύτή τή σκοπιά τό
πρόγραμμα φαίνεται πιό ούτοπικό άπό κείνο πού παρουσιά­
ζεται στά Grundrisse· μού φαίνεται άδιανόητο ένα τόσο μεγάλο
χάσμα άνάμεσα στή δραστηριότητα τής έργασίας καί τή δρα­
στηριότητα τού έλεύθερου χρόνου τών άνθρώπων. Ή ώραία
ιδέα τών Grundrisse, ότι δηλαδή ή δραστηριότητα στόν έλεύ­
θερο χρόνο τού άτόμου μπαίνει πάλι στήν παραγωγή σάν
άλλος άνθρωπος χάνει όλη τή σημασία της, γιατί ή παρα­
γωγή «δέ χρειάζεται» νά γίνεται άπό «άλλους», δηλαδή άπό
«πλουσιότερους» άνθρώπους.
Ή έξέταση αύτού τού θέματος θά μάς άπομάκρυνε πολύ
άπό τήν ούσιαστική κατεύθυνσή μας, γιαυτό θά έπιστρέψουμε
στό δεύτερο έρώτημα: Γιατί έργάζονται οί άνθρωποι; Θεω­
ρώντας δεδομένη τή σημερινή δομή άναγκών, μπορούμε ν’
άπαντήσουμε μόνο άνατρέχοντας στό γενικό καταναγκασμό
τής έργασίας. Ωστόσο ό «καταναγκασμός τής έργασίας» γιά
τόν Μάρξ χαρακτηρίζει μόνο μιά μεταβατική περίοδο (τή
σύντομη φάση τής δικτατορίας τού προλεταριάτου). Στήν
Ι3Κ

«κοινωνία τών συνεταιρισμένων παραγωγών» μόνο ή φύση


μπορεί ν ’ αναγκάσει τόν άνθρωπο νά κάνει κάτι- κανένας
άνθρωπος δέ μπορεί ν’ άναγκάσει τόν άλλο (κυριαρχία καί
δουλεία είναι γιά τόν Μάρξ άντανακλαστικοί προσδιορισμοί-
δέν ύπάρχει κυριαρχία χωρίς δουλεία καί άντίστροφα). Στήν
πρώτη φάση τού κομμουνισμού (στήν όποια οί άνθρωποι
συμμετέχουν στά προϊόντα άνάλογα μέ τήν έργασία τους)
ξαναβρίσκουμε φυσικά μιά άκόμα μορφή καταναγκασμού,
κληρονομημένη άπό τόν καπιταλισμό: οί άνθρωποι είναι
άναγκασμένοι νά δουλεύουν γιά νά ζήσουν. Ά ν όμως οί
άνθρω ποι συμμετέχουν στά άγαθά άνάλογα μέ τις άνάγκες
τους, άν ό χρόνος έργασίας τού μεμονωμένου άνθρώπου δέν
άναλύεται σέ άναγκαία έργασία καί σέ ύπερεργασία, ούτε κι
αύτή ή μορφή καταναγκασμού δέν μπορεί πιά νά έπιβληθεί.
Γιατί εργάζονται τότε οί άνθρωποι; Αναμφίβολα ό Μάρξ καί
στό Κεφάλαιο παρουσιάζει μιά ριζικά νέα δομή άναγκών πού
μεταμορφώνει τούς άνθρώπους σέ άλλονς, σέ άνθρώπους γιά
τούς όποιους τό «κοινωνικό καθήκον» είναι καί εξωτερικό
καί έσωτερικό κίνητρο- άκόμα καί άπ’ αύτή τήν άποψη ή
άναγκαιότητα καί τό καθήκον συμπίπτουν*.
Μόνο στό Κεφάλαιο συναντάμε μιά συγκροτημένη άντίληψη
γιά τήν άλληλεπίδραση άνάμεσα στις ύλικές άνάγκες καί τήν
παραγωγή: «Μόνο έκεί πού ή παραγωγή βρίσκεται κάτω άπό
τόν πραγματικό προκαθοριστικό έλεγχο τής κοινωνίας, ή κοι­
νω νία δημιουργεί τή συνάρτηση άνάμεσα στήν έκταση τού
κοινωνικού χρόνου έργασίας πού άφιερώνεται στήν παρα­
γωγή ορισμένων ειδών, καί στήν έκταση τής κοινωνικής άνάγ­
κης πού πρέπει νά ικανοποιηθεί ά π’ αύτά τά είδη» (Κεφάλαιο
III, MEW 25, σ. 197). Κι έπειτα: «Κατά δεύτερο λόγο, μετά
τήν κατάργηση τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, άλλά
μέ τή διατήρηση τής κοινωνικής παραγωγής, ό καθορισμός τής
άξΐας παραμένει κυριαρχικός, μέ τήν έννοια ότι ή ρύθμιση τού
χρόνου έργασίας καί ή κατανομή τής κοινωνικής έργασίας
στις διάφορες ομάδες παραγωγής, καί ταυτόχρονα ή λογιστική
πού συνδέεται μαζί τους, γίνονται σημαντικότερες άπό ποτέ»
(IBID., σ. 859). Καί παρακάτω: «Ύπερεργασία γενικά, σάν

* Έ γώ τουλάχιστον μπορώ νά φανταστώ α π ό τό πρότυπο μόνο σέ μιά


κοινωνία πού άποτελείται άπό κο ινό τητα Παρακάτω θά δούμε άν τό ίόιο
είχε σκεφτεί καί ό Μάρξ.
139

έργασία πού ξεπερνάει τό μέτρο τών δοσμένων άναγκών,


πρέπει νά συνεχίσει νά υπάρχει... Μιά ορισμένη ποσότητα
ϋπερεργασίας τήν άπαιτεί ή έξασφάλιση άπέναντι σέ άτυχή-
ματα, ή άναγκαία προοδευτική έπέκταση τής διαδικασίας τής
άναπαραγωγής πού άντιστοιχεί στήν άνάπτυξη τών άναγκών
καί τήν πρόοδο τού πληθυσμού, πράγμα πού άπό τήν καπι­
ταλιστική σκοπιά ονομάζεται συσσώρευση» (IBID., σ. 827)*.
Ποιά είναι λοιπόν, άπ* αύτή τήν άποψη, ή σχέση άνάμεσα
στις ύλικές άνάγκες καί τήν παραγωγή;
Ή κοινωνία παράγει άνάλογα μέ τις άνάγκες κι έτσι έξου-
δετερώνεται ό «τυχαίος» χαρακτήρας τής άγοράς. Μπορούμε
λοιπόν νά καταργήσουμε τή «σπατάλη» υλικών άγαθών καί
πα ρ α γω γικ ο ί ικανοτήτων πού χαρακτηρίζει τόν καπιταλισμό
καί πού γεννιέται άπό τό ότι παραγωγή καί άνάγκες συνα­
ντιόνται μόνο στήν άγορά. Πώς γίνεται ή παραγωγή γιά τις
άνάγκες; Ο ί «συνεταιρισμένοι παραγωγοί», όπως είπαμε, θά
μετρήσουν α) τις άνάγκες, 6) τό διαθέσιμο χρόνο έργασίας καί
γ) θά διαπιστώσουν τόν κοινωνικά άναγκαίο χρόνο έργασίας
γιά κάθε δραστηριότητα. Μετά θά κατανείμουν (ή θά άνακα-
τανείμουν) τις παραγωγικές δυνάμεις στούς διάφορους παρα­
γωγικούς κλάδους. Σ ’ αύτή τήν άνακατανομή θά λογαριάσουν
φυσικά καί τήν παραγωγή πού δέν έξυπηρετεί άμεσα τήν
ικανοποίηση άναγκών (έπέκταση τής παραγωγής, πηγές έξα-
σφάλισης καί — κάτι πού δέν άναφέρεται έδώ άλλά τό συνα­
ντάμε συχνά σέ άλλα σημεία — τις κοινοτικές έπενδύσεις πού
θά ικανοποιήσουν τις άνάγκες μόνο μέσα σέ ορισμένο χρονικό
διάστημα).
Ποιές είναι όμως σύμφωνα μέ τόν Μάρξ οί άνάγκες πού
πρέπει νά μετρηθούν καί γιά τις όποιες πρέπει νά γίνει ή
παραγωγή; Είναι οί «άληθινές κοινωνικές» άνάγκες πού ταυ­
τίζονται μέ τις «άπαραίτητες άνάγκες».
Πώς μπορούν όμως νά μετρηθούν οί «άληθινές κοινωνικές
άνάγκες»; Ά ν ύποτεθεί ότι οί άνάγκες τών άτόμων πού είναι
άμεσα συντονισμένες στήν κατανάλωση είναι ποιοτικά καί
ποσοτικά περίπου ίδιες, είναι πολύ εύκολο νά τι'ς συσχε­
τίσουμε: μέ τή βοήθεια τυχαίων δειγμάτων μπορούμε νά
διαπιστώσουμε καί τήν ποσότητα καί τήν ποιότητά τους. Ώ ς

* Έ χουμε ήδη π α ρ α θίο π πολλά σημεία πού άναφίρονται σ' αύτό τό


πρόβλημα, γιαύτό δέ χ ρπ ύ'ά τιιι νά κ ι ; .-τκνιιλάίΜΝ·»!'.
140

έδώ καλά· ό άνθρωπος τής κομμουνιστικής κοινωνίας πρέπει


ώστόσο, σύμφωνα μέ τόν Μάρξ, νά χαρακτηρίζεται κυρίως
άπό τό γεγονός ότι οί άνάγκες του θά είναι άτομικές καί
διαφορετικές, είτε άπό ποσοτική είτε άπό ποιοτική άποψη,
άπό τις άνάνκε: τών άλλων άτόμων. Ά ν αύτό ισχύει καί γιά
τις ύλικές άνάγκες, μιά μέτρηση σάν κι αύτήν πού συναντάμε
στό Κεφάλαιο είναι έντελώς παράλογη. Ά κόμα κι άν έπινοού-
σαμε γιά τήν ύλοποίησή της μιά — οπωσδήποτε περίπλοκη —
διαδικασία, θά μπορούσαμε νά πούμε ψύχραιμα ότι μιά
τέτοια «παραγωγή γιά άνάγκες» θά οδηγούσε σέ μιά άκόμα
μεγαλύτερη «κατασπατάληση» τών ύλικών άγαθών καί τών
παραγωγικών δυνάμεων, άπό κείνην πού έφερε ή μπορεί νά
φέρει ή έμπορευματική παραγωγή: Στή βάση όλων αύτών τών
ένδείξεων πρέπει νά σκεφτούμε ότι ό Μάρξ δέν έφαρμόζει τήν
έξατομίκενση τών άναγκών στό πεδίο τών άναγκών πού
άφορούν ύλικά άγαθά- άτομικοί θά γίνονται μόνο οί μή ποσο-
τοποιήσιμοι τύποι άναγκών (πού είναι καί ποιοτικά έντελώς
διαφορετικοί), κι όχι οί ποσοτοποιήσιμοι (δηλαδή οί άληθινές
ύλικές άνάγκες). Αύτό θά μπορούσε νά οδηγήσει σέ μιά
έξαιρετικά ομοιόμορφη εικόνα τού άτόμου — μέ τήν προϋ­
πόθεση ότι ό Μάρξ θά είχε σκεφτεί πώς οί ύλικές άνάγκες
παίζουν άποφασιστικό ρόλο στή δομή άναγκών τού άτόμου.
Ό Μάρξ όμως πίστευε άκριβώς τό άντίθετο: άναμφίβολα στά
άτομα τής κοινωνίας τών «συνεταιρισμένων παραγωγών» οί
ύλικές άνάγκες παίζουν κατώτερο ρόλο μέσα στήν όλη δομή
τών άναγκών, κι έτσι παρά τήν ποιοτική καί ποσοτική τους
«ισότητα» μπορεί ν’ άναπτυχθεί τό άτομικό σύστημα άναγ­
κών.
Ή άντίληψη αύτή βασίζεται σέ σχετικά στατικές άνάγκες,
πού άναπτύσσονται πολύ άργά, τουλάχιστον όσο άφορά τις
ύλικές άνάγκες. Ταυτόχρονα δέ λαβαίνει ύπόψη τό γεγονός
ότι, όπως είπαμε, καί οί καθαρά ποιοτικές (eo ipso άτομικές)
άνάγκες άπαιτούν ύλική παραγωγή, πράγμα πού δημιουργεί κι
άλλες δυσκολίες στό «συσχετισμό» τους.
Ά ναμφ ίβολα έπικρατεί έδώ — τουλάχιστο μέ τή σημασία
τής λέξης όπως συνηθίζεται σήμερα — ένα είδος ίσονομισμον
όσο άφορά τις ύλικές άνάγκες. Κι έχει μεγάλη σημασία νά
τονιστεί αύτό, γιατί ό ίσονομισμός δέ συνάντησε πιό ορκι­
σμένο έχθρό άπό τόν Μάρξ. Ή έννοια τής ισότητας άνήκει,
σύμφωνα μέ τήν αντίληψή του, στήν έμπορευματική παρα­
141

γωγή: ή έμπορευματική παραγωγή είναι ή πραγματοποιημένη


«ισότητα». Ισότητα καί ανισότητα είναι άντανακλαστικοί
προσδιορισμοί: όπου υπάρχει ισότητα υπάρχει καί ανισότητα
καί αντίστροφα. Ή «ισότητα» σάν σύνθημα καί αίτημα παρα­
μένει πάντα μέσα στόν ορίζοντα τής άστικής κοινωνίας. Ταυ­
τόχρονα όμως άφηρημενοποιεί τή μοναδικότητα τού άτόμον
καί ποσοτοποιεί τό ποιοτικά διαφορετικό. Στήν κοινωνία πού
προωθεί τήν πλούσια άτομικότητα — στήν κομμουνιστική
κοινωνία — ή «ισότητα» δέν πραγματώνεται. Ισότητα καί
ανισότητα σάν άντανακλαστικοί προσδιορισμοί χάνουν κάθε
σημασία. Γιά ν ’ άποδείξουμε ότι αύτή ή ιδέα ύπάρχει όιαρκώς
στή σκέψη τού Μάρξ, θά παραθέσουμε δύο άποσπάσματα —
τό ένα άπό ένα νεανικό του έργο, καί τό άλλο άπό ένα άπό τά
τελευταία καί ώριμα έργα του. Στήν Α γία Οικογένεια ό Μάρξ
γράφει: « Ό Προυντόν δέν κατόρθωσε ν' άναπτύξει σωστά
αύτή τή σκέψη. Ή άντίληψη τής ' ί σ η ς ιδιοκτησίας’ είναι ή
οίκονομικοπολιτική, δηλαδή ή άποξενωμένη, έκφραση τού ότι
τό ά ν τ ι κ ε ί μ ε ν ό σάν ε ί ν α ι γ ι ά τ ό ν ά ν θ ρ ω π ο ,
σάν άν τ ι κ ε ι μ ε ν ι κό είναι τού άνθρώπου,
είναι ταυτόχρονα ή ύ π α ρ ξ η τ ο ύ ά ν θ ρ ώ π ο υ γ ι ά
τόν άλλο ά ν θ ρ ω π ο , ή ά ν θ ρ ώ π ι ν η σχέση του
μέ τ ό ν ά λ λ ο ά ν θ ρ ω π ο , ή κ ο ι ν ω ν ι κ ή σ υ μ π ε ­
ρ ι φ ο ρ ά τού άν θ ρ ώ π ο υ πρός τόν άλλο ά ν -
θ ρ ω π ο» (MEW 2, σ. 44· ή υπογράμμιση δική μου). Ή ιδέα
τής «ίσης ιδιοκτησίας» δηλώνει λοιπόν μέ άποξενωμένο τρόπο
(μέσα στόν ορίζοντα τής άστικής κοινωνίας καί μέ τήν ορολο­
γία της) τόν άληθινό στόχο: τήν πλήρη κατάργηση τών απο­
ξενωμένων σχέσεων. Στήν Κριτική τον Προγράμματος τής
Γκότα ό Μάρξ δέ χτυπάει τήν έννοια τής ίσης ιδιοκτησίας
άλλά τό ίσο δικαίωμα (πού όπως ξέρουμε κυριαρχεί άκόμα
στήν πρώτη φάση τού κομμουνισμού, γιαυτό καί άπ' αύτή τήν
άποψη ό κομμουνισμός θά είναι άκόμα άστική κοινιυνία):
«Αύτό τό ί σ ο δικαίωμα... είναι επομένως ώ ς π ρ ό ς τ ό
π ε ρ ι ε χ ό μ ε ν ό του ένα δ ι κ α ί ω μ α τής ά ν ι σό -
τ η τ α ς ό π ω ς κ α ί κ ά θ ε δ ι κ α ί ω μ α » (MEW 19, σ.
21). Αύτή ή ισότητα είναι «άφηρημένη» γιατί ύπολογίζει τόν
κάθε άνθρωπο μόνο σάν έργάτη. Ταυτόχρονα άφηρημενοποιεί
τις άνάγκες τών μεμονωμένων άτόμων, δίνοντάς τους γιά ίση
έργασία ίσα άγαθά άπό τόν κοινωνικό πλούτο (όποιες κι άν
είναι οί άνάγκες τους). Ή κατανομή άνάλογα μέ τις άνάγκες,
142

μέ τήν κατανομή ανάλογα μέ τήν έργασία, καταρ­


o u v TiU tu t]
γεί αύτή τήν ισότητα πού είναι ταυτόχρονα καί άνισότητα
(MEW 19, σ. 21).
Ό π ω ς ξέρουμε, σύμφωνα μέ τήν Κριτική τού Προγράμ­
ματος τής Γκότα στή δεύτερη φάση τού κομμουνισμού δέν
ύπάρχει καμιά άξια κι ούτε ή έργασία έχει άναχθεί σέ άπλή
έργασία· ταυτόχρονα ό Μάρξ ύποθέτει έναν άπίστευτο πλούτο
άγαθών. Ά κριβώ ς γι’ αύτό δέν ύπάρχει σ’ αύτή τήν άντίληψη
*αμιά θέση γιά τήν «ίσονομιστική», όπως τήν ονομάσαμε,
πλευρά τού κομμουνισμού. Διαφορετικά είναι τά πράγματα
στό Κεφάλαιο, όπου συναντάμε ένα «πρότυπο κορεσμού» όσο
άφορά τά ύλικά άγαθά. Αύτός ό «ίσονομισμός» δέν είναι
όμως άπό καμιά άποψη ταυτόσημος μέ τήν ισότητα τής έμπο-
ρευματικής παραγωγής (τής ιδιοκτησίας καί τού δικαιώμα­
τος): πρόκειται μάλλον γιά τή σχετική ισότητα τών πραγ­
ματικών άναγκών μέ τά ύλικά άγαθά, πού όπως ξέρουμε δέν
περιορίζονται άπό τίποτ’ άλλο, παρά μόνο άπό άλλες (άνώ-
τερες) άνάγκες τών άτόμων. Ε μ είς δέν μπορούμε νά φαντα­
στούμε άκόμα καμιά κοινωνική τάξη πραγμάτων, όπου οϊ
άνάγκες τών ύλικών άγαθών θά μπορούσαν νά κορεστούν μέ
σχετική ισότητα κι εύκολία, κι όπου ή άτομικότητα τών άναγ­
κών θ’ άναπτυσσόταν άποκλειστικά άπό τή σκοπιά τών μή
ύλικών άναγκών. Γιά τό λόγο αύτό ονομάζουμε «ίσονομι-
στική» αύτή τήν άντίληψη. Ταυτόχρονα όμως δέν άμφιβάλ­
λουμε ότι γιά τόν Μάρξ όέν ήταν ίσονομιστική, ότι δηλαδή δέ
συνέδεε αύτό τό πρότυπο μέ τήν «ισότητα» άλλά μέ τήν πλήρη
άναδιάρθρωση τού συστήματος τών άναγκών.
Πόσο πολύ ύπολόγιζε ό Μάρξ σ’ αύτό τό άναδιαρθρωμένο
σύστημα άναγκών, προκύπτει σαφέστατα άπό δύο παρατηρή­
σεις στά Grundrisse (γιά τόν ώριμο Μάρξ αύτή ή άναδιάρθρω­
ση είναι conditio sine qua non, καί ά π ’ αύτή τήν άποψη δέν
ύπάρχει καμιά διαφορά άνάμεσα στό Κεφάλαιο καί τά
Grundrisse). Γράφει λοιπόν γιά τούς έργάτες στόν καπιτα­
λισμό: «Μέ τήν ύπερβολική έξάντληση τών δυνάμεών τους...
όδηγούνται σέ άντικανονικές συνήθειες καί σέ παραμορφω­
μένες σκέψεις. Δέν μπορούν νά έχουν φυσικές, πνευματικές ή
ήθικές άπολαύσεις, παρά μόνο τού χειρότερου είδους» (Grun­
drisse, σ. 601). Ή άμετρία αύτή προκύπτει λοιπόν άπό τό
γεγονός ότι ό έργάτης δέ μπορεί ν’ άναπτύξει ικανότητες γιά
φυσικές, πνευματικές καί ήθικές απολαύσεις. Στήν «κοινωνία
143

τών συνεταιρισμένων παραγωγών», στήν όποια όικμικχι <·ι-


νεται αύτή ή ικανότητα (ποιοτικέ; άνάγκε;) παύει καί ή
«άμετρία». Σ ’ ένα άλλο σημείο ό Μάρξ θέτει τό πρόβλημα σέ
πανκοινωνικό έπίπεδο. Ά ν ή κοινωνία έχει φτάσει σ’ έναν
ορισμένο βαθμό (ύλικού) πλούτου, τότε... «ή κοινωνία μπορεί
νά περιμένει ένα μεγάλο μέρο; τού πλούτου πού έχει ήδη
δημιουργηθεί, μπορεί νά τόν άποσπάσει τόσο άπό τήν άμεση
άπόλαυση όσο καί άπό τήν παραγωγή πού προορίζεται γιά
τήν άμεση άπόλανση» (Grundrisse, σ. 595). Ά ν καί τό έχουμε
ήδη πει, θά ήθελα νά τό έπαναλάβω: όσο άφορά τί; ύλικέ;
άνάγκε; ό Μάρξ δουλεύει μ' ένα πρότυπο πού πλησιάζει τό
πρότυπο «κορεσμού» — τουλάχιστο στήν άνάλυση τή; περι­
όδου πού διαδέχεται τήν έπίτευξη ένό; ορισμένου βαθμού
υλικού πλούτου.
Σ ’ αύτό τό σημείο προβάλλει όμω; τό έρώτημα: Π οιό; κανο­
νίζει π ώ ; πρέπει νά καταμεριστεί ό όγκο; τή; παραγωγή;;
Ποιός άποφασίζει λ.χ. τό πόσο μπορεί νά περιμένει ή παρα­
γωγή τών άγαθών πού έξυπηρετούν τήν άμεση άπόλαυση;
Σύμφω να μέ τόν Μάρξ, αύτό μπορεί νά τό κάνει ό καθένας —
γιαυτό καί μιλάει γιά «συνεταιρισμένα άτομα». Πώ ; μπορεί
όμως νά διευθύνει ό καθένα;; Στό έρώτημα αύτό ό Μάρξ δέ
δίνει καμιά άπάντηση γιατί δέν τό έχει κάν οκεφτεί. Στήν
έποχή μας όμως έχει άποκτήσει ζωτική σημασία. Ή έπεξερ-
γασία λοιπόν τών σχετικών προτύπων είναι κεντρικό θέμα τού
σημερινού μαρξισμού*.
Φυσικά δέν είναι τυχαίο τό ότι γιά τόν Μάρξ δέν τίθεται
κάν τό έρώτημα «πώ ; πρέπει νά κανονιστούν τά πράγματα».
Έχουμε πει ήδη ότι γι’ αύτόν στή μελλοντική κοινωνία ή
κατηγορία τού συμφέροντο; δέ θά έχει καμιά θέση, κι έπο-
μένω; δέ θά ύπάρχουν ούτε συμφέροντα ομάδων ούτε άντι-
θέσει; συμφερόντων. Τό μοναδικό κοινό συμφέρον κάθε μέ­
λους τής κοινωνίας, έκτό; άπό τήν ικανοποίηση τών άπαραί­
τητων άναγκών (πού όπω ; είδαμε θά παίζει κατώτερο ρόλο
στή δομή τών άναγκών) θά είναι ή μείωση τού χρόνου
έργασίας. Αύτό θά γίνει δυνατό μόνο μέ τή βοήθεια τή; μεγα­
λύτερης δυνατή; όρθολογοποίηση;. Κατά συνέπεια τό κάθε
άτομο θά έχει τήν ίδια έπιδίωξη, δηλαδή τή μεγαλύτερη
δυνατή όρθολογικοποίηση. Έ τσι καί ό τρόπο; τού διακανο-

• Ή έτσι τουλάχιστον θά πρεπε νά είναι.


144

νιομού θά είναι έντελώς άόιάφορος ά π ’ αύτή τήν άποψη. Είτε


μέ δημοψήφισμα είτε μέ άντιπροσώπους παϊρνονται οί άπο-
φάσεις, κάθε άτομο θά έκφράζει τις άνάγκες όλων τών άλλων
άτόμων καί δέν μπορεί νά γίνει διαφορετικά. Κι ά π’ αυτήν
άκόμα τήν άποψη, στόν «κοινωνικοποιημένο» άνθρωπο τό
άνθρώ.-τινο είδος καί τό άτομο άποτελούν μιά πραγματο­
ποιημένη ένότητα. Κάθε άτομο άντιπροσωπεύει τό είδος καί
τό είδος άντιπροσωπεύεται σέ κάθε άτομο. Οί άνάγκες τού
«κοινωνικοποιημένου» άνθρώπου άποφασίζουν γιά τήν πα­
ραγωγή — κι αύτό σημαίνει ότι τό άνθρώπινο είδος τά διευ­
θύνει όλα μόνο του.
Γιά νά τό έκφράσουμε χεγκελιανά: μέσα στή μαρξική κοι­
νωνία τών «συνεταιρισμένων παραγωγών» ή σφαίρα τού
«άντικειμενικού πνεύματος» έξαφανίζεται. Έ κεί δέ βρίσκου­
με σύστημα δικαίου, θεσμούς ή πολιτική. Αύτό πού άπομένει
άπό τή σφαίρα τού «άντικειμενικού πνεύματος» τών ταξικών
κοινωνιών έξυψώνεται στή σφαίρα τού «άπόλυτου πνεύμα­
τος», γιατί βέβαια δέν είναι «σύμφωνες πρός τό είδος καθαυ­
τό» μόνο έκείνες οί δραστηριότητες καί οί άντικειμενοποι-
ήσεις (Ο.) πού ύπήρχαν ήδη στις ταξικές κοινωνίες (έστω καί
μέ άποξενωμένη μορφή), όπως π.χ. ή τέχνη ή ή φιλοσοφία.
Σύμφωνες πρός τό είδος καθαυτό γίνονται καί ή ήθική καί
κάθε άνθρώπινη σχέση. Γιά νά προχωρήσουμε άκόμα περισ­
σότερο τή χεγκελιανή άναλογία: Τό «κοσμικό πνεύμα» δέ θ ’
άναγνωρίζεται μόνο στήν τέχνη καί τή φιλοσοφία άλλά καί σέ
κάθε άνθρώπινη σχέση, άφού τό κάθε άτομο άντιπροσωπεύει
μιά συνειδητοποιημένη καί πραγματωμένη συμφωνία πρός τό
είδος του, πού άναγνωρίζει σέ κάθε άλλον άνθρωπο τόν ίδιο
χαρακτήρα καί τόν άντιμετωπίζει μ’ αύτή τή νοοτροπία. Ό
Μάρξ τό έκφράζει πολύ ώραία στήν Αγία Οικογένεια, μι­
λώντας γιά τήν ήθική τού μέλλοντος: « Ό Πλάτωνας πίστευε
ότι ό ν ό μ ο ς πρέπει νά είναι ά ν α γ κ α σ τ ι κ ά μονό­
πλευρος καί ν’ άποτελεί άφηρημένη έκφραση τής άτομικό-
τητας. Ά ντίθετα, μέσα σέ ά ν θ ρ ώ π ι ν ε ς σχέσεις ή τιμωρία
δέ θά ’ναι τίποτ’ άλλο στήν πραγματικότητα, παρά ή κρίση
τού φταίχτη γιά τόν έαυτό του. Κανείς δέ θά προσπαθήσει νά
τόν πείσει πώς μιά έ ξ ω τ ε ρ ι κ ή τ ι μ ω ρ ί α , άσκημένη πάνω
του άπό άλλους, είναι τιμωρία πού άσκεί ό ίδιος στόν έαυτό
του. Αντίθετα, θά βρίσκει στούς ά λ λ ο υ ς άνθρώπους τούς
φυσικούς λυτρωτές άπό τήν τιμωρία πού ό ίδιος επέβαλε στόν
145

εαυτό του, δηλαδή ή σχέση θ' αντιστρέφεται άπόλυτα» ( Μ Ι.\\


2, σ. 190). Σ ’ ένα συλλογιστικό πείραμα, ό Κάντ φαντάστηκε
τήν «ιδανική κοινωνία» σάν μιά κοινωνία όπου οί άνθρωποι
θά έχουν συμφωνήσει νά ένεργούν σύμφωνα μέ τήν κατηγο-
ρική προσταγή. Ά π ό τή σκοπιά τής δικής του φιλοσοφίας
αύτό είναι βέβαια μιά άντίφαση: στήν περίπτωση μιάς «συμ­
φωνίας» ή ήθική μετατρέπεται σέ νομιμότητα. Στά μάτια τού
Μάρξ όμως τό ίδιο αύτό πρότυπο δέν παρουσιάζει καμιά
άντίφαση — τουλάχιστον άπό φιλοσοφική άποψη. Ά ν κάθε
άτομο άντιπροσωπεύει τή συμφωνία πρός τό είδος καθαυτό,
κάθε άνάγκη του (έδώ ή ήθική άνάγκη) πρέπει νά λειτουρ­
γήσει σ’ αύτό τό έπίπεδο: όταν ή ίδιαιτερότητά του συγκρούε­
ται μ’ αύτή τήν ομοιομορφία, τό άτομο μπορεί νά τιμωρήσει.
Έ τσ ι καταργείται ή σύγκρουση άνάμεσα στήν ήθική καί τή
νομιμότητα άφού χάνεται ή άντίθεση άνάμεσα στήν ήθική καί
τή νομιμότητα (πού γιά τόν Μάρξ ύπάρχει μόνο στήν ταξική
κοινωνία, μέσα στήν άποξένωση).
Ή εξαφάνιση τής νομιμότητας καί όλων τών θεσμών δέ
σημαίνει βέβαια καί τήν άπλή έξαφάνιση όλων τών άντικει-
μενοποιήσεων (Ο.). Τό άντίθετο. Μόνο στόν κομμουνισμό (στή
θετική κατάργηση τής άτομικής ιδιοκτησίας) έπικρατεί σέ
σωστή βάση ή προσωπική ιδιοκτησία. Ά ς θυμηθούμε έδώ ότι
οί άνάγκες στρέφονται πάντα σέ άντικείμενά. Ά φ ού ή σφαίρα
τής παραγωγής είναι άπόλυτη, είναι καί όλες οί άντικειμε-
νοποιήσεις (Ο.) άπόλυτες. Έ πειδή τώρα πιά δέ μπορούμε νά
μιλάμε γιά ύλικές άνάγκες, άλλά γιά άνάγκες πού «βρίσκονται
έξω ά π ' αύτές», κάθε άντικειμενοποΐηση (Ο.) άνήκει στή
σφαίρα τού «άπόλυτου πνεύματος». Επομένω ς οί μή ύλικές
άνάγκες στρέφονται όλες τους στό «άπόλυτο πνεύμα», στις
άντικειμενοποιήσεις (Ο.) του, στά άντικείμενά του καί στήν
κατασκευή αύτών τών άντικειμένων.
Ά κ ριβώ ς γ ι’ αύτό μέσα στήν «κοινωνία τών συνεταιρι­
σμένων παραγωγών» ή άνάγκη τού «έλεύθερου χρόνου», τού
«χρόνου τής σχόλης», παίζει τόσο άποφασιστικό ρόλο μέσα
στό σύστημα τών άναγκών*. Ριαυτό πάλι μέσα σ’ όλες τις
* Ό «χρόνο; τής σχόλης» δέν είναι άπόλυτα συνώνυμος μέ τόν «έλεύθερο
χρόνο». Ό τελευταίος μπορεί νά ερμηνευτεί καί αρνητικά (ελευθερία άπό τήν
εργασία). Γιά τόν Μάρξ όμως ό έλεύθερο; χρόνο; είναι «χρόνος τή; σχόλης»,
μιά σαφώς θετική κατηγορία, πού προσφέρεται γιά τήν άνθρώπινη άνώτερη
απασχόληση — τήν έλεύθερη απασχόληση.
146

δραστηριότητες τού έλεύθερου χρόνου παίζει τόσο κυριαρχικό


ρόλο ή καλλιτεχνική δραστηριότητα, καί μάλιστα στά έργα
τών πιό δημιουργικών περιόδων τού Μάρξ. Ή καλλιτεχνική
δραστηριότητα, πού ήδη στήν περίοδο τών ταξικών κοινωνιών
γεννιέται καί άναφέρεται σέ άπόλυτες άντικειμενοποιήσεις
(Ο .), είναι τό πιό άπλό καί χαρακτηριστικό παράδειγμα τού τί
ένδιαφέρει τόν Μάρξ: είναι ή άνάγκη γιά μιά άπόλυτη άντι-
κειμενοποίηση (Ο.) σύμφωνη πρός τό είδος, ή αληθινή άνθρώ-
.τινη άνάγκη τών μελών τής «κοινωνίας τών συνεταιρισμένων
παραγωγών».
Ο ί άνάγκες γιά άπόλυτες άντικειμενοποιήσεις (ή άντικεί-
μενα) είναι καθαρά ποιοτικές καί δέν μπορούν νά άναχθούν
σέ ποσότητα- πέρα ά π ’ αύτό είναι πάντα σκόπιμες άνάγκες. Θ ’
άναφέρουμε έδώ τό γνωστό άπόσπασμα άπό τόν τρίτο τόμο
τού Κεφαλαίου, ότι πέρα άπό τήν παραγωγή «άρχίζει ή άνά­
πτυξη τών άνθρώπινων δυνάμεων πού ισχύει σάν αύτοσκοπός,
τό άληθινό κράτος τής έλευθερίας...» (MEW 25, σ. 828· ή
ύπογράμμιση δική μου). Μέσα στις δραστηριότητες πού είναι
στραμμένες σέ άπόλυτες άντικειμενοποιήσεις (Ο.) άναπτύσ-
σεται ό άληθινός πλούτος τού άνθρώπου, μιά καθολικότητα
τών άναγκών καί τών ικανοτήτων πού ικανοποιεί ποιοτικά
διαφορετικές (καί μή ποσοτοποιήσιμες) άνάγκες: «Wealth is
disposable time and nothing more-*.
Τό άπόλντο άντικείμενο τών άναγκών μπορεί, όπως είπαμε,
νά είναι μόνο μιά άντικειμενοποίηση (Ο.), άλλά κι ένας άλλος
άνθρωπος. Ά ς θυμηθούμε τά Οικονομικά καί Φιλοσοφικά
Χειρόγραφα τού 1844: μέσα στις άνθρώπινες σχέσεις του ό
κοινωνικοποιημένος άνθρωπος πραγματώνει πάντα νέες ιδιό­
τητες πού τού βάζουν σάν σκοπό τόν πλούσιο άνθρωπο καί
τόν άνθρωπο πού είναι πλούσιος σέ άνθρώπινες σχέσεις. Έδώ
γεννιέται όμως ένα άλλο έρώτημα: ή άνάγκη τού άνθρώπου
είναι ταυτόχρονα καί άνάγκη τής κοινότητας;
Τό έρώτημα είναι σημαντικό όχι μόνο σέ σχέση μέ τό
σύστημα άναγκών άλλά καί μέ ολόκληρο τό κοινωνικό πρό­
τυπο. Είπαμε ήδη ότι σύμφωνα μέ τήν άντίληψη τού Μάρξ
στήν «κοινωνία τών συνεταιρισμένων παραγωγών» δέν υπάρ­
χει καμιά θέση γιά τό «άντικειμενικό πνεύμα», γιά τό σύστημα

* Γιά τή μπροσούρα Source and Remedy 6λ. καί τις θ α υ ρ ίι; γιά τήν
Υπ εραξία.
147

θεσμών. Μήπως όμως αύτό σημαίνει κοντά στ’ άλλα οτι ί)ϊν
υπάρχει καμιά θέση γιά τήν άνθρώπινη άκεραιότητα ή ότι ή
μοναδική άκεραιότητα είναι ή ίδια ή άνθρωπότητα;
Γιά τόν Μάρξ ή κοινότητα (έστω καί μικρή) έχει άξια καί
σημασία μόνο όταν έκδηλώνεται σάν άμεση μορφή τής συμ­
μόρφωσης πρός τό είδος καθαυτό, όταν δηλαδή είναι μιά
άντικειμενοποίηση (Ο.) σύμφωνη πρός τό είδος. Δέν ύπάρχει
κανένα συμφέρον ούτε καί άντίθεση συμφερόντων: ή κοινό­
τητα, όπως καί τό άτομο, μπορούν νά είναι μόνο μιά άμεση
μορφή αύτής τής συμφωνίας.
Γιά τό νεαρό Μάρξ ή κοινότητα καί ή άνάγκη τής κοινό­
τητας έμφανίζονται άναμφίβολα σάν ένα άπό τά Leitmotiv του.
Ά ς θυμηθούμε τις σκέψεις του γιά τις ένώσεις τών κομμου­
νιστών έργατών: «Ταυτόχρονα όμως άποκτούν καί μιά νέα
άνάγκη, τήν άνάγκη τής κοινωνίας, κι αύτό πού φαίνεται σάν
μέσο έχει γίνει σκοπός» (Οικονομικά καί Φιλοσοφικά Χειρό­
γραφα, MEW I, σ. 55). Στό ίδιο βιβλίο γράφει άκόμα: «...ή
κ ο ι ν ο τ ι κ ή δραστηριότητα καί ή κ ο ι ν ο τ ι κ ή άπόλαυ-
ση, δηλαδή ή δραστηριότητα καί ή άπόλαυση πού έκδηλώ-
νεται καί έπιβεβαιώνεται άμεσα σέ π ρ α γ μ α τ ι κ ή κ ο ι ­
ν ω ν ί α μέ άλλους άνθρώπους, θά πραγματοποιούνται πα­
ντού όπου αύτή ή ά ;ι ε σ η έκφραση τής κοινωνικότητας θά
είναι θεμελιωμένη στήν ούσία τού περιεχομένου της καί άνά-
λογη μέ τή φύση του» (IBID., σ. 538). Ή πάλι: «Οί αισθήσεις
καί ή άπόλαυση τών ά/Λων άνθρώπων έχουν γίνει δικό μον
κτήμα. Εκτός ά π ’ αύτά τά άμεσα όργανα δημιουργούνται
λοιπόν κ ο ι ν ω ν ι κ ά όργανα μέ τή μορφή τής κοινωνίας:
γιά παράδειγμα, ή δραστηριότητα πού άναπτύσσω άμεσα σέ
κοινωνία μέ τούς άλλονς, γίνεται όργανο τής β ι ο τ ι κ ή ς
μ ο υ έ κ φ ρ α σ η ς καί τρόπος οίκειοποίησης τής ά ν θ ρ ώ ­
π ι ν η ς ζωής» (IBID.. σ. 540- ή άπλή υπογράμμιση δική μου).
Ή «γενική συνείδηση», ή σκέψη, ή θεωρία καί ή φιλοσοφία
πρέπει νά πηγάζονν άπ ' αύτό τό είναι πού βασίζεται στήν
κοινότητα κι όχι νά «συναρπάζουν τις μάζες» σέ κατοπινό
χρόνο: «Ή κ α θ ο λ ι κ ή μου συνείδηση δέν είναι παρά ή
θ ε ω ρ η τ ι κ ή μορφή αύτού πού έχει γιά ζ ω ν τ α ν ή μορφή
τήν π ρ α γ μ α τ ι κ ή κοινότητα, τήν κοινωνική ούσία, ενώ σή-
μ ερ αήκ α θ ο λ ι κ ή συνείδηση είναι άφηρημένη ιδέατήςπραγ-
ματικής ζωής καί σάν τέτοια τή; άντιτίθεται έχθρικά» (IBID.,
σ. 538). Γιαυτό είπα πιό πριν ότι γιά τόν Μάρξ δέ θά πάψει
I4S

οτον κομμουνισμό κάθε φιλοσοφία, άλλά μόνο αύτή πού άντι-


παοαθέτει τό μερικό σ’ αύτό πού συμφωνεί μέ τό είδος, τήν
ούσία στό φαινόμενο, δηλαδή έκείνη ή φιλοσοφία πού στη­
ρίζεται σέ πραγματοποιήσιμες άξιες. Φαίνεται άκόμα πώς
παύει νά ύπάρχει ή κοινωνική έπιστήμη. Δέ θά ύπάρχει πιά
φετιχισμός, ή ούσία καί τό φαινόμενο θά έξισωθούν, γιαυτό
καί ή κοινωνική επιστήμη πού δημιουργείται άκριβώς στή
βάση τής άντίθεσης άνάμεσα στήν ούσία καί τό φαινόμενο
(άντίθεση πού κάνει έτσι άναγκαία τή σύστασή της), θά γίνει
πραγματικά περιττή στόν κομμουνισμό.
Ή ιδέα τής κοινότητας καί τής άνάγκης γιά κοινωνία, πού
δίκαια κατέχει κεντρική θέση στά νεανικά έργα τού Μάρξ,
περνάει συχνά σέ δεύτερη μοίρα στά όψιμα έργα του. Γι’ αύτό
ειδικά θά μπορούσαμε νά βρούμε διάφορες έξηγήσεις. Μιά
άπό τις σημαντικότερες είναι ή κριτική γιά τις κοινότητες τών
φυσικών κοινωνιών καί γιά τή «στενοκεφαλιά» τους. Οπωσ­
δήποτε, όπου ό Μάρξ μιλάει γιά κοινότητες — άκόμα καί στά
πρώιμα έργα του — έχει κατά νού κάτι διαφορετικό άπό τις
«φυσικές κοινότητες». Τις κοινότητες τού μέλλοντος τις φα­
ντάζεται έλενθερα έκλεγμένες καί συγκροτημένες άπό άτομα
πού ένώνονται, σάν «καθαρά κοινωνικές σχέσεις», σάν άποτέ-
λεσμα τής υποχώρησης τών φυσικών περιορισμών. Ωστόσο,
παρόλο πού θεωρεί ολοένα καί περισσότερο αποξενωμένη τήν
καπιταλιστική άνάπτυξη, ό Μάρξ δίνει πάντα μεγαλύτερη
έμφαση στό θετικό στοιχείο πού έχει δημιουργήσει ό καπιτα­
λισμός: τή διάλυση τών κοινοτήτων. Έχουμε βέβαια λόγο νά
σκεφτούμε κι έναν άλλο παράγοντα, δηλαδή ότι γιά τόν Μάρξ
ή ύπαρξη κοινοτήτων στή μελλοντική κοινωνία ήταν τόσο
αντονόητη, ώστε δέ σκεφτόταν κάν πώς ύπήρχε άνάγκη νά τις
έξηγήσει ειδικά. Πολύ συχνά άναφέρει τήν κοινωνία τού μέλ­
λοντος σάν «συντροφική κοινωνία». Ή ύπαρξη τής «κοινό­
τητας» καί ή «άνάγκη τής κοινότητας» έρχονται βέβαια σέ
δεύτερη θέση στις άναλύσεις του, άλλά στά λίγα σημεία πού
μιλάει γΓ αύτές τις παρουσιάζει σάν άπόλυτα «φυσικές» προ­
οπτικές. Έ τσι π.χ. στόν τρίτο τόμο τού Κεφα/Μίυν, μιλώντας
γιά τά σπέρματα τού μέλλοντος στό παρόν, λέει γιά τά συνερ­
γατικά έργοστάσια τού Ό ουεν: «Τά συνεργατικά έργοστάσια
τών ίδιων τών έργατών άποτελούν μέσα στόν παλιό κοινωνικό
σχηματισμό τό πρώτο τον ρήγμα... Οί καπιταλιστικές μετο­
χικές έπιχειρήσεις πρέπει νά θεωρούνται, μαζί μέ τά σύνεργα-
149

τικά εργοστάσια, σάν μεταβατικές μορφές άπό τόν καπιταλι­


στικό τρόπο παραγωγής στόν συνεταιριστικό, μόνο πού στή
μιά περίπτωση ή άντίθεση καταργείται άρνητικά καί στήν
άλλη θετικά» (σ. 456■ ή ύπογράμμιση δική μου). Στά 1881,
στό σχέδιο μιάς έπιστολής στή Βέρα Ζάσουλιτς, ό Μάρξ
έκφράζεται μέ άκόμα μεγαλύτερη σαφήνεια. Ή ρωσική άγρο-
τική κοινότητα «...βρίσκει τόν καπιταλισμό σέ μιά κρίση πού
θά τελειώσει μόνο μέ τήν κατάργησή του, μέ τήν έπι στροφή
τών σύγχρονων κοινωνιών, στόν ‘άρχαϊκό’ τύπο τής κοινής
ιδιοκτησίας στόν όποιο — όπως λέει ένας άμερικάνος συγγρα­
φέας... — τό ‘νέο σύστημα’ πρός τό όποιο τείνει ή σύγχρονη
κοινωνία θά είναι άναβίωση (a revival) τού άρχαϊκού κοινω­
νικού τύπου σέ μιά άνώτερη μορφή (in a superior form). Καί
έδώ δέν πρέπει νά μάς τρομάζει ή λέξη ‘άρχαϊκή’» (MEW 19,
σ. 386· ή υπογράμμιση δική μου). Εξηγώντας έπειτα σέ τί θά
διαφέρουν οί κοινωνίες τού μέλλοντος άπό τις πραγματικά
άρχαϊκές, λέει ότι οί πρώτες δέ στηρίζονται σέ δεσμούς τού
αίματος. Αύτή ή άποψη δέ διαφέρει όμως καθόλου άπό τις
σκέψεις τού Ένγκελς, πού σ’ ένα άρθρο τού 1845 μέ τίτλο
Περιγραφή τών Κομμουνιστικών Εποικισμών πού Δημιονρ-
γήθηκαν στή Νεότερη Έποχή καί Υπάρχουν Ακόμα, άνα-
φέρει μέ μεγάλο ένθουσιασμό τις θρησκευτικές κομμούνες στις
Ηνωμένες Πολιτείες καί κάνει τήν πρόβλεψη ότι πολύ σύ­
ντομα θά κυριαρχήσει έκεί αύτή ή μορφή (MEW 2, σ. 521-
522). Ό Μάρξ άνησυχούσε γιά τή διάλυση τών ύπαρχουσών
κοινοτήτων, έπειδή τις άναγνώριζε καί τις έκτιμούσε σάν
σπέρματα μιάς μορφής σχέσης (ή ένσωμάτωσης) πού ήταν
προορισμένη νά γίνει καθολική μέ τόν κομμουνισμό.

Γιά τόν Μάρξ λοιπόν ή καθημερινή ζωή τού άνθρώπου τής


μελλοντικής κοινωνίας δέ χτίζεται γύρω άπό τήν παραγωγική
έργασία, πού καταλαμβάνει κατώτερη θέση μέσα στις καθημε­
ρινές δραστηριότητές του- τό οργανωτικό κέντρο τής ζωής
άποτελείται άπό τις δραστηριότητες καί τις άνθρώπινες σχέ­
σεις πού είναι σύμφωνες πρός τό είδος καθαυτό. Ο ί άνάγκες
(οί ποιοτικά σκόπιμες άνάγκες) πού στρέφονται σ' αύτές, θά
είναι οί πρωταρχικές άνάγκες τών άνθρώπων, αύτές θά σι>γ-
κροτούν τή μοναδική άτομικότητά τους κι αύτές θά περιο­
ρίζουν καί τις άνάγκε; γιά υλικά αγαθά. Μ’ αύτό τόν τρόπο
150

(Η' .'κροίείται ή «βαθυστόχαστη» προσωπικότητα, ή πλούσια σέ


άνάγκε;.
Ό Μάρξ θεωρούσε τόσο «φυσική» καί «αύτονόητη» αύτή
τήν άλλαγή τής δομής τών άναγκών, καί ύπολόγιζε τόσο λίγο
τις συγκρούσεις, πού πρέπει νά τό ξαναπούμε: όσο άποφασι-
στική κι άν τού φαίνεται ή άλλαγή τού είναι, ή άντίληψή του
έχει μέσα της πολλά στοιχεία τού διαφωτισμού. Ωστόσο, κι άν
άκόμα άναζητήσουμε τις πραγματικές συγκρούσεις καί τά
προβλήματα τής «μετάβασης» στό τόσο σημαντικό γιά μάς
«καθαρό» του πρότυπο, τό πρότυπο δέ χάνει διόλου τήν
άποφασιστική σημασία του.
Ό Ένγκελς μίλησε περήφανα γιά τήν έξέλιξη τού σοσια­
λισμού άπό τήν ούτοπία στήν έπιστήμη. Σήμερα δέν μπορούμε
πιά ν ’ άρνηθούμε ότι αύτή ή έπιστήμη περιείχε άρκετά ούτο-
π ικά στοιχεία. Ωστόσο, όπως λέει ό Έρνστ Μπλόχ, ύπάρχουν
γόνιμες καί άγονες ούτοπίες. Οτιδήποτε φαίνεται ούτοπικό
στις άντιλήψεις τού Μάρξ γιά τήν «κοινωνία τών συνεταιρι­
σμένων παραγωγών», γιά τό σύστημα άναγκών τών ένωμένων
άτόμων σέ σχέση μέ τό δικό μας σήμερα, μέ τις δικές μας
ιδιαίτερες δυνατότητες ένέργειας, είναι ώστόσο απόλυτα γό­
νιμο. Μάς δίνει ένα κανόνα μέ τόν όποιο μπορούμε νά μετρή­
σουμε τήν πραγματικότητα τών ιδεών μας καί τήν άξια τους,
νά δούμε τά όρια τών ένεργειών μας: έκφράζει τήν ώραιό-
τερη έπιδίωξη τής ώριμης άνθρωπότητας, μιά έπιδίωξη πού
άνήκει στό είναι μας.
Παράρτημα: Θεωρία, Πρακτική καί Ανθρώπινες
Ανάγκες

Θ εω ρία καί πρακτική συμφΰονται πάντα έποικοδομητικά σέ


μιά παραγωγική καί κοινωνική ενότητα (δομή). Έ τσι έξη-
γείται γιατί οί θεωρίες καί οί πρακτικές διαφορετικών κοινω­
νιών διαφέρουν μεταξύ τους όχι μόνο ανάλογα μέ τό περιε­
χόμενό τους άλλά καί άνάλογα μέ τόν τρόπο τής άλληλεπί-
δρασής τους, δηλαδή άνάλογα μέ τή λειτουργία πού άνα-
πτϋσσει ή θεωρία στις διάφορες κοινωνίες. Σέ πολλές μορφές
κοινωνικής οργάνωσης δέν έχει γίνει άρκετά ό διαχωρισμός
τής θεωρίας άπό τήν πρακτική, κι έτσι άναπτΰσσουν τή λει­
τουργία τής κοινωνικής άναπαραγωγής τους μέ τρόπο ένιαίο
καί άδιαφοροποίητο (άκόμα καί οΐ λεγάμενες «πρωτόγονες»
κοινωνίες τού εικοστού αιώνα μπορούν νά χρησιμέψουν έδώ
σάν παράδειγμα). Ωστόσο άπό τή σκοπιά τού προβλήματος
πού έξετάζουμε δέν μπορούμε νά ταυτίσουμε τό μεσαΐωνα μέ
τήν άστική κοινωνία. Πριν άπ’ όλα ό χριστιανισμός δέν
υπήρξε μόνο μιά ομοιογενής ιδεολογία, άλλά διαπέρασε καί
έπηρέασε τήν καθημερινή πρακτική τών άνθρώπων άναπτύσ-
σοντας τούς γενικούς σκοπούς τους μέσα στό πλαίσιο καί μέ
τή γλώσσα τής κυρίαρχης ιδεολογίας του. Τό γενικό πρόβλημα
τής σχέσης άνάμεσα στήν πρακτική καί τή θεωρία δέν προέ-
κυψε πριν άπό τή δημιουργία τής άστικής κοινωνίας. Κι όταν
προέκυψε, άσχολήθηκε πάντα μέ τήν προσπάθεια νά κατα­
λάβει γιατί ορισμένα άτομα ή ομάδες άτόμων δέν ένεργούσαν
σύμφωνα μέ τις άρχές τους. Ωστόσο αύτός ό τύπος τής ηθικής
άντιμετώπισης δέ βαρύνει διόλου στό πρόβλημά μας ή, τό
πολύ πολύ, άποτελεί δευτερεύουσα άποψή του.
Τό γενικό πρόβλημα τής σχέσης άνάμεσα στή θεωρία καί
τήν πρακτική είναι ειδικό πρόβλημα τής άστικής κοινωνίας,
ένα προϊόν τής δομής της καί άποκλειστικά δικό της φαινό­
μενο. Έ τσι, άκόμα κι όταν τό πρόβλημα τίθεται στήν πιό
γενική του μορφή, πρέπει νά έχουμε καλά ξεκαθαρισμένο στό
νού μας ότι άντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα ειδικό, πού γεννή-
θηκε μέσα στή σύγχρονη ιστορία καί συνδέεται μέ μιά συγκε­
κριμένη ιστορική περίοδο, όοο μεγάλη ή σημαντική κι άν
είναι.
0 ά ήθελα νά πώ εισαγωγικά ότι στήν έξέταση τού θέματος
δέ θά άναφέρω καθόλου τή σχέση θεωρίας καί πρακτικής στις
φυσικές έπιστήμες, μόλο πού ή ιστορία τους, άπό τόν Γαλιλαίο
καί μετά, άποτελεί οργανικό στοιχείο τής διαδικασίας πού
άνέφερα. Στις σελίδες πού άκολουθούν θά περιορίσω τήν
άνάλυσή μου μόνο στή σχέση άνάμεσα στήν κοινωνική θεωρία
καί πρακτική.
Ή θεωρητική άνάλυση αύτής τής σχέσης είναι καθαυτή
συνέπεια καί έκφραση τού καταμερισμού τής έργασίας καί τής
έμπορευματικής παραγωγής μέσα στήν άστική κοινωνία. Ή
δημιουργία τής διανόησης, ένός ειδικού κοινωνικού στρώ­
ματος πού έργο του είναι νά «παράγει» τις θεωρίες, ρυθμί­
ζεται πάντα άπό τόν καταμερισμό τής έργασίας. Οί κοινω­
νικές δυνάμεις πού δημιουργούν τις θεωρίες είναι διαφορε­
τικές άπό τις κοινωνικές δυνάμεις πού τις χρησιμοποιούν.
Αύτό ισχύει άκόμα καί στήν περίπτωση πού ό θεωρητικός
αντιπροσωπεύει άμεσα τά συμφέροντα μιάς ορισμένης τάξης,
γιατί στήν άστική κοινωνία ή δημιουργία καί ή άποδοχή τών
θεωριών συμφωνεί σχεδόν άπόλυτα μέ τή δομή τής έμπορευ­
ματικής παραγωγής. Είτε έκφράζουν άμεσα τά συμφέροντα
μιάς τάξης είτε όχι, οί θεωρίες περνούν πάντα μέσα άπό τήν
άγορά. Τό ότι στήν άγορά δέ φτάνουν όλα τά προϊόντα γιά ν’
άνταλλαχτούν, είναι ένα γεγονός τόσο φανερό πού δέν ύπάρ-
χει άνάγκη νά τό άναλύσουμε διεξοδικά. Είναι πραγματικά
περιττό γιατί, στή δεύτερη περίπτωση, έχοντας ύπόψη τή δομή
τής άστικής κοινωνίας, τό θεωρητικό προϊόν δέν έχει κάν τή
δυνατότητα νά μεταμορφωθεί σέ πρακτική. Γιαυτό θά δούμε
μόνο αύτή τήν άποψη τού προβλήματος. Ή βασική μορφή μέ
τήν όποια φτάνει στήν άγορά ή θεωρία είναι ή δημοσίευση. Μ’
αύτό τόν τρόπο ή θεωρία γίνεται διαθέσιμη καί μπορεί νά
έλκύσει τόν καταναλωτή. Δευτερεύουσες μορφές είναι ή προ­
παγάνδα, έμμεση ή μέ προσωπική έπαφή, ή — κάτι πού
γίνεται σέ ολοένα καί μεγαλύτερη κλίμακα — τά μέσα μαζικής
ένημέρωσης· φυσικά μπορεί νά ύπάρχουν καί τά δύο μαζί
ταυτόχρονα. Στά συστήματα πού διαθέτουν έλεύθερη άγορά, ή
θεωρία φτάνει άνεμπόδιστα στήν άγορά όπου μπορεί κανείς
νά τήν πάρει ή νά τήν άφήσει: οί άνθρωποι χρησιμοποιούν τή
θεωρία ή τήν άγνοούν, άνάλογα μέ τις άνάγκες τους. Φυσικά
κάτω άπό τις συνθήκες μιάς χειραγωγούμενης άγοράς, άκόμα
καί ό ελεύθερος άνταγοινισμό; τών θεωριών ύφίσταται περιο­
I S3

ρισμούς καί τροποποιήσει;. Τό μεγαλύτερο μέρο; των θεω­


ριών πού μπαίνουν σέ κυκλοφορία μέσα στήν άγορά συμμορ­
φώνεται μ’ ένα πρότυπο, άμεσα λειτουργικό, άνάλογα μέ τήν
απαίτηση νά χειραγωγήσει τήν κοινή γνώμη σέ μιά προκα­
θορισμένη κατεύθυνση. Πιό συγκεκριμένα, ή κοινωνική δομή
τής άστικής κοινωνίας περιορίζει άναπόφευκτα τ ί; έπαναστα-
τικές θεωρίες πού άντιτίθενται στό σύστημα καί τις άναγκάζει
νά συμμορφωθούν μέ τόν τρόπο άνταλλαγής τών έμπορευ-
μάτων. Τά λόγια τού Μάρξ πού παραθέσαμε πρωτύτερα, ότι ή
θεωρία πού συναρπάζει τις μάζες γίνεται ύλική δύναμη,
προϋποθέτουν — τουλάχιστον άπό μιά άφηρημένη σκοπιά —
τήν ύπαρξη τών μαζών πού έπηρεάζονται άπό τήν ιδεολογία
τής άρχουσας τάξης άπό τή μιά μεριά, καί άπό τήν άλλη μιά
έπαναστατική θεωρία χωρίς μάζες.
Έ τσ ι ό θεωρητικός (άδιάφορο άν είναι οικονομολόγος,
φιλόσοφος ή κοινωνιολόγος) είναι αύτός πού προσφέρει τή
θεωρία του στήν άγορά ύπακούοντας στούς κανόνες τού
σύγχρονού του καταμερισμού τής έργασίας. Ά π ό τή στιγμή
πού έξετάζουμε ένα άφηρημένο πρότυπο, μπορούμε ν’ άφή-
σουμε στήν άκρη τά διάφορα κίνητρα καί νά υποθέσουμε πώς
όλοι αύτοί οί «θεωρητικοί λειτουργοί» έμφανίζονται στήν
άγορά μέ τά θεωρητικά τους προϊόντα γιατί θεωρούν άληθινές
τις ιδέες καί τις άπόψεις πού έκφράζονται στις θεωρίες τους.
Υποθέτουμε δηλαδή ότι στήν πώληση τών έμπορευμάτων τους
δέν ώθούνται μόνο άπό τήν έπιθυμία νά κερδίσουν χρήματα ή
φήμη, άλλά μάλλον ότι θέλουν νά έπηρεάσουν τήν κοινωνία,
γενικά ή μερικά, μέ τήν κυκλοφορία καί τήν άποδοχή τών
ιδεών τους, μ’ άλλα λόγια νά ώθήσουν τήν κοινωνία σέ μιά
κατεύθυνση πού τή θεωρούν σωστή. Οπωσδήποτε αύτό δέν
ισχύει γιά τις περισσότερες περιπτώσεις, άλλά άναλύοντας τό
γενικό πρόβλημα τής σχέσης άνάμεσα στήν πρακτική καί τή
θεωρία μπορούμε νά παραλείψουμε δικαιολογημένα τά προ­
σωπικά καί τά εγωιστικά κίνητρα. Στό σημείο αύτό τό πρό­
βλημα είναι νά ορίσουμε τήν ταυτότητα τών «άγοραστών»
αύτού τού έμπορεύματος, τόν τρόπο μέ τόν όποιο άγοράζουν
καθώς καί τά κίνητρα πού τούς ώθούν νά τό άποκτήσουν.
Ε ίναι παγκόσμια γνωστό ότι ή άποδοχή ορισμένων ιδεών,
άκόμα κι άν άφορά σεβαστά ποσοστά τής μάζας, δέ σημαίνει
πώ ς ή θεωρία καταφέρνει νά μεταμορφωθεί σέ πράξη. Οΐ
περισσότεροι άπό κείνους πού άκολουθοΰν μιά θεωρία δέν
154

είναι παρά καταναλωτές πού καταναλώνουν τή θεωρία όπως


καταναλώνουν οδοντόπαστα. Αυτός ό τρόπος κατανάλωσης
καταλήγει στή λεγάμενη «γενική κουλτούρα» — προϋπόθεση
πού δίχως αύτήν δέν μπορεί κανείς ν’ άνήκει σ’ ένα δοσμένο
κοινωνικό στρώμα, όπως κι όταν χρησιμοποιεί μιά ορισμένη
μάρκα οδοντόπαστα. Φυσικά τό καθαρό καί άπλό έπίπεδο
κατανάλωσης μπορεί ν ’ άναπτύξει μιά ένδεικτική λειτουργία,
μπορεί νά δείξει δηλαδή τις θεωρίες έκείνες πού ύπαγορεύουν
σ’ ένα ορισμένο κοινωνικό στρώμα τό δρόμο πού τις οδηγεί νά
μεταμορφωθούν σέ πράξη. Παρόλα αύτά, όσο πιό χειραγω­
γημένο είναι τό σύστημα τής άγοράς, τόσο λιγότερη προσοχή
δίνεται σέ τέτοιες ένδείξεις.
Έ πειδή έδώ θ ’ άναλύσω τή θεωρία άπό τή σκοπιά τής
πρακτικής, θά πρέπει νά παραβλέψω όλους τούς «άγοραστές»
πού είναι άπλοι καταναλωτές μέ τήν έννοια πού δόθηκε
παραπάνω . Κατά συνέπεια θά πρέπει νά περιορίσω τήν έρευνά
μου σέ κείνους πού άποκτούν θεωρητικά προϊόντα λειτουργώ­
ντας μ’ έναν ορισμένο τύπο κοινωνικής πρακτικής, καί νά
έξετάσω τά κίνητρά τους καί τούς τρόπους μέ τούς όποιους
μεταμορφώνουν τή θεωρία σέ πράξη.
Ή έρευνα αύτή προϋποθέτει όμως νά ορίσουμε πρωτύτερα
τήν πρακτική καί τις πρακτικές δυνατότητες τής θεωρίας.
Μπορούμε έδώ νά χρησιμοποιήσουμε έναν άρκετά πλατύ
ορισμό τής έννοιας τής πρακτικής, ώστε νά περιλάβει κάθε
τύπο κοινωνικής δραστηριότητας καί, σέ τελευταία άνάλυση,
τήν άνθρώπινη δραστηριότητα γενικά. Ωστόσο αύτός ό λογι­
κός ορισμός δέν μπορεί νά χρησιμοποιηθεί στήν άνάλυση τής
σχέσης πού συνδέει τήν πρακτική μέ τή θεωρία. Πραγματικά,
άν ξεκινήσουμε άπό ένα τόσο πλατύ ορισμό τής πρακτικής,
όλες οί θεωρητικές δραστηριότητες πρέπει νά θεωρηθούν
ταυτόχρονα καί πρακτικές δραστηριότητες, χάνοντας έτσι τήν
ειδοποιό διαφορά τους.
Γιά τό λόγο αύτό πρέπει ν’ άναζητήσουμε ένα πιό περιο­
ρισμένο ορισμό γιά τήν έννοια τής πρακτικής, άν καί δέν
αποκλείεται βέβαια νά χρησιμοποιηθεί σέ ορισμένες συναρ­
τήσεις καί ή γενική όντολογική έννοια τής πράξης. Στό σημείο
αύτό όμως βρισκόμαστε άντιμέτωποι μέ μιά νέα δυσκολία,
δηλαδή μέ τό ότι δέν μπορούμε νά διατυπώσρυμε ένα μονα­
δικό ορισμό, γενικό καί περιεκτικό, άφού ό τρόπος τής
πρακτικής μέ τή συγκεκριμένη έννοια τού όρου μπορεί νά
155

ερμηνευτεί μονάχα μέ τή μεσολάβηση τής σχέσης πού τή


συνδέει μέ τούς άντίστοιχους τύπους θεωρίας.
Προχωρώντας τήν άνάλυση δέ θά έξετάσω τις ιδεολογίες
έκείνες πού έκφράζουν άμεσα μιά απολογία τής άστικής
κοινωνίας ούτε καί τήν άντίστοιχή τους πρακτική τής «δια­
τήρησης στή ζωή» τής ύπάρχουσας κοινωνίας. Τις ιδεολογίες
αύτές δέν τις θεωρώ θεωρίες, άκόμα κι όταν παρουσιάζονται
σάν τετοιες. Στό βαθμό πού άποτελούν άμεσες έκφράσεις μιάς
ψεύτικης συνείδησης, μπορούν νά χαρακτηριστούν ψευδο­
θεωρίες, όπως καί ή άντίστοιχή τους πρακτική τής «διατή­
ρησης στή ζωή» είναι μόνο ένας τύπος ψευδο-πρακτικής.
Ο ί διάφοροι τύποι πρακτικής — καί τά είδη θεωρίας πού
τούς άντιστοιχούν — διαφέρουν μεταξύ τους άνάλογα μέ τό
άν πραγματοποιούν τούς σκοπούς τους μέ ή χωρίς τή μεσολά­
βηση τής δραστηριότητας τής μάζας, ή έστω άπό τό άν προσα­
νατολίζονται ή όχι στή δραστηριότητα τής μάζας· τέλος,
προσδιορίζονται άνάλογα μέ τόν τύπο δραστηριότητας τής
μάζας. Ά π ’ αύτή τήν άποψη τό λεγόμενο πρόβλημα τών
«μέσων» — καί βασικά ή χρήση ή μή τής βίας — δέν έχει κατά
τή γνώμη μου άποφασιστική σημασία. Πραγματικά, είμαι
πεισμένη πώ ς άν άντιπαραθέσουμε τό πρόβλημα αύτό σ’ όλα
τά άλλα, ή άνάλυση τής πραγματικής διαφοράς άνάμεσα
στούς τύπους θεωρίας καί πρακτικής γίνεται άδύνατη. Τό
πρόβλημα άν ή χρήση βίας είναι δικαιολογημένη ή άδικαιο-
λόγητη, δεκτή ή άπαράδεκτη, είναι τόσο άφηρημένο, πού μού
φαίνεται άγονο. Τό δίλημμα μπορεί νά λυθεί μόνο σέ συγκε­
κριμένη βάση, άνάλογα μέ τούς σκοπούς μιάς συγκεκρι­
μένης πρακτικής, άνάλογα μέ τό χαρακτήρα ένός δοσμένου
κοινωνικού συστήματος καί μέ τή συγκεκριμένη κατάσταση.
Κάθε συγκεκριμένος τύπος θεωρίας καί πρακτικής περιέχει
πά ντα τά κατάλληλα μέσα γιά κάθε συγκεκριμένη κατά­
σταση. Ή χρήση ή ή άπόριψη τής βίας μπορούν νά δικαιω­
θούν μόνο άν σέ σχέση μέ τή συγκεκριμένη περίπτωση, κι όχι
γενικά, ή έφαρμογή της είναι ή όχι άναγκαία γιά τήν πραγμα­
τοποίηση τών σκοπών τού κινήματος, κι έδώ πρέπει νά ρωτή­
σουμε μήπως ή χρήση της συγκρούεται μέ τούς σκοπούς τού
κινήματος οδηγώντας το στή διάλυσή του ή μήπως τό σπρώχ­
νει σέ άντίθετη κατεύθυνση ά π ’ αύτήν πού σκόπευε άρχικά.
Τό επαναλαμβάνω: άπό τήν άποψη τής ταξινόμησης τών διά­
φορων τύπων πρακτικής, πιστεύω πώς οί σκοποί καί ό χαρα-
156

κτηρυς τών διάφορων κινημάτων είναι πραγματική βάση τού


διαχωρισμού. Μ ’ αύτό τόν τρόπο μπορούμε νά διακρίνουμε
τούς άκόλουθους τύπους πρακτικής.

α) Τή λεγάμενη «μερική μεταρύθμιση», δηλαδή ένα τύπο


δραστηριότητας πού άσχολείται μέ τή μετατροπή μεμονω­
μένων τομέων, θεσμών ή σχέσεων τής κοινωνίας. Στήν περί­
πτωση αύτή ή άρχική πρόθεση είναι ή μερική μεταρύθμιση
καθαυτή, πού δέν ξεπερνάει τις προϋποθέσεις τής δοσμένης
κοινωνίας. Οί μεταρυθμιστικές θεωρίες καί πρακτικές αύτού
τού είδους μπορούν νά στρέφονται στις πιό διαφορετικές
σφαίρες, γιά παράδειγμα στό οικονομικό σύστημα ή στό πολι­
τικό, τό νομοθετικό, τό έκπαιδευτικό. Ή θεωρία τών μερικών
μεταρυθμίσεων άναπτύσσεται ουσιαστικά άπό τούς ειδικούς
τού ένδιαφερόμενου τομέα, άν καί όχι άποκλειστικά. Πριν
άπό κάθε μερική μεταρύθμιση προηγούνται συνήθως έκστρα-
τείες «εύαισ&ητοποίησης» τής κοινής γνώμης, πού μ’ αύτό τόν
τρόπο στρέφεται κριτικά εναντίον τών παλιών θεσμών. Στις
περιπτώσεις αύτές ή βάση τής πρακτικής μπορεί νά είναι
άσθενική, καί καμιά φορά περιορίζεται στή δραστηριότητα
τών ειδικών. Ό σ ο πιό ϊοχυρή έκδηλώνεται ή άντϊσταση σέ μιά
μερική μεταρύθμιση, τόσο πιό έντονη είναι ή συμμετοχή τών
μαζών, είτε μέ τήν άσκηση «πίεσης», είτε μέ τήν άμεση συμμε­
τοχή στήν πραγματοποίηση τής μεταρύθμισης (βλ. τά σχετικά
μέ τό θεσμό τού διαζυγίου στήν Ιταλία). Οπωσδήποτε στις
περιπτώσεις αύτές οί δραστηριότητες τής μάζας είναι έφή-
μερες καί άτονούν ραγδαία μετά τήν πραγματοποίηση τής
μεταρύθμισης. Τά κινήματα πού στρέφονται σέ μερικές μετα-
ρυθμίσεις μπορούν νά γίνουν εύκολα φορείς χειραγώγησης
(άκόμα κι άν αύτό δέν ήταν μέσα στις προθέσεις τών δημιουρ­
γών τους), άπλά καί μόνο έπειδή, διοχετεύοντας τήν αντί­
δραση άπ έναντι στό ύπάρχον κοινωνικό σύστημα πρός τή
μεταρύθμιση μεμονωμένων καί μερικών θεσμών, δημιουργούν
τήν έπίφαση τής μετατροπής μιάς δοσμένης κοινωνικής τάξης
πραγμάτων.

6) Τή «γενική μεταρύθμιση». Ό δεύτερος αύτός τύπος


πρακτικής προτείνει τή μετατροπή ολόκληρης τής κοινωνίας
157

μέσα άπό μερικές μεταρυθμϊσεις. Οί θεωρητικοί του κινή­


ματος τής γενικής μεταρύθμισης χαρακτηρίζονται άπό τήν
κριτική στάση τους άπέναντι σ’ ολόκληρο τό κυρίαρχο κοι­
νωνικό σύστημα. Αύτοί δέν άνήκουν στούς ειδικούς ή τουλά­
χιστο δέν ένεργούν σάν ειδικοί. Είναι μάλλον οί αρχηγοί τού
κινήματος, τούς ένδιαφέρει ολόκληρη ή κοινωνία. Τά κινή­
ματα γιά τή γενική μεταρύθμιση είναι, στήν ιδανική περί­
πτωση, κινήματα πού οργανώνονται σέ πλατιά μαζική βάση
καί δέν παύουν νά ύπάρχουν μετά τήν πραγματοποίηση μιάς
μερικής μεταρύθμισης, άλλά μένουν διαρκώς ένεργά. Τά πιό
τυπικά παραδείγματα αύτού τού είδους πρακτικής είναι τά
σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μέχρι τό 1914.

γ) Ό τρίτος τύπος πρακτικής ένσαρκώνεται στά πολιτικά


έπαναστατικά κινήματα. Σκοπός τους είναι ή ριζική μετα­
τροπή ολόκληρης τής κοινωνίας καί τό ούσιαστικότερο στοι­
χείο τού προγράμματος τους είναι ή κατάληψη τής πολιτικής
έξουσίας. Αύτή μπορεί νά θεωρηθεί καί τελικός σκοπός τους,
άν καί στό μεγαλύτερο μέρος τών ιδεολογιών τών πολιτικών
έπαναστατικών κινημάτων άποτελεί μόνο άφετηρία. Ή μα­
ζική βάση τών πολιτικών έπαναστατικών κινημάτων μπορεί
νά έχει πολλές καί διάφορες διαστάσεις. Ά ν είναι άπαρχής
περιορισμένη, οί πιθανότητες τής νίκης είναι λίγες, όπως έγινε
μέ τις συνωμοτικές μπλανκιστικές ομάδες. Ή δύναμη πού
καθοδηγεί τό κίνημα είναι κατά κανόνα μιά μειονότητα, μιά
έπαναστατική έλίτ, πάντα έτοιμη γιά δράση, διατεθειμένη νά
διατρέξει κάθε κίνδυνο, καί πού άπολαμβάνει τήν έμπρακτη
έμπιστοσύνη τής μάζας. Ωστόσο άπό τή στιγμή τής πολιτικής
νίκης καί μετά, άναπτύσσεται μιά «παλιρροιακή» κίνηση: ή
δραστηριότητα τής μάζας μειώνεται, όσο πού γίνεται έντελώς
παθητική. Αύτή τήν πορεία άκολούθησαν όλες οί έπαναστά-
σεις πού ώρίμασαν στό έδαφος τής άστικής κοινωνίας (καί οί
πολιτικές έπαναστάσεις ώριμάζουν μόνο στό έδαφος αύτής
τής κοινωνίας). Τό κλασικότερο καί καθαρότερο παράδειγμα
πολιτικής έπανάστασης είναι ή γαλλική έπανάσταση.
Γιά νά έξηγήσω καλύτερα αύτή τή δυναμική, πρέπει ν’
άναφερθώ στήν περίφηση διατύπωση τού Μάρξ γιά τό διχα­
σμό τού άνθρώποτ< σέ bourgeois καί citoyen μέσα στήν καπιτα­
λιστική κοινωνία. Μ «φυσική ύπαρξη» τού άνθρώπου μέσα
158

στήν καπιταλιστική κοινωνία είναι ύπαρξη τού bourgeois, τού


μεμονωμένου άτόμου πού άγωνίζεται γιά τό συμφέρον του.
Πρόκειται σαφώς γιά μιά άλλοτριωμένη ύπαρξη, άπό τή
στιγμή πού τό μεμονωμένο άτομο άπαρνιέται, άνάμεσα στ’
άλλα, καί τό δικαίωμα τής ένεργής του συμμετοχής στή μετα-
ρύθμιση τής κοινωνίας. Ή ύπαρξη τού citoyen δέν είναι λιγό-
τερο άλλοτριωμένη, άφού γ ι’ αύτόν ή δραστηριότητα στή
σφαίρα τής πολιτικής χωρίζεται αύστηρά άπό τήν καθημε­
ρινή ζωή, πριν ά π ’ όλα άπό τή ζωή τών άλλων κι έπειτα κι
άπό τή δική του. Ά κόμα καί στόν προσανατολισμό σέ μιά
πολιτική έπανάσταση καί στή συνακόλουθη πρακτική, ή διχο­
τόμηση αύτή άνάμεσα στόν bourgeois καί τόν citoyen δέν έξα-
φανίζεται- ό παραδοσιακός τρόπος ζωής τής πλειονότητας τού
λαού μένει ίδιος. Δέν είναι λοιπόν παράξενο πού μετά τήν
κατάληψη τής πολιτικής έξουσίας ή μαζική βάση συρρυκνώ-
νεται προοδευτικά μέχρι πού νά έξαφανιστεί έντελώς. Ή
πλειοψηφία τού πληθυσμού ξαναγυρίζει στή ζωή τού bourgeois
(μέ τήν έννοια τού μεμονωμένου άτόμου) καί μιά μειονότητα
άπολιθώνεται στήν άλλοτριωμένη ύπαρξη τού citoyen. Γιά νά
χρησιμοποιήσουμε τά λόγια τού Ένγκελς, τό κράτος τού
δικαίου μεταμορφώνεται σέ κράτος τής άστικής τάξης.

ό) Ό τέταρτος τύπος πρακτικής είναι ή καθολική κοινωνική


έπανάσταση, πού δηλώνει ταυτόχρονα καί τήν έπανάσταση
στόν τρόπο ζωής. Ά ν πραγματοποιηθεί μιά έπανάσταση αύ-
τού τού τύπου, ή μαζική βάση τού κινήματος διευρύνεται
όιαρκώς. Ή πρακτική έμπλέκει στό κίνημα όλο καί πλατύτερα
στρώματα τού πληθυσμού καί ή καθημερινή ζωή τών άτόμων
μεταμορφώνεται άνάλογα μέ τή συμμετοχή τους. Αύτό εξηγεί
καί τό γιατί τά άποτελέσματα μιάς επανάστασης στόν τρόπο
ζωής είναι πάντα οριστικά μέσα σέ μιά ιστορική περίοδο. Ή
έπανάσταση στόν τρόπο ζωής μπορεί νά παρασταθεί χαρακτη­
ριστικά στήν εύρωπαϊκή ιστορία τού χριστιανισμού ή στήν
περίπτωση ορισμένων χωρών τής άναγέννησης. Οπωσδήποτε
όμως άν ύποστηρίζω ότι όλες οί κοινωνικές έπαναστάσεις
είναι άναγκαστικά έπαναστάσεις στόν τρόπο ζωής, δέν έννοώ
μ’ αύτό πώς όλες οί έπαναστάσεις στόν τρόπο ζωής άντιστοι-
χούν πάντα σέ καθολικές κοινωνικές έπαναστάσεις. Απε­
ναντίας, μπορεί νά πει κανείς πώς μέχρι τώρα δέν ύπήρξε
159

στήν Ιστορία επανάσταση στόν τρόπο ζωής πού νά έγινε


ταυτόχρονα καί συνειδητά οργανωμένη έπανάσταση όλόκλη-
ρης τής κοινωνίας, άπό τήν οικονομία ώς τήν πολιτική καί τήν
κουλτούρα.
Ό Μ άρξ όμως, γράφοντας γιά τό κομμουνιστικό κίνημα,
παρουσιάζει μιά έπαναστατική πρακτική αύτού τού τύπου,
πού άφορά δηλαδή ολόκληρη τήν κοινωνία. Φυσικά ή άντί-
ληψή του δέ θεμελιώνεται σέ ιστορικές άναλογίες. Ά π ό τή
στιγμή πού τό προλεταριακό κίνημα θά ώριμάσει στό έδαφος
τής άστικής κοινωνίας, περιέχει άναπόφευκτα τό στοιχείο τής
πολιτικής έπανάστασης, δηλαδή τήν άναγκαιότητα κατάληψης
τής έξουσΐας. Στήν πραγματικότητα, όμως, γιά τόν Μάρξ ή
πολιτική έπανάσταση είναι μοναδικό στοιχείο, γιαυτό καί
άντιπαραθέτει τήν άνθρώπινη χειραφέτηση στήν άπλή πολι­
τική χειραφέτηση. Δέν είναι δυνατό νά έμβαθύνουμε έδώ
περισσότερο σ’ αύτό τό πρόβλημα. Μπορούμε μόνο νά πούμε
πώ ς ή καθολική κοινωνική έπανάσταση πού παρουσιάζει ό
Μ άρξ προϋποθέτει, άπό τις πρώτες κιόλας φάσεις τής άνά­
πτυξης τού κινήματος, τή ριζική μεταμόρφωση καί τό ξεπέ­
ρασμα τής διαρθρωτικής σχέσης πού χαρακτηρίζει τήν πρα­
κτική καί τή θεωρία στήν άστική κοινωνία.
Πώς άποκτιέται λοιπόν, στις τρεις πρώτες περιπτώσεις, τό
«θεωρητικό έμπόρευμα»; Πώς προσπαθούν νά τό υλοποιή­
σουν στήν πράξη καί ποιά είναι ή άληθινή του πραγμάτωση;
Ή ζήτηση πού γεννιέται γιά ένα «θεωρητικό έμπόρευμα»
έκφράζει τό γεγονός ότι ύπάρχει άνάγκη. Αφήνοντας κατα-
μέρος τήν άπλή καί καθαρή πολιτιστική κατανάλωση, τό γεγο­
νός αύτό δείχνει ότι ή κοινωνική θεωρία πού έξετάζουμε έχει
περιλάβει μιά υπαρκτή άνάγκη (κι όχι μόνο θεωρητικά ύπο-
θετική), άσχετο άν δέν τήν έχει διατυπώσει. Γιά νά προχω­
ρήσουμε σ’ αύτή τήν κατεύθυνση είναι άναπόφευκτο ν’ άναλύ-
σουμε σ’ αύτό τό σημείο, έστω καί σύντομα, τήν έννοια τής
«κοινωνικής άνάγκης» γιατί, άν καί χρησιμοποιείται
συχνά, ή έννοια «άνάγκη» είναι άόριστος όρος καί έντελώς
έμπειρικός. Ή άνάγκη είναι συνειδητή έπιθυμία, έλπίδα,
πρόθεση πού κατευθύνεται πάντα σ’ ένα ορισμένο άντικείμενο
καί κινητοποιεί τή δράση. Τό άντικείμενο πού άφορά είναι
ένα κοινωνικό προϊόν, άσχετο άν πρόκειται γιά έμπόρευμα,
γιά ένα τρόπο ζωής ή γιά τόν άλλο άνθρωπο. «Ή κοινωνική
άντικειμενοποίηση» (Ο.) καί οί άνάγκες είναι πράγματα άλλη-
160

λένδετα- ή πρώτη καθορίζει τό «περίβλημα», προσδιορίζει τήν


έκταση τών άναγκών τών άνθρώπων πού ζούν σέ μιά δοσμένη
κοινωνία καί άνήκουν σ’ ένα ορισμένο κοινωνικό στρώμα.
Αύτό έξηγεί καί τό γιατί οί άνάγκες είναι προσωπικές (μόνο
τά πρόσω πα έπιθυμούν συνειδητά κάποιο πράγμα, τό θέλουν,
έπιζητοϋν τήν κατοχή του) καί συνάμα καί κοινωνικές (άπό τή
στιγμή πού τό άντικείμενο κάθε άνάγκης «παρέχεται» άπό τήν
κοινωνική άντικειμενοποίηση) (Ο.). Δέν υπάρχουν «φυσικές
άνάγκες». Ό άέρας δέν είναι άντικείμενο μιάς άνάγκης — άν
καί άποτελεί προϋπόθεση γιά τήν ύπαρξή μας — ένώ τό
γεγονός ότι προτιμάμε τό φρέσκο καί καθαρό άέρα άπό τό
μολυσμένο έκδηλώνει μιά άνάγκη. Πρέπει λοιπόν νά διακρί­
νουμε, σύμφωνα μέ τόν Μάρξ, τις λεγάμενες «ύπαρξιακές
άνάγκες» άπό τις «καθαυτό άνθρώπινες άνάγκες».
Ο ί «ύπαρξιακές άνάγκες» είναι όντολογικά οί πρωταρχικές,
άφού έχουν τις ρίζες τους στό ένστικτο τής αύτοσυντήρησης.
Ά νάμεσ ά τους συγκαταλέγεται ή άνάγκη τής τροφής, ή σε­
ξουαλική άνάγκη, ή άνάγκη κοινωνικής έπαφής καί συνερ­
γασίας, ή άνάγκη τής δραστηριότητας. Κι αύτές όμως δέν
μπορούν νά χαρακτηριστούν «φυσικές» γιατί μπορούν νά
έρμηνευτούν σάν συγκεκριμένες άνάγκες μόνο μέσα σ’ ένα
συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο. Ούτε καί ή άνάγκη τής
τροφής μπορεί νά οριστεί μέ «βιολογική άκρίβεια». Είναι
πολύ γνωστό, π.χ., τό γεγονός ότι σέ ορισμένες άφρικανικές
καί άσιατικές κοινότητες ή θερμιδική άξια τής καθημερινής
διατροφής έχει μείνει πολύ κατώτερη άπό τό άπαραίτητο
μίνιμουμ έπιβίωσης στις σύγχρονες κοινωνίες τής Εύρώπης κι
όμως οί κοινότητες αύτές δέν είναι ύποσιτισμένες άπό τήν
άποψη τής διατήρησης τής κοινωνικής τους ομοιόστασης. Ό
ύποσιτισμός δημιουργείται άποκλειστικά άπό μιά διαταραχή
τής κοινωνικής ίσοροπίας. Μπορούμε νά πούμε γενικά ότι ή
ικανοποίηση τών ύπαρξιακών άναγκών, σ' ένα δοσμένο έπί­
πεδο, έξασφαλίζεται άπό τή δομή τών πρωτόγονων κοινωνιών.
Ό ρ ιο τής ικανοποίησης είναι ή φύση: οί μαζικοί θάνατοι άπό
τήν πείνα είναι συνέπεια φυσικών καταστροφών. Ό καπι­
ταλισμός είναι ή πρώτη κοινωνία πού μέ τή δύναμη καί τήν
κοινωνική δομή του καταδικάζει ολόκληρες τάξεις τού πληθυ­
σμού ν’ άγωνίζονται καθημερινά γιά νά ικανοποιήσουν τις
καθαρές καί άπλές ύπαρξιακές άνάγκες τους, άπό τήν έποχή
τής πρωταρχικής συσσώρευσης μέχρι σήμερα, γιά νά μή μιλή­
161

σουμε γιά τόν Τρίτο Κόσμο. Μ’ αυτήν άκριβώς τήν ί-ννοια ό


Μάρξ λέει πώς ή έργατική τάξη τής έποχής του είναι μιά τάξη
«δίχως άνάγκες», δηλαδή υποβιβασμένη σέ κτηνώδες έπίπεδο
ικανοποίησης τών υπαρξιακών άναγκών της.
Ά ντίθετα ά π ’ αύτές, οί «καθαυτό άνθρώπινες άνάγκες»
ξεχωρίζουν άπό τό γεγονός ότι στις έπιθυμίες καί στις προ­
θέσεις πού κατευθύνονται σ’ ένα άντικείμενό ή φυσική παρόρ-
μηση δέν παίζει κανένα ρόλο. Αντικείμενα αύτών τών άναγ­
κών είναι, άνάμεσα σ' άλλα, ή πολιτιστική δραστηριότητα, τό
πα ιχνίδι τών ένήλικων, ό διαλογισμός, ή φιλία, ό έρωτας, ή
αυτοπραγμάτωση μέσα στήν άντικειμενοποίηση (Ο.), ή ήθική
δραστηριότητα. Εκτός ά π ’ αύτές ύπάρχουν κι άλλες άνθρώ­
πινες άνάγκες, άλλοτριωμένες, όπως ή άνάγκη τού χρήματος,
τής δύναμης καί τής κατοχής. Μέ τήν άνάπτυξη τού καπι­
ταλισμού καί, παράλληλα, μέ τόν περιορισμό τής έργατικής
τάξης στόν άγώνα γιά τήν ικανοποίηση μόνο τών ύπαρξιακών
άναγκών της, οί άλλοτριωμένες άνάγκες έχουν έπιβληθεί στήν
πλειονότητα τών καθαυτό άνθρώπινων άναγκών. Στις νεοκα­
πιταλιστικές χώρες (τουλάχιστο στήν Εύρώπη καί στήν Αμε­
ρική) ή κυριαρχία τών άλλοτριωμένων άναγκών έχει προχω­
ρήσει σέ πιό πλατιά κοινωνικά στρώματα.
Ο ί μή άλλοτριωμένες άνθρώπινες άνάγκες έχουν ποιοτικό
χαρακτήρα. Ή άνάπτυξή τους δέ διακρίνεται άπό τήν κυριο­
λεκτικά άτέλειωτη συσσώρευση χρήσιμων άντικειμένων γιά
τήν ικανοποίηση τών άναγκών, άλλά άπό τήν άνάπτυξη τής
πολυεδρικότητάς τους, τού «πλούτου» τους, όπως έλεγε ό
Μάρξ. Στό σημείο αύτό θά ήθελα νά τονίσω ότι ή διάκριση
άνάμεσα σέ ύπαρξιακές καί καθαυτό άνθρώπινες, μή άλλο-
τριωμένες, άνάγκες, είναι σχετική. Σέ ορισμένες περιπτώσεις
οί τελευταίες μπορούν νά περιλαμβάνουν ή νά συμπίπτουν μέ
τις πρώτες. Α ρ κ εί νά θυμηθούμε τήν άμοιβαία άνάγκη πού
έχουν ό ένας γιά τόν άλλο ό άντρας καί ή γυναίκα.
Ά ντίθετα οί άλλοτριωμένες άνάγκες έχουν ποσοτικό χαρα­
κτήρα. Ή διαδικασία τής συσσώρευσής τους είναι κυριολε­
κτικά άτέλειωτη. Ά ν έξετάσουμε τις καθαρά ποσοτικές άνά­
γκες, δύσκολα θά βρούμε κάποιο σημείο πού νά φτάνουν στό
έπίπεδο τού «κορεσμού». Ή άτέλειωτη συσσώρευση πού έπι-
βάλλεται άπό τις ποσοτικές - άλλοτριωμένες άνάγκες μπορεί
νά έμποδιστεί καί νά διακοπεί μόνοάπό τή διαδικασία άνά-
πτυξης τών ποιοτικών άναγκαιν καί τήν προοδευτική τους
162

ί.ιι κράτηση. Ά π ’ αύτή τήν άποψη δέν υπάρχει καμιά άμφι-


ταλάντευση στήν άντίληψη τού Μάρξ γιά τόν κομμουνισμό:
αυτός είναι ή κοινωνική διαδικασία πού πραγματώνει τήν
ολοένα καί μεγαλύτερη έπέκταση τής κυριαρχίας τών μή άλλο-
τριωμένων, ποιοτικών άνθρώπινων άναγκών πάνω στις ύπαρ-
ξιακές άνάγκες καί στις ποσοτικές άλλοτριωμένες άνάγκες.
Κλείνοντας τώρα αύτή τήν άναγκαία παρένθεση, μπορούμε νά
ξαναγυρίσουμε στούς διάφορους τρόπους συσχετισμού τής
θεωοϊας μέ τήν πρακτική.
Είδαμε πω ς ή πρακτική άποτελεσματικότητα μιάς θεωρίας
έξαρτάται άπό τήν ικανότητά της νά «άκολουθεί τά ίχνη» τών
συγκεκριμένων άνθρώπινων άναγκών. Γιατί είναι όμως άπα-
ραΐτητη αύτή ή ικανότητα; Ό π ω ς είπα καί πριν, οί άνάγκες
μιάς συγκεκριμένης κοινωνίας ικανοποιούνται άπό συγκε­
κριμένες αντικειμενοποιήσεις (Ο.). Αύτές καθορίζουν καί τά
όρια μέσα στά όποια άναπτύσσεται ή δυναμική τής άνάγκης.
Τό ίδιο ισχύει καί γιά τόν καπιταλισμό, άν καί μέσα στήν
καπιταλιστική κοινωνία άλληλεξάρτηση άναγκών καί άντικει-
μενοποιήσεων (Ο.) είναι άφάνταστα πιό περίπλοκη άπό τήν
άλληλεξάρτηση τών προηγούμενων κοινωνιών^· Είδαμε παρα­
πάνω ένα άπό τά κίνητρα: ή συσσώρευση καθαρά ποσοτικών
άναγκών παίρνει κυρίαρχη σημασία, μέ τήν άνάπτυξη τού
καπιταλισμού. Αύτό μέ τή σειρά του είναι συνέπεια ένός
παράγοντα πού λειτουργεί σέ βαθύτερο έπίπεδο: ό καπιτα­
λισμός είναι ή πρώτη ουσιαστικά δυναμική κοινωνία, πράγμα
πού σημαίνει ότι δέν άναπτύσσεται μόνο άνάλογα μέ τήν
αύξηση τών διαθέσιμων καταναλωτικών άγαθών — μέ τήν
άφάνταστη έπιτάχυνση τού ρυθμού τής παραγωγής — άλλά καί
ότι παράγει αδιάκοπα νέους τύπους άγαθών, σέ ολοένα καί
μεγαλύτερη ποσότητα. Φυσικά ή διαδικασία αύτή συνοδεύε­
ται άπό τήν «παραγωγή» άναγκών πού άντιστοιχούν στά
παραγόμενα άντικείμενά. Εξάλλου ό καπιταλισμός είναι ή
πρώτη «άνοιχτή κοινωνία», στήν όποια κάθε συγκεκριμένος
τύπος άναγκών δέν «περιορίζεται» μόνο σ’ ένα συγκεκρι­
μένο κοινωνικό στρώμα. Ά ν τό άντικείμενο μιάς άνάγκης μπει
στό πεδίο τών συγκεκριμένων άντικειμενοποιήσεων (Ο.),
μπορεί νά γίνει, θεωρητικά τουλάχιστον, άνάγκη τού καθενός,
άσχετο, άν δέν έχουν όλα τά μέλη τής κοινωνίας τά μέσα γιά
νά ικανοποιήσουν αύτή τήν άνάγκη. Αύτό ισχύει γιά όλους
τούς τύπους τής άνάγκης κι όχι μόνο γιά τις ποσοτικές. Κατά
163

συνέπεια δέν ύπάρχει κανένα σύστημα διαρθρωμένο m u m


άπό άνάγκε; πού καθορίζονται ή «παρέχονται» στό άτομο
άπό ένα σχετικά όμοιογενέ; σύστημα άντικειμενοποιήσεων
(Ο.) καί άξιών, άλλά ό καθένα; μπορεί νά διαλέξει άνάμεσα
σ τί; άνάγκε; πού τού «παρέχουν» άνομοιογενεί; άντικειμενο-
ποιήσει; (Ο.), είτε ορθολογικά ταξινομημένε; είτε τυχαίε;.
Ετσι γίνεται δυνατή ή δημιουργία τή; ιεράρχηση; διάφορων
προσωπικών άναγκών. Τέλο; ή καπιταλιστική κοινωνία είναι
ό πρώ το; κοινωνικό; σχηματισμό; πού δέ βασίζεται σέ οργα­
νικ έ; κοινότητε;· ή «κοινότητα» πού έπικρατεί στήν καπιτα­
λιστική κοινωνία καθορίζεται άπό τ ί; σχέσει; τή; έμπορευ­
ματική; παραγω γή;. Σ τί; προκαπιταλιστικέ; κοινωνίε; ή ιε­
ράρχηση τών άξιών πού κανόνιζε τήν ικανοποίηση τών άναγ­
κών άναπτυσσόταν μέσα στήν κοινότητα καί τό άτομο δεχόταν
λίγο-πολΰ τό σύστημα άξιών-άναγκών πού τού έδινε ή κοι­
νωνία. Μέ τήν έγκαθίδρυση τού καπιταλισμού αυτό δέν είναι
πιά δυνατό: άκόμα κι άπ ' αύτή τήν άποψη ή σχετική άμεσό-
τητα άντικαθίσταται άπό ένα σύστημα μεσολαβήσεων.
Τό μέλο; τών άρχαίων κοινοτήτων δέν ήταν άναγκασμένο
νά «άκολουθήσει τά ίχνη τών άναγκών». Ά π λώ ; είχε έ.τί-
γνωαη τών άναγκών τών μελών τή; κοινότητά; του καί, άν
είχε κάποια θεωρητική ικανότητα, μπορούσε νά τί; έκφράσει
μέ άνάλογη βαθύτητα καί πυκνότητα. Ό τα ν έξέφραζε τί;
ά νάγκε; μιά; άλλη; κοινότητας, μπορούσε νά έπικαλεστεί
ά νάγκε; πού είχαν ήδη διαμορφωθεί σέ μιά ορισμένη κοινό­
τητα. Κι αύτό ισχύει στόν ίδιο βαθμό καί γιά τόν Πλάτωνα
καί γιά τόν Θωμά τόν Άκινάτο. Στήν καπιταλιστική κοινωνία
όμω;, όπου ό θεωρητικό; είναι μισθωτό; διανοούμενο; καί
ΰπόκειται ολοένα καί περισσότερο στόν καταμερισμό τή;
έργασία;. δέν είναι πιά δυνατή μιά παρόμοια άμεση έκφραση
τών άναγκών. πού νά βασίζεται σέ σταθερέ; αντικειμενο­
ποιήσει;. Έ τσι έξηγείται καί τό γιατί ό θεωρητικό; λειτουργεί
άτομικά όταν προσπαθεί νά καταλάβει τήν κοινωνική δομή,
γιατί δηλαδή πρέπει νά επεξεργαστεί τή θεωρία του ξεκι-
νώ ντα ; άπό τήν άτομική του σκοπιά. Γιά τόν ίδιο λόγο πάλι
είναι άναγκασμένο; νά έπαληθεύσει τή θεωρία του μόνο post
festum. δηλαδή νά έπαληθεύσει στήν άγορά άν κατάφερε ή όχι
νά «ακολουθήσει τά ίχνη» τών ύπαρχουσών άναγκών. άν τί;
έξέφρασε πραγματικά στή θεωρία του. είτε αυθόρμητα είτε
έσκεμμένα. Εξάλλου, έπειδή οί άνάγκε; «πυοσφέρονται» άπό
164

.· τι iv i; αντικειμενοποιήσεις (Ο.), τό πεδίο τής θεωρητικής


επιλογής διευρύνεται ολοένα καί περισσότερο. Ή συνειδητή
έπιλογή τών άξιών (δηλαδή ή προσωπική ιεράρχηση τών
άξιώ ν ή μάλλον ή προτίμηση μερικών άναγκών άντί γιά άλλες,
ή προτίμηση γιά τις άνάγκες ορισμένων κατηγοριών άπ έναντι
σέ άλλες) θά άποφασΐσει άν ή θεωρία θά γίνει άποδεκτή ή όχι,
άν θά έφαρμοστεί ή όχι καί, στήν περίπτωση πού θά εφαρμο­
στεί, ποιές κοινωνικές τάξεις θά τήν έφαρμόσουν. Ή κατα­
νόηση τής κοινωνικής δομής, ιδιαίτερα όταν είναι βαθιά κι
εξαντλητική, μπορεί νά οδηγήσει στό παράδοξο αποτέλεσμα
πώ ς κανένα κοινωνικό στρώμα δέν άναγνωρίζει σ’ αύτή τή
θεωρία τήν έκφραση τών άναγκών του, ούτε κι όταν ή θεωρία
εκφράζει τά πραγματικά του συμφέροντα. Αύτή τή μοίρα είχε
ό Λεβιάθαν τού Χόμπς. Ή κατάσταση αύτή μπορεί άκόμα νά
οδηγήσει καί σέ άλλα παράξοδα- ένώ δηλαδή ορισμένες πλευ­
ρές τής θεωρίας μεταμορφώνονται σέ πράξη καί συναρπάζουν
τις μάζες επειδή άντιστοιχούν στις έπιτακτικές καί βασικές
ανάγκες τους, τό σύνολο τής θεωρίας μένει άκατανόητο καί
άπορΐπτεται. Αύτή ήταν ή· μοίρα άκόμα καί τού μαρξισμού,
άπό τά τέλη τού δέκατου ένατου αιώνα. Μέ τήν άνάπτυξη
τού καπιταλισμού, ή ποσοτική σφαίρα τών «καθαυτό ανθρώ­
πινων άναγκών» καί οί καθαρά ύπαρξιακές άνάγκες πού
παίρνουν ποσοτική μορφή έγιναν κυριαρχικές. Έ τσι έξηγείται
γιατί μετατρέπονται ευκολότερα σέ πράξη οί θεωρίες έκείνες
πού έκφράζουν άνάγκες τού πρώτου τύπου καί γιατί άσκούν
μεγαλύτερη έπίδραση έκείνες οί πλευρές τής θεωρίας πού
επικαλούνται τό δεύτερο τύπο.
Θ ά προσπαθήσω τώρα νά συνοψίσω τή σχέση πού συνδέει
τούς τέσσερις τύπους πρακτικής πού άναλύσαμε, μέ τούς διά­
φορους τύπους άναγκών καί μέ τις θεωρίες πού έκφράζουν.
Ο ί θεωρίες καί τά κινήματα πού ύποστηρίζουν τή μερική
μεταρύθμιση συνδέονται γενικά μέ τις ήδη διαμορφωμένες
καί εκφρασμένες άνάγκες. Αύτές τείνουν στήν ικανοποίηση ή
μάλλον τήν έξάλειψη τών συγκεκριμένων κοινωνικών δυσλει­
τουργιών πού εκφράζονται άπό τή δυσαρέσκεια ορισμένων
τάξεων καί ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων. Οί θεωρίες
αύτές περιστρέφονται πάντα γύρω άπό τις ύπαρξιακές καί τις
ποσοτικές άνάγκες, άλλά μόνο στό βαθμό πού είναι ήδη έκδη-
λωμένες, είτε αύθόρμητα είτε άσυνείδητα. Μεμονωμένα αύτή ή
θεωρία ένσωματώνεται οργανικά στήν απολογία τής ύπάρ-
165

χουσας κοινωνία; καί στή «συντηρητική» πρακτική. 1τΐ|\·


περίπτωση αύτή ή σχέση άνάμεσα στή θεωρία καί τήν πράξη
συμμορφώνεται μέ τό πρότυπο τή; έμπορευματική; παρα­
γωγής.
Οί θεωρίες τή; γενική; μεταρύθμισης συνδέονται εξίσου μέ
άνάγκες ήδη διαμορφωμένε; καί φανερέ;, πού όμω; δέν
εκφράζονται άμεσα. Μέ τή διατύπωση αύτών τών άναγκών,
τά κινήματα καί οί προπαγανδιστικέ; δραστηριότητε; πού
αντιστοιχούν σ' αύτέ; τί; θεωρίε;, δηλαδή οί ειδικέ; του;
αντικειμενοποιήσεις (Ο.), «προμηθεύουν» σ’ ένα μεγάλο
άριθμό άτόμων άνάγκε; πού δέν υπάρχουν άκόμα στή ζωή
τους — καί μάλιστα σέ άτομα πού δέν έχουν συνειδητο­
ποιήσει άκόμα τήν αίτια τή; δυσαρέσκειά; του; καί τή; μή
ικανοποίησή; τους. Οί ίδιες άντικειμενοποιήσει;, άκριβώ;
έπειδή προτείνουν τή μεταμόρφωση ολόκληρη; τή; κοινωνία;,
μπορούν νά δημιουργήσουν νέε; άνάγκε;, άκόμα κι άν δέν
άποτελούν οργανική δομή. Ή θεωρία άσκεί τόν κινητοποιη-
τικό ρόλο τη; γιά τή διατύπωση τή; άντίφαση; άνάμεσα στί;
άνάγκες καί τήν ύπαρξη, άνάμεσα στις άνάγκες καί στήν
έλλειψη ικανοποίησης γιά τις άντίστοιχες κοινωνικές τάξεις.
Στήν περίπτωση αύτή ή θεωρία έπικαλείται προωτογενώ; τις
μή ικανοποιημένε; υπαρξιακέ; άνάγκε; καί μόνο δευτερο-
γενώ ; τ ί; ποσοτικέ; καί ορισμένε; ποιοτικέ; άνικανοποίητε;
άνάγκε;. Ή σχέση άνάμεσα στή θεωρία καί τήν πράξη είναι
άπόλυτα σύμφωνη μέ τή δομή τή; έμπορευματική; παρα-
γω γή;. Ή αύξηση καί ή έπέκταση τή; ζήτησης τείνουν λίγο
πολύ ν' άφομοιώσουν τή θεωρία, προσαρμόζοντά; την στί;
υπαρξιακέ; καί τις ποσοτικές άνάγκες. Ή αστική δομή τής
σχέσης άνάμεσα στή θεωρία καί τήν πράξη δέν ξεπερνιέται. Γιά
τό λόγο αύτό όλα τά άνάλογα κινήματα παρουσιάζουν μιά
συγγένεια μέ τό πρώτο πρότυπο τής σχέσης θεωρίας καί
πρακτικής. Ή άρχική ίδέα γιά τή γενική μεταρύθμιση κρύ­
βεται πίσω άπό προγράμματα πού άφορούν τήν έκτέλεση
μερικών μεταρυθμίσειον. Ό π ω ; είπε καί πριν, αύτό; ό τρόπος
έξέλιξής είναι τυπικό; γιά τά σοσιαλδημοκρατικά κινήματα
στά μέσα τού δέκατου ένατου αιώνα.
Τά κινήματα καί οί θεωρίε; τή; πολιτική; έπανάσταση;.
βασισμένα κυρίως στή διάκριση τού bourgeois άπό τόν citoyen,
έκδηλώνουν τό δυαδισμό του; άκόμα καί στή διατύπωση τών
άναγκών. Αύτά δέν προσπαθούν νά «άνεοάσουν» τί; μάζε;,
166

μέυα στό κίνημα καί μέ τό ίδιο τό κίνημα, παρά μόνο τό


έπίπεδο τών άναγκών πού «προμηθεύει» ή καπιταλιστική
κοινωνία. Ή κινητοποίηση τής μάζας βασίζεται στή δομή τών
άναγκών πού άναπτύσσονται μέσα στόν καπιταλισμό. Τονί­
ζουν ώστόσο υπερβολικά τήν κινητοποίηση τών έπιθυμιών,
άπό τή στιγμή πού ό έπιδιωκόμενος σκοπός άποβλέπει σέ μιά
ραγδαία καί ριζική άλλαγή. Οί έπιθυμίες πού κινητοποι­
ούνται δέν μπορούν όμως νά ’ναι άλλες άπό κείνες πού δια­
μορφώνονται καί άναπτύσσονται μέσα στήν άστική κοινωνία.
Αύτή ή επιστροφή σέ άνάγκες καί έπιθυμίες πού άναπτύχθη-
καν μέσα στήν καπιταλιστική κοινωνία είναι ένας άπό τούς
αποφασιστικούς παράγοντες πού δημιουργούν τή διαδικασία
πού είδαμε παραπάνω: τήν τελμάτωση τού μαζικού κινήματος
μετά τήν κατάληψη τής πολιτικής έξουσίας. Ά π ό τήν άλλη
μεριά ή πρωτοπορία τού πολιτικού έπαναστατικού κινήματος,
ή έλίτ τών citoyen, μπορεί νά διατηρήσει τήν ύπερβολική της
δύναμη μόνο άν άπορίψει συνειδητά (τουλάχιστο γιά ένα
διάστημα) τήν ικανοποίηση ένός μέρος τών ύπαρξιακών καί
ποσοτικών της άναγκών. Αύτός ό έπαναστατικός άσκητισμός
μπορεί νά γεννήσει ήρωικές χειρονομίες πού άξίζουν δικαιο­
λογημένα τό θαυμασμό. Οί άντικειμενοποιήσεις (Ο.) τής πολι-
τικής-έπαναστατικής πρακτικής συνεπάγονται τή μεταμόρ­
φωση τής ιεράρχησης τών άναγκών, άλλά αύτή ή μεταμόρ­
φωση είναι άρκετά προβληματική άπό πολλές άπόψεις. Πριν
ά π ’ όλα τό δυαδικό σύστημα πού άφορά τις άνάγκες λειτουρ­
γεί μόνο μέ τή διάκριση τού bourgeois άπό τόν citoyen. Σάν
άποτέλεσμα, τό σύστημα τών άναγκών πού άναπτύχθηκαν
μέσα στήν καπιταλιστική κοινωνία μένει άθικτο στήν περί­
πτωση τού citoyen. Έ δώ πρόκειται βασικά γιά καθυστέρηση
τής ικανοποίησης, γιά τή μετάθεσή της στό μέλλον. Τέλος, σ'
αύτή τήν τελευταία περίπτωση έκδηλώνεται γενικά ή κατα­
φυγή σέ μιά άπό τις κυρίαρχες ποσοτικές άνάγκες τής καπι­
ταλιστικής κοινωνίας, στήν άνάγκη τής δύναμης. Γιά τό λόγο
αύτό ό άσκητισμός τής έλίτ δέν είναι σέ θέση νά διαλύσει τήν
άλλοτρίωση πού, παρόλο τόν ήρωισμό του, έξακολουθεί νά
παραμένει.
Ό λ α αύτά είχαν σκοπό νά δείξουν ότι άκόμα καί τά
πολιτικά έπαναστατικά κινήματα δέ μεταμορφώνουν ριζικά
τή δομική σχέση άνάμεσα στή θεωρία καί τήν πρακτική τής
άστικής κοινωνίας. Ή θεωρία βασίζεται ξανά πάνω στις
167

ύπάρχουσες άνάγκες και προσπαθεί νά τις άναπτύϊιι οαν


νέες. σάν ποιοτικές άνάγκες, άν καί ή προσπάθειά της είναι
έντελώς έφήμερη όπως καί στά κινήματα γιά τή γενική μετα-
ρύθμιση. Ή θεωρία δέν είναι σέ θέση νά έπεξεργαστεί μιά
ενιαία δομή. Είναι καταδικασμένη νά συμμορφιΰνεται άνά­
λογα μέ τις άνάγκες πού έχουν ήδη άναπτυχθεί μέσα στήν
καπιταλιστική κοινωνία, είτε γιά κίνημα τής μάζας πρόκειται
είτε γιά κίνημα τής έλίτ, όσο κι άν τά βλέπουμε νά πραγ­
ματώνονται μέ διαφορετικές μορφές. Ή ιστορική μοίρα τής
ιδεολογίας τών γιακωβίνων είναι κλασικό χαρακτηριστικό
παράδειγμα αύτής τής διαδικασίας. Αύτό έξηγεί καί τό γιατί
οί καθαρά πολιτικές έπαναστάσεις δέ δημιουργούν οριστικές
άλλαγές στήν καθημερινή ζωή καί στό σύστημα άναγκών τής
μάζας.
Τά κινήματα γιά τήν καθολική κοινωνική έπανάσταση δέν
μπορούν ούτε νά γεννηθούν ούτε καί νά κατακτήσουν τή
«νίκη» μ' αύτό τόν τρόπο. Βάζω τή λέξη νίκη σέ εισαγω­
γικά, γιατί ή νίκη τών κινημάτων τής καθολικής κοινωνικής
έπανάστασης δέν μπορεί νά προσδιοριστεί σέ μιά ορισμένη
χρονική στιγμή. Δέν είναι πράξη ούτε σύνολο πράξεων, άλλά
πάντοτε μιά διαδικασία. Μιά διαδικασία μέ ύποκείμενό της
τις μάζες, σέ ολοένα καί μεγαλύτερο βαθμό. Στά έπαναστα-
τικά κινήματα γιά τήν καθολική μεταμόρφωση τής κοινωνίας,
οϊ ίδιοι οί άνθρωποι μεταμορφώνουν τή δομή τών άναγκών
καί τών άξιών μέσα άπό τήν άδιάκοπη διαδικασία τής άντι-
κειμενοποίησης (Ο.). Έ δώ ή θεωρία δέ «συμμορφώνεται»
άνάλογα μέ τις άνάγκες τής μάζας — πού έχουν ήδη διαμορ­
φωθεί ή βρίσκονται στή διαδικασία τής διαμόρφωσης — ούτε
έπικαλείται τήν άντίφαση άνάμεσα στις άνάγκες καί τήν
ύπαρξη, άλλά άναπτύσσεται καί διαμορφώνεται μέσα στά ίδια
οργανωμένα καί δομημένα μαζικά κινήματα. Ή έπανάσταση,
όπω ς τήν εννοούσε ό Μάρξ, είναι μιά καθολική κοινωνική
έπανάσταση πού προϋποθέτει καί ταυτόχρονα συνεπάγεται
τήν κατάργηση τής δομικής σχέσης άνάμεσα στή θεωρία καί
τήν πρακτική, όπως άναπτύχθηκε στόν καπιταλισμό, καί μά­
λιστα τό ξεπέρασμα τής άστικής δομής τών άναγκών σ’ όλη
του τήν πολυπλοκότητα.
Έ τσι εξηγείται γιατί ή πραγμάτωση τής μαρξικής θεωρίας
είναι τόσο πολύπλοκη. Σημαίνει άπαρχής μιά καθολική κοι­
νωνική έπανάσταση σέ μιά κοινωνία πού ή δομή της βασίζεται
168

οτΐ|ν παραγωγή εμπορευμάτων και στόν καταμερισμό τής


έργασίας, όπου κατά συνέπεια ή σχέση άνάμεσα στή θεωρία
καί τήν πρακτική τίθεται σάν γενικό πρόβλημα καί συνειδη­
τοποιείται στήν άγορά. Σημαίνει τήν καθολική άνασυγκρό-
τηση τών άναγκών καί τών άξιών μ ιά; κοινωνίας όπου. ή
αλλοτρίωση είναι πανταχού παρούσα, όπου οί άνάγκες τή;
μάζας είναι πριν ά π ' όλα υπαρξιακές καί ποσοτικές. Γιά νά
επιτευχθούν αύτοί οί αντικειμενικοί σκοποί, ή πολιτική έπα­
νάσταση είναι οπωσδήποτε άναγκαία, άλλά μόνη τη; δέν είναι
σέ Οέοη νά πραγματοποιήσει αύτή τή ριζικά νέα δομή. Ό
Μάρξ προσπάθησε πολλές φορές νά λύσει αύτό τό δίλημμα,
πριν α π ’ όλα μέ τή μεσολάβηση τών «ριζικών άναγκών». Από
τή δική του σκοπιά, οί άνάγκες τής έργατικής τάξη; είναι
«ριζικές» γιατί αύτή είναι τάξη πού οί άνάγκες της δέν
μπορούν νά ικανοποιηθούν μέσα στό πλαίσιο τής καπιταλι­
στικής κοινιονιας, πριν άπ' όλα γιατί αύτό αντιβαίνει στή
βασική άρχή: ή ικανοποίηση τών άναγκών της ξεπερνάει
άναγκαστικά τήν καπιταλιστική κοινωνία κι ολόκληρη τήν
εσωτερική διάρθρωσή της. μαζί μέ- τή διάρθρωση τών άναγ­
κών. Ή έργατική τάξη μπορεί νά ελευθερώσει τόν έαυτό της
μόνο άν έλευθερώσει ταυτόχρονα ολόκληρη τήν άνθρωπότητα,
δημιουργώντας ένα κοινωνικό κίνημα πού άποβλέπει στήν
οριστική κατάργηση τή; άτομικής ιδιοκτησίας καί στό ξεπέ­
ρασμα τής αλλοτρίωσης. Ωστόσο αύτή ή άποψη γίνεται προ­
βληματική άν άναλογιστοϋμε πώς οί λεγάμενες «ριζικές άνάγ­
κες» όέν είναι άκριβώς άνάγκες μέ τις διάφορες σημασίες πού
είδαμε ώς έδώ. Δέν είναι ύπαρκτές άνάγκες ούτε καί «προε­
κτάσεις» τών ύπαρχουσών άναγκών, γιατί τό υποκείμενο πού
προϋποθέτουν είναι μιά έργατική τάξη πού νά έχει άποκτήσει
συνείδηση τής ιστορικής άποστολή; της, μιά έργατική τάξη πού
νά έχει άναπτύξει μιά συνείδηση ανάλογη μέ τήν άποστολή
της καί πού νά είναι σέ θέση νά άποφασίσει καί νά πράξει
σύμφωνα μέ τό πνεύμα μιάς τέτοιας ταξικής συνείδησης.
Έ τσι, κατ’ άναλογία, μπορούμε νά ονομάσουμε «ριζικές» τις
άνάγκες πού γίνονται, άναγκαίες γι' αύτή τήν άποστολή.
Παρόλα αύτά ή ιστορική εμπειρία μάς εχει δείξει ότι άν δέν
ξεπεραστκί ό άστικός τρόπος ζωής δέν αναπτύσσεται συνεί­
δηση ανάλογη μ’ αύτή τήν άποστολή καί κατά συνκπκια δέν
άναπτύσσονται ούτε καί οί ριζικές άνάγκε; πού άπαιτούνται
γι’ αύτό τό ξεπέρασμα. Ακριβώς ή οκνοδητοποκήήη αύτοί)
169

τού γεγονότος κι όχι ή «νόθευση» τής μαρξική; Οιωοια;


ανάγκασε τις διάφορες τάσεις τού εργατικού κινήματος νά
προτάξουν τήν ικανοποίηση τών ύπαρχουσών αναγκών καθώς
καί κείνων πού είχαν ήδη διαμορφωθεί ή βρίσκονται στή
διαδικασία τής διαμόρφωσής τους μέσα στήν καπιταλιστική
κοινωνία. Καί οί άνάγκες αύτές ήταν στή συντριπτική άναλο-
γϊα τους υπαρξιακές καί ποσοτικές.
Ά ν ωστόσο εφαρμόσουμε σοβαρά τό πρόγραμμα τού Μάρξ
σέ σχέση μέ τήν καθολική κοινωνική επανάσταση, 0’ ανοί­
ξουμε νέους δρόμου; ακολουθώντας τό δίδαγμα τής ιστορίας.
Ο ί νέοι αύτοί δρόμοι θά πρέπει νά ‘ναι μιά επανάσταση στόν
τρόπο ζωής, ο' όλες τί; πλευρές του, ώς τί; πιό πολύπλοκες
δραστηριότητες τού άνθρώπου. Μόνο όμως οί άνθρωποι πού
οργανώνονται συνειδητά σέ κοινότητες μπορούν νά βάλουν σέ
ένέργεια τή δημιουργία αύτής τής νέας δομή; τών άναγκών.
Ά ν όμως πριν άπό τήν έπίτευξη μιάς τέτοια; κατάστασης οί
«ριζικές άνάγκες» δέν έχουν γίνει άκόμα άνάγκες, μπορούμε
νά πούμε πώ ς ύπάρχει ή βάση γιά τήν οργάνωση τέτοιων
κοινοτήτων; Έ ν α πρόγραμμα αύτού τού είδους δέν είναι
καθαρή ουτοπία;
Ε ίμάι πεισμένη πώς οί συνθήκες γιά ένα τέτοιο πρόγραμμα
έχουν κιόλας αναπτυχθεί. Ύ πάρχουν μπροστά μας καί μπο­
ρούμε νά τις δούμε στή συμπεριφορά ολοένα καί πλατύτερων
στρωμάτων τού πληθυσμού. Μπορούμε πραγματικά νά πούμε
μέ βεβαιότητα ότι ολοένα καί μεγαλύτερες μάζες άνθρώπων
μένουν άνικανοποίητες, νιώθουν χαμένες σ’ ένα κόσμο όπου
υπάρχουν μόνο ποσοτικές άνάγκες καί άναζητούν αυθόρμητα
μιά μορφή ζωής πού νά ξεφεύγει άπό τήν κυριαρχία τους.
Ό τα ν μεγάλες ομάδες νέων έγκαταλείπουν τό σύστημα άξιών
τών πατεράδω ν τους, πού βασίζεται στά ψυγεία καί τά αύτο-
κίνητα, όταν ολόκληρες φοιτητικές μάζες εγκαταλείπουν τά
πανεπιστήμια γιά άντίστοιχους λόγους, όταν πολλαπλασιά-
ζονται καθημερινά οί νέες μορφές οικογένειας πού παίρνουν
περισσότερο τή μορφή κοινοβίων, όλα αύτά δείχνουν πώς
υπάρχει μιά άνάγκη νά μεταμορφωθεί ή ύπάρχουσα δομή
άναγκών. Ο,τι κι άν κρύβεται πίσω ά π ’ αύτή τήν άντιπα-
ράθεση τών ποιοτικών άναγκών στήν κυριαρχία τών ποσο­
τικών, δείχνει πώ ς τό κίνημα γιά τήν άνάπτυξη ριζικών
άναγκών δέν είναι πιά — τουλάχιστον όχι άναγκαΛ οίά
ούτοπία.
170

Είναι φανερό πώς αύτή ή καθολική κοινωνική έπανάοταση


— άν γίνει ποτέ πραγματικότητα — δέν άρνιέται απλά, άλλά
διατηρεί σάν δικά της στοιχεία τή μερική καί τή γενική μετα-
ρύθμιση καθώς καί τήν πολιτική έπανάσταση, άν καί τώρα
πιά όχι σάν τελικούς σκοπούς άλλά σάν μέσα. Μένει πιά στό
σοσιαλιστικό κίνημα νά αναπτύξει κοινότητες πού θά άγκα-
λιάζουν ολοένα καί πλατύτερες μάζες, όπου οϊ άνάγκες θά
ανασυγκροτούνται κάτω άπό τήν κυριαρχία τών ποιοτικών
άναγκών. Μόνο ένα κίνημα αύτού τού είδους είναι σέ θέση νά
καταργήσει τούς δυαδισμούς άνάμεσα στόν έκπαιδευτή καί
τόν εκπαιδευόμενο, τήν έλίτ καί τή μάζα, τόν citoyen καί τόν
bourgeois, τή θεωρία καί τήν πρακτική, δυαδισμούς πού όλοι
άναπτύχθηκαν μέσα στήν καπιταλιστική κοινιυνία.
Ποιά θά είναι ή δομική σχέση θεωρίας καί πρακτικής μέσα
στήν καθολική κοινωνική έπανάσταση; Ά π ό τή στιγμή πού θά
γεννηθούν στό έδαφος οργανικών κοινοτήτων — φυσικά όχι
άναρχικού τύπου, άλλά βασισμένων στήν έλεύθερη ύποκειμε-
νική έπιλογή καί στήν έπαφή τών μελών τους — ή θεωρία καί
ή πρακτική δέ θά ‘ναι πιά άναγκασμένες νά συναντιόνται στήν
«άγορά». Οί ίδιες οί κοινότητες — οί έπιθυμίες καί οί
άνάγκες τους — θά δημιουργούν τή θεωρία, έκφράζοντας καί
διατυπώνοντας λιγότερο ή περισσότερο πιστά αύτές τις έπι­
θυμίες καί τις άνάγκες, μέ μεγαλύτερο ή λιγότερο βάθος καί
συνοχή, καί οί ίδιες οί κοινότητες θά έλέγχουν άδιάκοπα καί
θά διορθώνουν τή θεωρία μέ τήν ίδια τους τή δραστηριότητα,
πού οργανικό της μέρος θ’ άποτελεί ή δραστηριότητα τού
θεωρητικού. Ή θεωρία θά ξεπηδήσει οργανικά άπό τήν καθη­
μερινή πρακτική, χωρίς αύτό νά σημαίνει βέβαια ότι ή θεωρία
δέν πρέπει νά διορθώνει καί νά έλέγχει τήν πρακτική πού τή
δημιουργεί. Δέ θά πρόκειται όμως άπλά γιά μιά θεωρία πού
«θ' άσκεί τήν έπιροή της στήν πρακτική», άλλά γιά τήν
πρακτική μιάς συγκεκριμένης κοινότητας καί τις θεωρητικές
της διατυπώσεις πού θά έπηρεάζουν τις πρακτικές άλλων
κοινοτήτων καί τή θεωρία πού θά γεννιέται άπ" αύτές καί θά
τις έκφράζει. Έ τσι τό γενικό πρόβλημα τής σχέσης άνάμεσα
στή θεωρία καί τήν πρακτική — πού όπως είδαμε είναι είόικό
πρόβλημα τής άστικής κοινωνίας — θά χάσει κάθε σημασία.
Τ Ο ΒΙΒΛΙΟ ΑΥΤΟ ΣΤΟ ΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΗ -
ΜΑΗ ΤΟ Υ 1977 ΣΤΗ ΦΩΤΟΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΣΙΑ «ΚΑΛΛΙΠΟ-
ΛΙΤΗΣ - ΜΠΑΝΟΥΣΗΣ ΕΠΕ» ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΟ
ΦΩ ΤΟ Λ ΙΘ Ο ΓΡΑΦ ΕΙΟ «ΙΩ. ΚΑΜΠΑΝΑ Α.Ε.» Π Α ΛΟΓΑ­
ΡΙΑ ΣΜ Ο ΤΟΥ ΕΞΑΝΤΑ

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑ Θ ΕΣΗ :

ΑΘ ΗΝΑ: ΕΞΑΝΤΑΣ, ΔΕΛΦΩΝ 4, χ.τ. 144, τηλ. 36.12.191


Θ ΕΣ/Ν ΙΚ Η: ΙΩ. ΚΟΠΙΔΑΚΗΣ, ΔΑΓΚΛΗ 30, τηλ. 231.138