You are on page 1of 56

Ερωτας και πολιτικοί: Από τον

Καποδίστρια και τον Τρικούπη μέχρι


τους Βενιζέλους και τους Παπανδρέου
 01/12/2015

Του Τίτου Ιων. Αθανασιάδη*

ΜΕΡΟΣ 1ο

Η έκδοση του βιβλίου της Μαργαρίτας Παπανδρέου «Έρωτας


και Εξουσία» αποτελεί ευκαιρία για γενικότερη αναφορά στην
ερωτική ζωή Ελλήνων πολιτικών ηγετών που επηρέασαν την
τύχη της Ελλάδας. Πολιτικών εκλεγέντων από το λαό, αλλά και
βασιλέων και δικτατόρων.

Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και οι πολιτικοί υπόκεινται στους


ψυχιατρικούς και ψυχολογικούς «νόμους» του Φρόυντ και
Γιούνγκ και επηρεάζονται, σε μεγάλο βαθμό, από την ένταση
της «λίμπιντο» (της ερωτικής ορμής) όπως διακηρύσσεται από
τον πρώτο, ή την επίδραση σ’ αυτήν του ψυχισμού και της
λογικής ή και την επιρροή του εξωτερικού περιβάλλοντος, όπως
πρεσβεύεται από τον δεύτερο.

Χωρίς τις έρευνες και τα συμπεράσματα των δύο αυτών


μεγάλων επιστημόνων της Ψυχιατρικής και της Ψυχολογίας δεν
θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε και ερμηνεύσουμε, όχι απλώς
την ερωτική ζωή των πολιτικών ηγετών, αλλά και αυτήν ακόμη
την πολιτική συμπεριφορά τους.

Και τα δύο είναι σαφές πλέον, ότι επηρεάζονται από την


σεξουαλική ορμή, την κληρονομικότητα, τα τραύματα της
παιδικής ηλικίας, τις σχέσεις πατέρα – μητέρας, την αγωγή και
την εκπαίδευση, τις εμπειρίες της εφηβείας, τον ψυχισμό τόσο
του πρωταγωνιστή όσο και του ετέρου ημίσεως, την ταύτιση
του ορμέμφυτου και του ψυχισμού, αλλά και των πνευματικών
ενδιαφερόντων και των δύο, όπως και των αντιλήψεών τους για
τη ζωή, την κοινωνία και την πολιτική.

Η εξουσία ως «μέσον» και αυτοσκοπός

Για να κατανοηθεί η ερωτική και πολιτική συμπεριφορά του


πολιτικού είναι ανάγκη επίσης να διευκρινιστεί εκ των
προτέρων και ο λόγος για τον οποίο ασχολείται με την πολιτική.
Είναι η επιθυμία του να συμβάλει στην πρόοδο και την
ανάπτυξη της κοινωνίας, ο πόθος του να υπηρετήσει την
πατρίδα και τους συμπολίτες του; Ή μήπως αποβλέπει στην
προσωπική του διάκριση και την εκπλήρωση των προσωπικών
και μόνο φιλοδοξιών του;

Στην πρώτη περίπτωση, ο πολιτικός αντιλαμβάνεται το ρόλο


του ως λειτούργημα και η εξουσία γι’ αυτόν δεν είναι
αυτοσκοπός, αλλά μέσον για την πραγμάτωση των οραμάτων
του.

Στη δεύτερη περίπτωση, ο πολιτικός αντιλαμβάνεται την


εξουσία ως αυτοσκοπό και την χρησιμοποιεί για την
πραγμάτωση των προσωπικών φιλοδοξιών του. Οπότε η
πολιτική είναι γι’ αυτόν επάγγελμα.

Στην πρώτη περίπτωση όσο ισχυρή κι αν είναι η libido του


πολιτικού, η ορμή της είναι δυνατόν ν’ ανασταλεί ολικώς ή
μερικώς από τον ψυχισμό και κυρίως τη λογική του.
Στη δεύτερη περίπτωση, ο μηχανισμός του ψυχισμού και της
λογικής δεν ευαισθητοποιείται συνήθως, οπότε ο πολιτικός είναι
επιρρεπής σε ενέργειες τυχοδιωκτικές και μπορεί να καταλήξει
σε πράξεις διαφθοράς, που ευτελίζουν την πολιτική ως υψηλή
αποστολή ταγμένη στην υπηρεσία της κοινωνίας, της πολιτείας
και των πολιτών της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πολιτικοί που άσκησαν την εξουσία


ως λειτούργημα ουδόλως ή μερικά μόνο επηρεάστηκαν από την
ερωτική ορμή τους στην άσκηση των καθηκόντων τους. Ενώ
υπήρξαν και πολιτικοί που παρέμειναν ανέραστοι χάριν της
εξουσίας, αφοσιωθέντες σ’ αυτήν.

Ο Ι. Καποδίστριας, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Θεόδ.


Δηλιγιάννης, ο Δημήτριος Γούναρης, ο Νικόλαος Πλαστήρας
και άλλοι ενδεχομένως, αφιέρωσαν τη ζωή τους στην πατρίδα,
παραμερίσαντες τον ερωτισμό τους και μηδέποτε συνάψαντες
γάμο. Παρότι προσεγγίστηκαν και σε μια περίοδο της ζωής τους
είχαν σχέση με γυναίκα των ψυχικών και πνευματικών
χαρισμάτων τους. Δύο ή τρεις από αυτούς, μάλιστα, είχαν
σχέση με εξέχουσες δεσποσύνες, άπαξ τουλάχιστον στη ζωή
τους.

Ο έρωτάς τους όμως προς την πατρίδα και η αφοσίωσή τους


προς την πολιτική και κοινωνική αποστολή τους υπήρξαν
ισχυρότερης έντασης από τον έρωτα προς τη σύντροφό τους, τη
θέση της οποίας στην καρδιά τους, πάντως, ουδέποτε
παραχώρησαν σε άλλη.

Όσο πιστοί υπήρξαν οι πολιτικοί αυτοί προς την ιερότητα της


αποστολής τους και του πατριωτικού τους καθήκοντος, το ίδιο
σταθεροί έμειναν μέχρι το θάνατό τους, και στα αισθήματά τους
προς τη γυναίκα που τους συντρόφευσε.

Οι πολιτικοί αυτοί διακρίνονται επί πλέον και από γενικότερη


αξιοπρέπεια που συνεξεταζόμενη με την υπόλοιπη συμπεριφορά
τους και ιδιαίτερα την εντιμότητά τους, δημιουργεί πέριξ της
προσωπικότητάς τους φωτοστέφανο ύψιστης αρετής.

Η ζωή των πολιτικών αυτών μπορεί ν’ αποτελέσει κώδικα αξιών


για κάθε σύγχρονο πολιτικό.

Καποδίστριας και Ρωξάνδρα

Πρώτος από αυτούς προβάλλει ο Ιωάννης Καποδίστριας,


γιατρός στο επάγγελμα (το άσκησε στην πατρίδα του
αφιλοκερδώς), αλλά και με εμπειρία στην πολιτική λόγω των
γνώσεών του (τρία δοκτορά φιλοσοφίας, νομικών επιστημών
και ιατρικής) και της θητείας του ως υπουργού στην Ιόνιο
Πολιτεία. Ο Καποδίστριας κλήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες
του στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών από το 1809, ενώ από
το 1815 μέχρι το 1822 υπηρέτησε ως υπουργός εξωτερικών του
τσάρου και το 1828 ήλθε στην Ελλάδα για να αναλάβει τη
διακυβέρνησή της.

Στη Ρωσία ευρισκόμενος πολιορκήθηκε από δεσποινίδες και


κυρίες της ρωσικής αριστοκρατίας με σκοπό τον γάμο, ζήτημα
στο οποίο τον πίεζε και ο πατέρας του, προς τον οποίο
δικαιολόγησε την αρνητική στάση του, με επιστολή του στην
οποία τόνιζε ότι του έγιναν δύο προτάσεις για «Δεσποινίδες επί
των Τιμών της τσαρικής Αυλής» και πρόσθετε: «Και στις δύο
αυτές προτάσεις, πατέρα, απήντησα αρνητικά. Η άρνησή μου
έχει σχέση με τις αρχές μου. Θα ήταν ως εάν πωλούσα εις
ακριβήν τιμήν την ελευθερίαν της συνειδήσεώς μου».
Αργότερα ο Καποδίστριας αγάπησε με πάθος, αλλά και
αξιοπρέπεια, την πρώτη Κυρία επί των Τιμών της τσαρίνας
Ελισάβετ, την Ελληνίδα αριστοκράτισσα από την Μολδαβία,
Ρωξάνδρα Στούρτζα, η οποία ανταποκρίθηκε με το ίδιο πάθος
και την ίδια αξιοπρέπεια στον έρωτα του Κερκυραίου
διπλωμάτη.

Η σχέση τους ήταν ιδανική και είναι αβέβαιο εάν πέραν του
αμοιβαίου θαυμασμού και των θερμών λόγων που αντάλλασσαν
μεταξύ τους, κυρίως δι’ αλληλογραφίας, είχαν ανταλλάξει ένα
φιλί. Παρότι βρέθηκαν πολλές φορές μόνοι τους ενώπιος
ενωπίω για να συζητήσουν (κυρίως για την απελευθέρωση της
πατρίδας τους), ή για να παίξουν ο ένας για τον άλλον, ή και οι
δύο μαζί κάποιο μουσικό κομμάτι, στο πιάνο.

Κάτω όμως από την πίεση της γερμανικής καταγωγής τσαρίνας,


η Ρωξάνδρα αναγκάστηκε να παντρευτεί τον εξάδελφο της
Ελισάβετ, φον Έντλινγκ, από τη Δρέσδη, υποκύπτοντας πιθανόν
σε εκβιασμό της ρωσίδας αυτοκράτειρας που αφορούσε τη θέση
του Καποδίστρια ως υπουργού Εξωτερικών.

Ιδού τι έγραφε σχετικά η Ρωξάνδρα σε σημείωμά της που


αποκαλύπτει η αείμνηστη καθηγήτρια Πανεπιστημίου,
ιστορικός Ελένη Κούκου στο βιβλίο της για τον Καποδίστρια
και την Στούρτζα, έκδοση του οίκου «Βιβλιοπωλείον της
Εστίας»: «Ορκισθήκαμε και οι δύο στον Θεό ότι θα
αφιερώσουμε τη ζωή μας στη μόρφωση των Ελληνοπαίδων και
στην απελευθέρωση της πατρίδας μας, της Ελλάδος».

Είναι προφανές ότι ο όρκος αυτός συνοδευόταν και από μία


πρόσθετη δέσμευση: Ότι θα έμεναν αφοσιωμένοι στην
αποστολή τους αυτή ψυχή, πνεύματι και σώματι. Δεμένοι στη
ζωή μόνο μεταξύ τους.
Ιδού τώρα η συνέχεια της υπόθεσης, από επιστολή της
Ρωξάνδρας προς τον Καποδίστρια:

«Ιωάννη, δεν ξέχασα ποτέ τον όρκο που κάναμε μαζί εκείνη την
οδυνηρή ώρα της ζωής μας… Η αθέτησή μου ήταν
αναγκαστική, το ξέρεις. Ήταν ακόμη μία θυσία για σένα. Αν δεν
δεχόμουν να παντρευτώ τον εξάδελφο της αυτοκράτειρας, θα
σου προκαλούσα προβλήματα στο ύψιστο και υπεύθυνο αξίωμα
που σου προσέφερε ο τσάρος. Ήταν μια αναγνώριση της αξίας
σου. Ήταν τιμή για εκείνον που την αξιοποίησε για το καλό της
χώρας του… Για μένα όμως ήταν η μεγάλη θυσία…».

Ο γάμος της Ρωξάνδρας με τον Έντλινγκ δεν επρόκειτο να είναι


ευτυχισμένος. Όταν μάλιστα ο Καποδίστριας διαφώνησε με την
εξωτερική πολιτική που σχεδίασε ο τσάρος, και αναγκάστηκε
να αποσυρθεί στην Ελβετία από το 1823, η Ρωξάνδρα περιήλθε
σε κατάσταση μελαγχολίας και μοναδική σκέψη της ήταν ο
«αυτοεξόριστος» αγαπημένος της, με τον οποίο επικοινωνούσε
κυρίως δι’ αλληλογραφίας (οι συναντήσεις τους ήταν σπάνιες
και συνήθως παρουσία του Έντλινγκ).

Σε μια επιστολή του προς τη Ρωξάνδρα ο Καποδίστριας θα


αναφέρει:

«Σου έγραψα σε προηγούμενο γράμμα μου ότι οι αποστάσεις


δεν ημπορούν ποτέ να χωρίσουν δύο ανθρώπους που ενώνονται
με την αγάπη της καρδιάς και της σκέψης… Ανησυχείς πολύ
για την υγεία μου, όπως κι εγώ για τη δική σου… Όπως σου έχω
ειπεί και προφορικά, εγώ αρρωσταίνω όταν δεν προχωρούν τα
θέματα της πατρίδας μας, όταν συναντώ την εχθρότητα και το
μίσος απέναντι στους Έλληνες ή την ψυχρή αδιαφορία από
εκείνους που δεν το περίμενες ποτέ».

Σε άλλη επιστολή του ο Καποδίστριας τονίζει:

«Ένα θέλω να γνωρίζεις, Ρωξάνδρα. Εσύ έπρεπε να παντρευτείς


και παντρεύτηκες. Εγώ όμως σου δηλώνω ότι δεν πρόκειται να
παντρευτώ ποτέ. Αφού δεν ημπόρεσα να παντρευτώ εσένα που
σε αγαπούσα, δεν πρόκειται να αγαπήσω ποτέ στη ζωή μου
άλλη γυναίκα. Θα ξεύρεις ότι είσαι η πρώτη και η τελευταία
μου αγάπη. Και δεν θα παύσω να σε αγαπώ ως το θάνατό μου».

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια η Ρωξάνδρα σ’ ένα


σημείωμά της θα αναφέρει:

«Ιωάννη… πέρασες όλη τη ζωή σου στη μοναξιά. Χωρίς να


έχεις δίπλα σου –όπως σου άξιζε– μία γυναίκα που θα γινόταν
θυσία από αγάπη για σένα… Το ήξερες ότι όλες οι γυναίκες που
σε γνώριζαν, πριγκίπισσες, δούκισσες, βασίλισσες,
αριστοκράτισσες, ήταν βαθιά ερωτευμένες μαζί σου. Και πώς
να μην ήταν; Ξεχώριζες από όλους τους άνδρες της εποχής
σου… Δεν ήταν μόνο η μυθική ομορφιά σου… Δεν ήταν
μονάχα η ευγένεια του χαρακτήρα σου, η λεπτότητα της
συμπεριφοράς σου, οι απέραντες γνώσεις σου που σε ξεχώριζαν
από τους άλλους. Ήταν όλα αυτά… Ήταν η γοητευτική ομορφιά
της ψυχής σου… Όταν εσύ μιλούσες, όλοι οι άλλοι, χωρίς να το
καταλάβουν, έμεναν βουβοί για να σε ακούνε. Και εγώ μαζί
τους. Όταν μου μιλούσες για τα παιδιά της πατρίδας μας, τα
Ελληνόπουλα, ή για τον λαό της, που τους βασάνιζαν οι
Τούρκοι, με την ανοχή και την επιδοκιμασία των Άγγλων και
των Αυστριακών και των Γάλλων, τα ωραία μάτια σου θόλωναν
από δάκρυα και η θεσπέσια φωνή σου έπαιρνε δραματικούς
τόνους».

Ο Καποδίστριας και η Στούρτζα ήταν σπάνια περίπτωση


ανθρώπων των οποίων η αγάπη προς την πατρίδα αποτελούσε
τον πιο ισχυρό κρίκο της μεταξύ των αγάπης.

Αυτός ήταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας. Κυβερνήτης


πρώτα απ’ όλα του εαυτού του, με συνέπεια να ελέγχει τα
συναισθήματά του, τον ψυχικό κόσμο του, την ερωτική
συμπεριφορά του. Τη ζωή του ολόκληρη. Για να είναι συνεπής
προς την αποστολή του. Τον υπέρτατο σκοπό του. Την πατρίδα
του και την ευτυχία του λαού της.
Τρικούπης –

Μαυροκορδάτος

Αν ο έρωτας του Καποδίστρια και της Ρωξάνδρας δεν


ευοδώθηκε δεν συνέβη το ίδιο και με τον έρωτα του Σπυρίδωνα
Τρικούπη (πατέρα του Χαρίλαου) και της Αικατερίνης
Μαυροκορδάτου.

Ο Σπ. Τρικούπης ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας


και στενότερος συνεργάτης του Καποδίστρια. Διέθετε και αυτός
μεγάλη μόρφωση, υψηλού επιπέδου αγωγή και άριστο
χαρακτήρα.

Όταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος που ήλθε από την


Κωνσταντινούπολη στην Ελλάδα για να μετάσχει στην
Επανάσταση τον γνώρισε, η σκέψη του πήγε αμέσως στην
αδελφή του Αικατερίνη που είχε μείνει στην Πόλη όπου ζούσε
καθημερινά την τραγωδία των Ελλήνων, με τις συνεχείς σφαγές
των σημαντικότερων από αυτούς.

Ζήτησε τότε ο Αλέξανδρος από την Αικατερίνη να έλθει και


αυτή στην Ελλάδα, διαβεβαιώνοντάς την ότι της είχε βρει
σπουδαίο γαμπρό. Τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, στον οποίο επίσης
μίλησε για την αδελφή του.

Αλλά τόσο η Φαναριώτισσα δέσποινα, όσο και ο διαπρεπής


Έλληνας πολιτικός και ιστορικός είπαν στον Μαυροκορδάτο ότι
δεν ήταν στις αρχές τους η σύναψη γάμου με συνοικέσιο και
μόνο εάν ερωτευόταν ο ένας τον άλλο και εάν συμφωνούσαν οι
χαρακτήρες τους και επιθυμούσαν να ενώσουν τη ζωή τους θα
το έκαναν.

Όταν οι δύο νέοι γνωρίστηκαν, αναπτύχθηκε ισχυρός δεσμός


μεταξύ τους, οφειλόμενος όχι μόνο στην ομορφιά της
Αικατερίνης και την κομψότητα του Τρικούπη, αλλά και στον
πλούσιο συναισθηματικό κόσμο και των δύο, όπως και στο
υψηλό επίπεδο της μόρφωσής τους, τα ευγενή τους αισθήματα
και τη σπανιότητα του χαρακτήρα τους.

Παιδιά τους υπήρξαν ο Χαρίλαος και η Σοφία Τρικούπη, από


τους ευγενέστερους Έλληνες του δεύτερου μισού του 19ου
αιώνα.

Τα δύο Ελληνόπουλα πέρασαν μεγάλο μέρος της εφηβικής


ηλικίας τους και των πρώτων χρόνων της ενηλικίωσής τους στο
Λονδίνο, όπου ο Χαρίλαος υπηρέτησε στην εκεί ελληνική
πρεσβεία την οποία διήθυνε ο πατέρας του, ενώ η Σοφία
σπούδαζε και συναναστρεφόταν δεσποινίδες και κυρίες της
αγγλικής αριστοκρατίας ακόμη και των ανακτόρων, όπου
προσκαλείτο συχνότατα.

Τα δύο αδέλφια παρέμειναν ενωμένα μέχρι τέλους της ζωής


τους. Ο ένας ζούσε και ανέπνεε για τον άλλο. Ούτε ο ένας, ούτε
ο άλλος παντρεύτηκαν.

Στη νεότητά τους, όπως υποστηρίζεται, η Σοφία απετέλεσε


αντικείμενο θαυμασμού και ερωτικής έλξης του Θεόδωρου
Δηλιγιάννη, του μετέπειτα μεγάλου και φανατικού αντιπάλου
του αδελφού της, στην οποία η μικρή και ευγενική αρχόντισσα
ανταποκρίθηκε.

Το αίσθημα όμως αυτό δεν εξελίχτηκε και τόσο η Σοφία, όσο


και ο Δηλιγιάννης ασφάλισαν γερά την καρδιά τους, ώστε να
μην ανοίξει σε κανένα και σε καμία.

Η Σοφία αφοσιώθηκε εξ ολοκλήρου στον αδελφό της. Υπήρξε


γι’ αυτόν η συνέχεια της μητέρας και η αντικαταστάτρια της
συντρόφου, αφού αυτή κυβερνούσε το σπίτι, όσο ο Χαρίλαος
κυβερνούσε τη χώρα ή βρισκόταν στην πρώτη έδρα της
αντιπολίτευσης.

Έζησαν ο ένας στο πλευρό του άλλου όλη της ζωή τους.
Όταν μετά την εκλογική ήττα του, του 1895, ο Τρικούπης έφυγε
στο εξωτερικό, όπου και ασθένησε σοβαρά τηλεγράφησε στην
αδελφή του και της ζητούσε να σπεύσει κοντά του.

Ο σεβασμός μεταξύ των δύο αδελφών ήταν τόσο μεγάλος και η


ευγένεια της ψυχής τους τόσο ισχυρή, ώστε στη μεταξύ τους
επικοινωνία να κάνουν, ενίοτε, χρήση και του πληθυντικού(!)
όπως διαπιστώνεται από το κείμενο του τηλεγραφήματος του
Χαρίλαου προς τη Σοφία, από τη Νίκαια, όπου ο πρώτος
αρρώστησε, τον Μάρτιο του 1896, τις ημέρες που στην Αθήνα
τελούνταν οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες,
οργανωμένοι από κράτος που πριν λίγο είχε πτωχεύσει!

«Ασθενώ. Έλθετε με πρώτην ευκαιρίαν» τηλεγραφούσε ο


Χαρίλαος στη Σοφία και πρόσθετε: «Η ασθένεια όχι σοβαρά,
αλλ’ η παρουσία σου απολύτως αναγκαία».

Η Σοφία έφθασε κοντά του τρεις ημέρες πριν από το θάνατό του
κι ενώ στους ναούς όλης της χώρας ετελούντο παρακλήσεις για
την αποκατάσταση της υγείας του μεγαλύτερου μετά τον
Καποδίστρια, ίσως και ισάξιου με αυτόν Έλληνα πολιτικού και
οι αντιπολιτευόμενες ακόμη τον ίδιο εφημερίδες καλούσαν τον
λαό, ανεξαρτήτως κόμματος, να δεηθεί υπέρ της σωτηρίας του.

Μόλις ο Χαρίλαος αντίκρυσε την αδελφή του πλησίον της


κλίνης του και μετά τις συγκλονιστικές σκηνές που
διαδραματίστηκαν, της είπε:

«Η ιδέα του θανάτου δεν με θλίβει, διότι η ζωή ουδέν πλέον μου
παρέχει θέλγητρον. Θλίβομαι μόνον δι’ εσέ αφήνοντάς σε
μόνην εις τον κόσμον» και συνέχισε: «Λυπούμαι επίσης
βαθύτατα διότι αποθνήσκω εις ξένην γην».

Ήταν η 28η Μαρτίου 1896. Την 30 Μαρτίου, στις 6 το


απόγευμα, έκλεινε για πάντα τους οφθαλμούς του.
Η Γούναρης – Νάζου

Μια από τις πιο θυελλώδεις, αλλά και δραματικές ιστορίες


ερωτικού πάθους που εκτυλίχτηκε στα χρόνια του εθνικού
διχασμού (1915-1922) ήταν αυτή του εκ των πρωταγωνιστών
της εποχής εκείνης και κύριου αντιπάλου του Ελευθερίου
Βενιζέλου, Αχαιού πολιτικού και πρωθυπουργού της Ελλάδας
Δημητρίου Γούναρη και της αρχοντικής δέσποινας από τη Νάξο
Ασπασίας Νάζου.

Το τέλος του δεσμού αυτού επήλθε με την εκτέλεση του Δημ.


Γούναρη, την 15η Νοεμβρίου 1922, μαζί με άλλους τέσσερις
πολιτικούς και τον αρχιστράτηγο Χατζηανέστη, ως υπευθύνων
της Μικρασιατικής καταστροφής.

Ο Δημήτριος Γούναρης που πριν την επανάσταση του 1909


εθεωρείτο ο «ανατέλλων πολιτικός αστέρας» του Έθνους, από
ριζοσπαστικές, κοινωνιστικές ιδέες διακατεχόμενος,
υποσκελίστηκε από τον άλλο «ανατέλλοντα αστέρα», τον εκ
Κρήτης ορμώμενο Ελευθέριο Βενιζέλο, καθώς ήταν η πολιτική
του τελευταίου που επικράτησε και οι προβλέψεις του που
δικαιώθηκαν, ζητήματα όμως που δεν ενδιαφέρουν την
παρούσα ανάλυση.

Ο Δημήτριος Γούναρης, ευρείας μόρφωσης και ευρωπαϊκής


εκπαίδευσης άτομο, προσέλκυσε το πνευματικό και ερωτικό
ενδιαφέρον της Ασπασίας Νάζου, γόνου ιστορικής και
αρχοντικής οικογένειας των Κυκλάδων, με μεγάλη επιρροή και
εκτός της Ελλάδας, σε σημείο ώστε να γίνει δεκτή από τον
Πάπα, το 1919, για να ζητήσει τη βοήθειά του, προκειμένου οι
Έλληνες εξόριστοι στην Γαλλική Κορσική, να τύχουν
καλύτερων όρων διαμονής.

Επρόκειτο για ένα ειδύλλιο που αναπτύχθηκε με μεγάλη


μυστικότητα στην Αθήνα των αρχών της δεύτερης δεκαετίας
του 20ου αιώνα και κορυφώθηκε στην Κορσική όπου ο Δημ.
Γούναρης εξορίστηκε το 1917 με άλλους ηγετικούς παράγοντες
της παράταξής του, από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Η Ασπασία Νάζου μετέβαινε ατμοπλοϊκώς στην Κορσική για να


συναντήσει και ενθαρρύνει τον αγαπημένο της εξόριστο. Τότε
έγινε γνωστό το ειδύλλιο, ενώ είναι άγνωστο αν είχε
απασχολήσει στο παρελθόν τον Γούναρη άλλη ερωτική ιστορία.
Γεγονός, πάντως, είναι ότι δεν είχε συνάψει γάμο μέχρι τότε και
ότι κατά πάσα πιθανότητα θα παντρευόταν την Ασπασία του,
όταν θα ηρεμούσαν τα πράγματα μετά την επικράτηση της
επανάστασης Πλαστήρα - Γονατά.

Το ότι μάλλον η ιστορία με την Ασπασία Νάζου θα οδηγείτο σε


γάμου κοινωνία, προκύπτει από το ενδιαφέρον του Γούναρη για
την θυγατέρα της αγαπημένης του από προηγούμενο γάμο της,
και από τις άριστες σχέσεις που είχε μαζί της.

Τα σχέδιά του όμως ναυάγησαν λόγω της εκτέλεσής του, το


παγωμένο πρωινό της 15ης Νοεμβρίου 1922, στο Γουδί, μετά
την εις θάνατον καταδίκη του ιδίου και των πέντε εκ των επτά
συγκατηγορουμένων του.

Μπορούσε, βέβαια, ο Γούναρης να παντρευτεί την αγαπημένη


του στα χρόνια της εξορίας του (1917-1920) ή κατόπιν, στα
χρόνια της πρωθυπουργίας του.

Δεν το έπραξε όμως σεβόμενος προφανώς τα συναισθήματα του


λαού και τις συνθήκες που ζούσε, στη μεν πρώτη περίπτωση
λόγω των αναταράξεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, της
αντιπαράθεσης στο εσωτερικό μεταξύ Βενιζελικών και
Αντιβενιζελικών, αλλά και του αποκλεισμού της χώρας από
τους Αγγλογάλλους.

Στη δε δεύτερη περίπτωση, λόγω της πολεμικής σύγκρουσης με


την Τουρκία και των ανθρωποθυσιών του Ελληνισμού στη
Μικρά Ασία.

Είναι δυνατόν το Έθνος να βρίσκεται σε πόλεμο και τα παιδιά


του να χύνουν το αίμα τους στην πρώτη γραμμή και ο
πρωθυπουργός της χώρας ή αρχηγός της αξιωματικής
αντιπολίτευσης να χορεύει το «χορό του Ησαΐα;».

Τέτοιο πράγμα δεν θα επέτρεπε ποτέ ο Γούναρης να συμβεί.


Περίμενε την ειρήνη για να σφραγίσει και τυπικά τον έρωτά
του.

Η εκτέλεσή του όμως από το στρατιωτικό απόσπασμα της


Επανάστασης του 1922 ματαίωσε για πάντα τα σχέδιά του. Και
αντί λευκού νυφικού η Ασπασία Νάζου φόρεσε μαύρη εσθήτα,
αφού προηγουμένως παρέσχε στον αγαπημένο της κάθε
φροντίδα είτε στο δεσμωτήριο βρισκόταν, είτε στο δικαστήριο,
είτε στην κλινική όπου μεταφέρθηκε με τύφο, κατά τη διάρκεια
της δίκης.

Όταν η Ασπασία Νάζου απεβίωσε, στα μέσα της δεκαετίας του


1960, σε βαθιά γεράματα, ο αγαπημένος ανηψιός του Δημ.
Γούναρη, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αρχηγός της ΕΡΕ και
της τότε αντιπολίτευσης, παρέστη στην κηδεία της, με τη
σύζυγό του, στο χώρο των συγγενών, γεγονός που έδειχνε ότι η
Νάζου εθεωρείτο μέλος της οικογένειας και ότι αν δεν απέκτησε
και τυπικά την ιδιότητα αυτή, ήταν διότι ο βίαιος θάνατος του
Γούναρη δεν το επέτρεψε.

Αλέξανδρος και Ασπασία

Δύο χρόνια πριν την εκτέλεση του αγαπημένου της Ασπασίας


Νάζου, Δημήτριου Γούναρη, την 12η Οκτωβρίου 1920, μια
άλλη Ασπασία φορούσε μαύρο πέπλο και συνόδευε το φέρετρο
του άντρα της, βασιλιά Αλέξανδρου της Ελλάδας, στον
βασιλικό τάφο της δυναστείας, στο Τατόι.

Ήταν η Ασπασία Μάνου, βασίλισσα της Ελλάδας, κόρη


αξιωματικού, υπασπιστού του πατέρα του Αλέξανδρου, βασιλιά
Κωνσταντίνου, ο οποίος βρισκόταν εξόριστος στην Ελβετία.

Ο Αλέξανδρος είχε ανέβει στο θρόνο την 30η Μαΐου 1917, μετά
την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την εξορία του. Ο
Αλέξανδρος, αν και δευτερότοκος, ήταν επιλογή του Βενιζέλου,
διότι θεωρούσε τον διάδοχο Γεώργιο (μετέπειτα Γεώργιο Β’)
φιλογερμανό.

Ως νέος ο Αλέξανδρος (το 1917 ήταν 24 ετών) επόμενο ήταν να


είχε κάποιο αίσθημα. Έτυχε όμως η αγαπημένη του να μην είναι
γαλαζοαίματη, αλλά κοινή θνητή, γεγονός που παρουσίαζε
ανυπέρβλητα εμπόδια για ένα γάμο μεταξύ τους.

Η λέξη «ανυπέρβλητα» όμως δεν ίσχυε για τον Αλέξανδρο ο


οποίος ήρθε σε σύγκρουση ακόμη και με την οικογένειά του
που βρισκόταν εκτός Ελλάδας, εξόριστη από τον Βενιζέλο.

Η πραγματοποίηση μοργανατικού γάμου απαγορευόταν στα


μέλη όλων των βασιλικών οικογενειών. Όποιος παραβίαζε τον
κανόνα ο γάμος του δεν αναγνωριζόταν από τη βασιλεύουσα
δυναστεία και ο παραβάτης έχανε το σύνολο ή μέρος των
δικαιωμάτων του.

Αντίθετος στην ιδέα τέτοιου γάμου ήταν και ο Βενιζέλος, ο


οποίος σχεδίαζε να παντρέψει τον Αλέξανδρο με κάποια
Βρετανή πριγκίπισσα για πολιτικούς λόγους.

Ο Αλέξανδρος όμως δεν έπαιρνε από τέτοια και οργάνωσε


κρυφά από την οικογένειά του και από την Κυβέρνηση το γάμο
του στο σπίτι του φίλου του Ζαλοκώστα που είχε παντρευτεί
την αδελφή της Ασπασίας και έμενε στην Κηφισιά.

Όταν όλα ήταν έτοιμα κάλεσαν και τον παπά των Ανακτόρων
να τελέσει το μυστήριο. Ο παπάς όμως δεν ήξερε από ποια
πόρτα να φύγει και ποια δικαιολογία να φέρει για να μην το
πραγματοποιήσει. Δεν τα κατάφερε. Έτσι θέλοντας και μη τους
έβαλε τα στέφανα στο κεφάλι. Ήταν 17 Νοεμβρίου 1919.

Ο Βενιζέλος βρισκόταν στο Παρίσι στη Διάσκεψη της Ειρήνης.


Ταράχτηκε όταν το έμαθε και έβαλε περιοριστικούς όρους στο
νιόπαντρο ζευγάρι, απαγορεύοντάς τους κυρίως να
δημοσιοποιήσουν το γεγονός. Έτσι ο γάμος που θα ξεσήκωνε το
λαό υπέρ του Αλέξανδρου και της Ασπασίας παρέμεινε για
μερικούς μήνες άγνωστος, ενώ η νύφη υποχρεώθηκε να μείνει
ένα διάστημα εκτός Ελλάδας.

Με την απόκτηση της Ανατολικής Θράκης, την ανάπτυξη του


Ελληνικού Στρατού πολύ πέραν της Σμύρνης και την υπογραφή
της Συνθήκης των Σεβρών που έκανε την Ελλάδα χώρα των δύο
ηπείρων και των πέντε θαλασσών και γενικά την ευφορία των
ημερών, ο Αλέξανδρος ήλπιζε να επηρεάσει τον Βενιζέλο, με
τον οποίο άλλωστε διατηρούσε άριστες σχέσεις σε σημείο να
παρεξηγηθεί από την οικογένειά του. Αυτό που ζητούσε τώρα ο
Αλέξανδρος ήταν να αποδοθεί ο τίτλος της βασίλισσας στην
Ασπασία, η οποία περίμενε παιδί, καθώς ήταν στον τρίτο μήνα
της κύησης.

Έτσι είχαν τα πράγματα όταν το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου


1920 ο Αλέξανδρος κάνοντας βόλτα στο κτήμα του Τατοΐου
υπέστη το δάγκωμα ενός πιθήκου. Η πληγή που ήταν βαθιά, δεν
καθαρίστηκε καλά από τους γιατρούς και προκάλεσε βαριά
μόλυνση που εξελίχτηκε σε γάγγραινα, με συνέπεια να
προσβληθούν οι πνεύμονες και να επέλθει το τέλος, στις 12
Οκτωβρίου 1920.

Επρόκειτο για μια τραγωδία που φαίνεται ότι είχε επιπτώσεις


και στις πολιτικές εξελίξεις, καθώς την 1η Νοεμβρίου ο
Βενιζέλος έχασε τις εκλογές και άνοιξε ο δρόμος της επανόδου
του εξόριστου Κωνσταντίνου στον θρόνο των Αθηνών.

Ήταν τώρα η σειρά του Βενιζέλου να φύγει αυτοεξόριστος στο


εξωτερικό, με όλες τις θλιβερές γι’ αυτό επιπτώσεις στην εθνική
μας υπόθεση, το Μικρασιατικό, με την καταστροφή, μετά δύο
χρόνια, Ελληνισμού 28 αιώνων στην Ανατολία.

Ο ερωτευμένος φιλόσοφος Κ. Τσάτσος


Ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Δημήτριος Γούναρης ήταν
γοητευτικοί άνδρες. Με παράστημα που μαγνήτιζε και λόγο που
προκαλούσε το θαυμασμό.

Ο Σπυρίδων Τρικούπης και ο γιος του Χαρίλαος είχαν σπουδαία


μόρφωση και μελίρρυτο λόγο, ενώ και η εξωτερική τους
εμφάνιση εντυπωσίαζε, τουλάχιστον μέχρι τα σαράντα τους
χρόνια.

Είναι προφανές ότι εκτός από τα πνευματικά εφόδια οι γυναίκες


ελκύονται και από την εξωτερική εμφάνιση του ατόμου που τις
προσεγγίζει. Για τις περισσότερες μάλιστα η εξωτερική
εμφάνιση αποτελεί τον πρώτο παράγοντα προσέλκυσής τους
από το αντίθετο φύλο.

Τα μειονεκτικής εξωτερικής εμφάνισης άτομα διακατέχονται


από συμπλέγματα τα οποία κάποια στιγμή πιθανόν να
αποβάλλονται, πιθανόν όμως και να διατηρούνται μέχρι τέλους,
οπότε επηρεάζεται μόνιμα ο ψυχισμός και η συμπεριφορά των
ατόμων αυτών. Εννοούμε την ερωτική, αλλά και πολιτική και
γενικότερα ανθρώπινη συμπεριφορά τους.

Από τους Έλληνες πολιτικούς ηγέτες χαρακτηριστικότερη


περίπτωση αρνητικής φύσεως, για το γυναικείο φύλο, εμφάνιση,
είχε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, διαπρεπής φιλόσοφος και
γενικότερα μεγάλου αναστήματος πνευματικός άνδρας, λόγος
για τον οποίο προτάθηκε από τον Κων. Καραμανλή για την
Προεδρία της Δημοκρατίας και εξελέγη πανηγυρικά Πρόεδρος
από τη Βουλή των Ελλήνων, τον Ιούνιο του 1975.

Άλλος πολιτικός με αρνητική εξωτερική εμφάνιση ήταν ο


Ιωάννης Μεταξάς. Θα αναφερθούμε και στους δύο.
Στο βιβλίο του «Λογοδοσία μιας ζωής» (τόμος πρώτος),
«εκδόσεις των Φίλων» (Αθήνα 2000), ο Κων. Τσάτσος είναι
σαφής:

«Από τα γεννητάτα μου ήμουνα άσχημος. Ήμουνα ένα χοντρό,


στρογγυλομούρικο μωρό. Όσο προχωρούσαν τα χρόνια δεν
καλλιτέρευσαν τα χαρακτηριστικά μου. Φάνηκε μόνο πως θα
γινόμουν και κοντός. Οι μεγάλοι γλεντούσαν με την ασχήμια
μου, μα εγώ διόλου δεν γνοιαζόμουν… Μόλις όμως σκοπός μου
έγινε να κατακτήσω την κοπέλα με τις ξανθιές πλεξούδες…
τότε χρειάστηκα το μπόι και την ομορφιά, και τη δύναμη, και
τότε κατάλαβα ότι όλα αυτά μου έλειπαν. Κλείστηκα, λοιπόν,
στον εαυτό μου και έθαψα μέσα στη χόβολη τη φλόγα. Αντί να
προσπαθώ να συναντώ περισσότερο το κορίτσι, να το γνωρίσω
καλλίτερα, κυνηγούσα περισσότερο τη μοναξιά».

Και ο πληγωμένος, λόγω της εμφάνισής του φιλόσοφος


συνεχίζει, τονίζοντας σε άλλο σημείο:

«Τα πάθη και τα τραύματα του υποσυνείδητου πήραν μια νέα


μορφή και μπήκαν σε μια καινούργια φάση μόλις άρχισε η
ερωτική μου ζωή… Το γνώθι σ’ αυτόν δεν άρχισε από την
ψυχή, αλλά από το σώμα… Ήμουν κοντός και αδύνατος και
πολύ λιγότερη εντύπωση μου έκανε που πολλοί συμμαθητές
μου φαίνονταν στα μαθήματα εξυπνότεροι από μένα. Η
σωματική μου μειονεκτικότητα μου κόστιζε πολύ περισσότερο»
(σσ. η υπογράμμιση του συντάκτη του άρθρου).

Είναι ευνόητο, ότι άνδρες όπως ο Κων. Τσάτσος, μπορούν να


επηρεάσουν το πρόσωπο που τους ενδιαφέρει με ό,τι
σπουδαιότερο τους διακρίνει. Ο Τσάτσος γνώρισε τη Νόρα,
τρία χρόνια μεγαλύτερή του, στην αρχή της εφηβείας του
«Κανείς από όσους τη γνώρισαν δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχάσει
τη σαγήνη της έκφρασής της, την ομορφιά του προσώπου της...

»Όταν συνέθετα στο παγωμένο σαλόνι, στο πιάνο, γι’ αυτήν


συνέθετα, για να με ακούσει, κάποτε να της αρέσω.

»Ονειρευόμουνα τη μέρα που θα έπαιζα μπροστά της τα έργα


μου… Διάβαζα για τη Νόρα, για να της δείξω πως είμαι πιο
σοφός από τους άλλους… Είναι καταπληκτική η πνευματική
ώθηση που μου έδωσε αυτό το αίσθημα… Το ωραίο σιγά-σιγά
έπαιρνε τη θέση εκείνη στη ζωή μου που κράτησε έπειτα για
πάντα».

Ο Κ. Τσάτσος συνεχίζει την αποκάλυψη του ψυχικού του


συμπλέγματος, με μια εντυπωσιακού ύφους και μεγάλης
πνευματικής εμβέλειας εξομολόγησή του, τονίζοντας:

«Τούτος ο έρωτας γίνεται το κέντρο της εσωτερικής μου ζωής


γύρω από το οποίο συσπειρώνονται, συνθέτονται και
συγκρούονται όλα τα ετερόκλιτα στοιχεία που την απαρτίζουνε.
Η παιδική μου φοβία μπροστά στη ζωή, το συναίσθημα της
μειονεκτικότητας τονώνονται από την επίγνωση της σωματικής
μου μειονεξίας, αλλά και η επίγνωση της πνευματικής μου
υπεροχής, κεντρισμένη από τη ματαιοδοξία μου και από ένα όλο
και δυνατότερο πάθος δημιουργίας, τονώνονταν και αυτή. Ήταν
όμως πολύ επώδυνες οι μεταπτώσεις μου. Κλεισμένος μέσα στο
γραφείο μου, τριγυρισμένος από τα βιβλία μου, ήμουν γενναίος,
δυνατός, ευτυχισμένος. Αλλά… όταν ήμουν στο γυμναστήριο
αισθανόμουν ο πιο αδύνατος, ή όταν στους δρόμους τύχαινε να
περνάει η Λένα (σ.σ. αδελφή της Νόρας) ή η Νόρα και
αισθανόμουνα άσχημος και κακοντυμένος, γκρεμιζόμουνα στα
βάραθρα».
Και ο Κ. Τσάτσος καταλήγει για την επιρροή της Νόρας στη
ζωή του: «Μου φανέρωσε τις αδυναμίες μου ο έρωτας για τη
Νόρα, αλλά μου αποκάλυψε και τις δυνάμεις μου. Με δίδαξε
πως δεν έχω άλλο όπλο να νικήσω στη ζωή από τα πνευματικά
μου χαρίσματα».

Είναι προφανές ότι ο Τσάτσος «νίκη στη ζωή» δεν νοεί μόνο τα
επαγγελματικά επιτεύγματα αλλά και τον έρωτα. Την
κατάκτηση του προσώπου που τον ενδιαφέρει.

Προς μεγάλη λύπη του Κ. Τσάτσου, η Νόρα πέθανε στα 21


χρόνια της. Το 1917.

«Αλλά και μετά το θάνατό της, ο έρωτας αυτός -θα συνεχίσει ο


Τσάτσος στη σχετική αναφορά του- είτε απωθημένος στα
απόκρυφα του υποσυνείδητου, είτε ξεπεταγμένος πάλι στην
επιφάνεια, είτε κυρίαρχος, είτε σκεπασμένος από άλλες,
πρόσκαιρες αγάπες, εξακολουθούσε να είναι ένα κομμάτι της
ψυχής μου, του ιδεατού μου κόσμου και του αθεράπευτου
πάθους μου για μια ονειροπλεγμένη ζωή. Ακόμα και τώρα, όταν
άκεφος και αφηρημένος τυχαίνει να περπατώ σ’ ένα
λιγοσύχναστο δρόμο, για να γλυκάνω τη μέσα μου πίκρα,
ψιθυρίζω πολλές φορές, σα να την φωνάζω, το όνομα «Νόρα».

Ο πρώτος γάμος του

Επτά χρόνια μετά το θάνατο της Νόρας, ο Κ. Τσάτσος θα


γνωρίσει, θα ερωτευθεί και θα παντρευτεί τη Λιλή Ζηρίνη, για
την οποία θα αποκαλύψει ότι ασκούσε επάνω του «αισθησιακή
έλξη», σε σημείο που να τον «κρατά αιχμάλωτο κάποιο
σεξουαλικό στοιχείο».
«Ανακάλυπτα στη Λιλή μια σεξουαλική ποιότητα που μου ήταν
άγνωστη» θα γράψει ο ίδιος, προκειμένω να εξηγήσει γιατί
επέμενε γι’ αυτό το γάμο για τον οποίο είχαν επαναστατήσει οι
δικοί του και ιδιαίτερα η μητέρα του, ενώ ο πατέρας της
αγαπημένης του, τον είχε ενημερώσει ότι η κόρη του ήταν
επιληπτική.

Τέσσερα χρόνια μετά το γάμο τους, το 1929, ο Κώστας και η


Λιλή θα χωρίσουν.

Θα περάσουν πέντε με έξι χρόνια. Θα έλθει το 1935. Ο Κώστας


Τσάτσος θα έχει παντρευτεί με την Ιωάννα Σεφεριάδου, θα έχει
κάνει δύο κορίτσια μαζί της, θα είναι καθηγητής στη Νομική
Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και θα διαπιστώσει ότι το
κόμπλεξ του λόγω της εξωτερικής του εμφάνισης, θα έχει
υποχωρήσει λόγω των ερωτικών σχέσεων που είχε με αρκετές
γυναίκες. Γράφει σχετικά ο ίδιος:

«Το τραύμα για τη σωματική μου μειονεξία είχε γίνει μια απλή
ουλή, γιατί είχα κατορθώσει να έχω μια έντονη ερωτική ζωή με
πολύ αξιόλογες γυναίκες, πράγμα που τόνωσε το ηθικό μου και
σχεδόν εξαφάνισε το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ως νέο με
βασάνιζε» («Λογοδοσία μιας ζωής» σελ. 184, α’ τόμος).

Γεγονός πάντως είναι ότι ο Τσάτσος δεν σταμάτησε να βλέπει


τις γυναίκες με έντονο ερωτισμό και μετά το γάμο του με την
Ιωάννα Σεφεριάδη, όπως αποδεικνύεται από την περιγραφή του
για τις κυρίες και δεσποινίδες που γνώρισε στα χρόνια της
δικτατορίας του Μεταξά, όταν ήταν εξόριστος στη Σκύρο και
στις Σπέτσες.

Η ανάγκη της επιβεβαίωσης του ανδρισμού του, μέσω της


πνευματικής έστω επιρροής, υπήρξε φαίνεται συνεχής.

Ο γάμος πάντως του Τσάτσου με την Ιωάννα, σπουδαία


λογοτέχνιδα και αδελφή του Γιώργου Σεφέρη, απετέλεσε καμπή
στη ζωή του, όπως και η γνωριμία και συνεργασία του με τον Κ.
Καραμανλή.
Ο ερωτομανής Ιωάννης Μεταξάς

Μεταξύ Τσάτσου και Μεταξά υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο


πρώτος ήταν βαθύτατα δημοκρατικός και κοινοβουλευτικός. Ο
δεύτερος αντιδημοκρατικός και αντικοινοβουλευτικός. Ο
Τσάτσος υπήρξε ο πρώτος αιρετός Πρόεδρος της Τρίτης
Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο Μεταξάς υπήρξε ο δεύτερος
δικτάτορας της Ελλάδας (πρώτος ο Πάγκαλος), ο οποίος
μάλιστα έστειλε εξορία τον Τσάτσο.

Ο Τσάτσος υπήρξε καθηγητής και φιλόσοφος. Ο Μεταξάς


στρατιωτικός. Και οι δύο είχαν κάνει τις βασικές σπουδές τους
στην Αθήνα και μετεκπαιδεύτηκαν στη Γερμανία.

Υπήρξαν ωστόσο τρία κοινά στοιχεία μεταξύ τους. Πρώτον, η


εξωτερική εμφάνιση. Και οι δύο υστερούσαν σ’ αυτήν. Και οι
δύο ήταν υπερβολικά κοντοί. Ο Τσάτσος περισσότερο.
Διέφεραν όμως στο βάρος και τον όγκο. Ο Τσάτσος ήταν
αδύνατος. Ο Μεταξάς μάλλον ευτραφής.

Η δυσμενής εξωτερική εμφάνιση επηρέαζε τον ψυχισμό και των


δύο. Και οι δύο είχαν σύμπλεγμα με αυτήν. Ο Τσάτσος το
αναφέρει ρητά στο βιβλίο «Λογοδοσία μιας ζωής». Ο Μεταξάς
το ομολογεί και αυτός, αλλά με λιγότερη έμφαση. Αυτό υπήρξε
το δεύτερο κοινό στοιχείο τους.
Το τρίτο ήταν ο ερωτισμός τους. Ο «αρρωστημένος» κατά
κάποιο τρόπο ψυχισμός τους κατέστησε όμοια περίπου την
ερωτική ζωή τους. Και οι δύο διακατέχονταν από έντονο,
σχεδόν εκρηκτικό ερωτισμό.

Οι ερωτικές ορμές του Τσάτσου καλύπτονταν με φιλολογικά


και καλλιτεχνικά «επιστρώματα». Του Μεταξά ήταν αχαλίνωτες
και αναζητούσαν την ικανοποίησή τους σε συνευρέσεις με
χαμηλής ποιότητας θηλυκά, ακόμη και με ιέρειες του αγοραίου
έρωτα.

Αποκαλυπτικότατο για την ερωτική ζωή του δικτάτορα είναι


αυτό το ίδιο το «Ημερολόγιό» του. Γραμμένο με το χέρι του.
Στον πρώτο τόμο του «Ημερολογίου» (έκδοση «Βιβλιοπωλείον
της Εστίας», επιμέλεια Χρ. Χρηστίδη και πρόλογος της συζύγου
του Μεταξά, Λέλας Μεταξά, 1951), περιγράφονται από τον ίδιο
τον πρωταγωνιστή - συγγραφέα, οι ερωτικές αταξίες του όταν
υπηρετούσε ως αξιωματικός στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, κατά
τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του και κατόπιν στη
Γερμανία, όπου εστάλη για τετραετή μετεκπαίδευση, προκριθείς
για τις ικανότητές του και ασφαλώς για την προηγούμενη
υπηρεσία του στο Επιτελείο, στο πλευρό του Διαδόχου τότε
Κωνσταντίνου (μετέπειτα βασιλέα της Ελλάδας).

Ο Μεταξάς αυτοπαρουσιάζεται ως μανιώδης ερωτικός κυνηγός


γυναικών, για εφήμερες απολαύσεις. Αναζητά τις συντρόφους
του σε φιλικές συγκεντρώσεις, σε χορούς, δεξιώσεις, ακόμη και
στο δρόμο. Φοράει προφανώς τη στολή του για να γίνει
«ελκυστικός» και να αντιμετωπίσει τα σωματικά του
μειονεκτήματα που του στερούν τη δυνατότητα να αγαπηθεί και
να συνάψει αίσθημα βασιζόμενο σε ειλικρινή αγάπη.

« Η φύση, αναφέρει ο Μεταξάς, δεν με επροίκισε με τα


σωματικά εκείνα προσόντα, που καθιστούν τον άνδρα
ελκυστικόν εις τας γυναίκας».

Και σε άλλο σημείο προσθέτει: «Αι ερωτικαί αποτυχίαι μου


εγέννησαν την ιδέαν ότι έχω ελάττωμά τι, καθιστών με ουχί
ευάρεστον» (σελ. 495 α’ τόμος «Ημερολογίου»).

Συνεχίζοντας την ομολογία των συμπλεγμάτων του αναφέρει


στη σελ. 488: «Μία από τας μεγαλυτέρας στερήσεις της
πλήρους στερήσεων νεότητός μου υπήρξεν και ο έρως. Πτωχός,
δειλός και συνεσταλμένος, ένεκα της πενίας και των
παθημάτων, άνευ γοητευτικού εξωτερικού, έζησα μακράν των
γυναικών». Και αλλού τονίζει (σελ. 401) «δεν εγνώρισα τον
πραγματικόν έρωτα».

Συνεχώς ο Μεταξάς ξεχωρίζει τον «πραγματικό έρωτα» από τον


«αισθησιακό» και σε κάποιο σημείο τονίζει:

«Ημπορώ να είπω ότι εγεύθην όλων των ηδονών, από ολίγον εξ


εκάστης». Και προσθέτει τη λέξη «Αρκεί». Έχει περάσει τα
τριάντα και θέλει να σταματήσει τον άσωτο βίο, ο οποίος
φαίνεται ότι διήρκεσε περί τα δώδεκα χρόνια, από την ηλικία
των 18 ετών, όταν εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων και εντάθηκε
μετά την αποφοίτησή του.

Για την εποχή αυτή ο Μεταξάς γράφει (σελ. 363):

«Ήμην ως τρελλός… Μόνον η θέλησις να τελειώσω την


εργασίαν μου έμενε... Πολλάκις με κατελάμβανε η επιθυμία…
να σχίσω όλας τας σημειώσεις μου και να ριφθώ όλος εις την
ηδονήν… ήθελα ν’ απολαύσω πρώτον όλας τας ηδονάς».

Εκεί που ο Μεταξάς οργίασε φαίνεται ότι ήταν το Ναύπλιο.


Όταν μετατέθηκε στην Αθήνα κάποιος συνάδελφός του, του
γνώρισε μια κυρία, την κυρά Ελένην για να του προμηθεύει
κορίτσια. Ένα από αυτά ονομαζόταν Χριστίνα: «Ήταν ολίγον
συχαμένη, αν και νόστιμη εις το πρόσωπον. Ήρχετο συχνά και
μου ετσιμπούσε μερικούς παράδες και μολονότι ταχέως την
εσυχάθην, εν τούτοις κατ’ ανάγκην την προσεκάλουν συχνά εις
το σπίτι μου». (σελ. 370, α’ τόμος «Ημερολόγιον»).

Στις σελίδες 377 και 378 του ίδιου τόμου, ο Μεταξάς


αναφέρεται στον ερωτικό δεσμό που είχε με μια εργάτρια η
οποία διέμενε απέναντί του. Την περιγράφει ως «θαυμασία,
ηλικίας 23-24 ετών… που δεν επερίμενε τίποτε από εμέ, ούτε
γάμον, ούτε χρήματα… Μου αρέσεις, σε επιθυμώ, μου
επανελάμβανε συνεχώς. Με εδέχετο εις το δωμάτιόν της. Κατ’
αρχάς επήγαινα καθεκάστην, έπειτα δε ανά τρεις ή τέσσαρας
ημέρας, διότι εκινδύνευσα να εξαντληθώ… Η χαρίεσσα αυτή
γυνή μου παρείχε στιγμάς αληθούς απολαύσεως…»!

Σε ένα άλλο σημείο του «Ημερολογίου» του ο Μεταξάς


αναφέρει ονόματα γυναικών με τις οποίες είχε σχέσεις και τις
διέκοψε διότι τις βαρέθηκε («Μέλπω, Θεοδώρα, Ειρήνη, Ελένη,
Χριστίνα»).

Στη Γερμανία, ο Μεταξάς, ηλικίας 27-31 ετών επιδιώκει να


γνωρίσει νέα για να σχετιστεί μαζί της, σε άλλο επίπεδο από
αυτό των μοιραίων γυναικών της Αθήνας και του Ναυπλίου.

Ιδού, λοιπόν, τι γράφει σχετικά (σελ. 487 «Ημερολόγιον»):

«Χθες συνηντήθην έξωθεν του Σαβόϋ- hotel με δύο νεανίδας,


εις τας οποίας προσεκολλήθην (σσ. η υπογράμμιση του
αρθρογράφου) και τας συνόδευσα έως το σπίτι των. Σήμερον,
ως είχαμεν συμφωνήσει, τας επανεύρον και επήραμεν κάτι εις
εν ζαχαροπλαστείον. Με την νοστιμωτέραν άρχισα να τα
φτιάνω. Είναι καλής τάξεως, δηλαδή της μεσαίας, αλλά εδώ
είναι όλα ελεύθερα…». Και πάρα κάτω: «Εν των ονείρων μου
ήτο ότι εδώ, εις Γερμανίαν, θα ηδυνάμην να συνάψω σχέσιν
τινα εύκολον, όχι όμως με κοινήν γυναίκα και να αναπαύσω
ούτω όχι τόσον τας αισθήσεις μου, όσον την ανάγκην αγάπης,
έρωτος. Με μίαν νεανίδα καλήν, αγαθήν, άνευ απαιτήσεων και
όχι ξεσχισμένην» (σ.σ. η αθυροστομία του Μεταξά εκπλήσσει).

Απογοητευθείς από την αποτυχία του να βρει στη Γερμανία


τέτοια κοπέλα, ο Μεταξάς επιστρέφει στην έντονη αισθησιακή
ζωή και αναφέρει (σελ. 628 και επόμενες):

«Εδίψων δι’ ηδονάς και διασκεδάσεις. Η περυσινή μου ζωή και


το ύψος της αισθηματικότητος εις το οποίον ανήλθα επέφεραν
αντίδρασιν… κατέπεσα εις το επίπεδον των βαναύσων
επιθυμιών. Επεθύμουν να απολαύσω γυναίκας. Όχι μίαν, δύο,
αλλά πολλάς, απείρους -αν ήτο δυνατόν να τας αλλάζω κάθε
ημέραν. Και όπως ήτο φυσικόν μου, ερρίφθην με τα μούτρα, με
πάθος εις το κυνήγιον αυτό… Τίποτε δεν έσβυνε την δίψαν μου.
Η ικανοποίησις των αισθήσεών μου άφηνεν αχόρταγον κάτι
άλλο, και τούτο μοι επέτεινεν την λύσσαν των αισθήσεων, έως
ου έμενα εξαντλημένος, κενός, σωματικώς και ψυχικώς».

Στη συνέχεια, ο Μεταξάς αναφέρεται σε πλήθος γνωριμιών και


ερώτων του με ονόματα. Πρόκειται για απίστευτης έκτασης
απαρίθμηση ερωτικών συνευρέσεων, που κάνει τον αναγνώστη
του «Ημερολογίου» να απορεί για ποιο λόγο ο συντάκτης του
προβαίνει σε τόσο λεπτομερή καταγραφή.

Η ερμηνεία μπορεί να είναι, ότι με αυτό τον τρόπο ο Μεταξάς


επιδίωκε προφανώς να αποδείξει ότι όχι μόνον δεν υστερεί των
κοινών ανθρώπων, αλλά και υπερέχει αυτών σε ερωτική
ικανότητα, ανδρισμό, επιτυχίες στον γυναικείο κόσμο κ.λπ.

Πάντως όταν ο Μεταξάς έγραφε το «Ημερολόγιό» του δεν είχε


πρόθεση να το δημοσιεύσει. Δεν γνώριζε άλλωστε ότι ο ίδιος θα
είχε τέτοια ανέλιξη.

Η χήρα του και ο επιμελητής της έκδοσης του «Ημερολογίου»


δεν λογόκριναν τον Μεταξά στα κεφάλαια της ιδιωτικής ζωής
του, προφανώς διακατεχόμενοι από αίσθημα ευθύνης απέναντι
στην ιστορία και χρέους προς τον ίδιο, ο οποίος όταν ανήλθε
στο ύπατο αξίωμα, του Πρωθυπουργού, τον Απρίλιο του 1936
και όταν τον Αύγουστο του ιδίου έτους περιεβλήθη με
δικτατορικές εξουσίες, δεν κατέστρεψε το μέρος του
«Ημερολογίου» του με τις εντελώς προσωπικές στιγμές και τις
ιδιαιτερότητές του, αλλά το άφησε άθικτο.

Ο καρδιοκατακτητής Ίων Δραγούμης

Αν ο Κ. Τσάτσος και ο Ιω. Μεταξάς διακατέχονταν από


σύμπλεγμα κατωτερότητας, λόγω της εξωτερικής τους
εμφάνισης (κοντοί και άσχημοι, όπως παραδέχονταν οι ίδιοι),
γεγονός που επηρέαζε την ερωτική συμπεριφορά τους και τους
δημιουργούσε αναστολές απέναντι στο ωραίο φύλο, ένας άλλος
πολιτικός, ο Ίων Δραγούμης, φίλος και συνεργάτης του Ιω.
Μεταξά, είχε σύμπλεγμα ανωτερότητας και υπεροχής, λόγω του
παραστήματός του και των άλλων αρετών του, όπως η μόρφωση
και ο δυναμισμός του.

Η υπεροχή του Ίωνα ήταν προφανής και στην ερωτική ζωή του.
Πολλές γυναίκες της αριστοκρατίας, αλλά και της διανόησης
και της τέχνης, με σημαντικότερες από αυτές την Πηνελόπη
Δέλτα (κόρη του πάμπλουτου επιχειρηματία της Αιγύπτου
Εμμανουήλ Μπενάκη -η Πηνελόπη Δέλτα είναι προγιαγιά του
Αντώνη Σαμαρά, από τη μητέρα του) και την σπουδαία ηθοποιό
Μαρίκα Κοτοπούλη.

Ο Ίων Δραγούμης συγκινούσε κυρίως τις γυναίκες των


Γραμμάτων και των Τεχνών όχι μόνο για την αρρενωπότητα,
τους ευγενείς τρόπους και την προσωπική πνευματική
ακτινοβολία του λόγω των ριζοσπαστικών κοινωνικών
αντιλήψεών του, αλλά και της εθνικής δράσης του στη
Μακεδονία, των αξιοσημείωτων επιτυχιών του στο διπλωματικό
τομέα, των λαμπρών αγορεύσεών του στο Κοινοβούλιο, της
αρθρογραφικής του δεινότητας και της μεγάλης προσφοράς της
οικογένειάς του στην ιστορία αυτού του τόπου.

Η Πηνελόπη Δέλτα (ο άνδρας της Στέφανος Δέλτα, πλούσιος κι


αυτός ομογενής της Αιγύπτου, ήταν κατά 11 χρόνια
μεγαλύτερός της) γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη στην
Αλεξάνδρεια, το 1905, όταν εκείνος ήταν 27 ετών κι εκείνη 31.
Ο Ίων είχε μετατεθεί στην Αλεξάνδρεια για να υπηρετήσει ως
πρόξενος στο εκεί προξενείο.

Το ερωτικό πάθος που αναπτύχθηκε αμέσως μεταξύ τους


«περιτυλίχτηκε» από τα αμοιβαία ενδιαφέροντά τους για τη
λογοτεχνία και την αγάπη τους για την Ελλάδα -θέματα πάνω
στα οποία άφησαν και οι δύο μνημειώδη κείμενα.

Ο Ίων μύησε την Πηνελόπη στο δημοτικισμό και της γνώρισε


τον Τριανταφυλλίδη, τον Δελμούζο και τον Γληνό, ενώ τη
μπόλιασε και με πατριωτικές ιδέες που έγιναν βίωμά της και
προσπάθησε, μετά τον βίαιο θάνατο του αγαπημένου της, να τις
μεταδώσει -και το πέτυχε άριστα- στις επόμενες γενιές.

Ο έρωτάς τους, πάντως, υπήρξε θυελλώδης και το ζευγάρι είχε


κρυφές συναντήσεις στην Ελλάδα, στη Χαϊδελβέργη, τη Βιέννη
και το Βεσλάου, με εκείνη να την βασανίζει το γεγονός όχι μόνο
του γάμου της, αλλά και του ότι ήταν μητέρα τεσσάρων
παιδιών, πράγμα που της δημιουργούσε ψυχολογικά αδιέξοδα,
με συνέπεια να επιχειρήσει δύο φορές να αυτοκτονήσει, αλλά
ανεπιτυχώς.

Υποχρεώθηκε κατόπιν αυτού να αποκαλύψει τις σχέσεις της με


τον Ίωνα, στο σύζυγό της και τους γονείς της που την
αντιμετώπισαν με σκαιότητα.

Ο πατέρας της, ιδιαίτερα σκληρός και άκαμπτος σε ζητήματα


ηθικής, της συνέστησε να αυτοκτονήσει! Αλλά εκείνη πήρε την
απόφαση να χωρίσει με τον Ίωνα, δεδομένου ότι ο σύζυγός της
αρνήθηκε να της δώσει διαζύγιο,.

Φόρεσε για τον λόγο αυτό μαύρα ρούχα, εννοώντας ότι


σκότωσε την ψυχή της, τα οποία ουδέποτε σε όλη τη ζωή της
σχεδόν, αποχωρίστηκε.

Σε επιστολή προς τον σύζυγό της, τότε, ανέφερε (Πηνελόπη


Δέλτα: Αναμνήσεις – επιμέλεια Αλ. Π. Ζάννας, εκδόσεις
«Ερμής», σελ. 619):

«Με συμβούλευσε ο πατέρας μου να σκοτωθώ. Η μητέρα μου


με καταράστηκε. Γράψε πως πέθανα. Να το πάρουν απόφαση.
Γιατί αλήθεια πέθανα. Φορώ το πένθος μου, δεν το βλέπεις;».

Η Πηνελόπη έμεινε πιστή στην ανάμνηση του δεσμού της με


τον Ίωνα σε όλη τη ζωή της. Ενώ εκείνος έσπευσε αμέσως να
την αντικαταστήσει με μια αστραποβολούσα ιέρεια του θεάτρου
που αργότερα θα γινόταν η «βασίλισσα» θεά του. Τη Μαρίκα
Κοτοπούλη, ηλικίας το 1908, 20 ετών. Ο Ίων γνώρισε την
Κοτοπούλη στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκείνος υπηρετούσε
στην Ελληνική Πρεσβεία ως πρώτος Γραμματέας της και εκείνη
έδιδε παραστάσεις με το θίασο στον οποίο ανήκε.

Είχαν ακριβώς δέκα χρόνια διαφορά και έζησαν μια θυελλώδη


ερωτική σχέση επί 12 χρόνια, μέχρι την ημέρα που
παραστρατιωτικοί μπράβοι, οι γνωστοί ως «Γυπαραίοι»,
σήκωσαν τα όπλα τους σε κάποιο σημείο της Αθήνας (απέναντι
από το σημερινό «Χίλτον»), την 31η Ιουλίου 1920 και
σκότωσαν τον Ίωνα.

Δεδομένου ότι ο πατέρας της Πηνελόπης, Εμμ. Μπενάκης είχε


εγκατασταθεί από πολλών ετών στην Αθήνα, είχε χρηματίσει
Δήμαρχός της και υπουργός του Ελευθερίου Βενιζέλου και ο
επιφανής αυτός άνδρας είχε δει και συνομιλήσει με τον Παύλο
Γύπαρη (επικεφαλής της παραστρατιωτικής αυτής δύναμης),
στο σημείο που ο Κρητικός αρχικαπετάνιος κρατούσε τον
Δραγούμη, τον οποίο είχαν συλλάβει οι άνδρες του, το μεσημέρι
της 31ης Ιουλίου 1920, οι υποψίες έπεσαν πάνω στον πλούσιο
ομογενή. Ότι δηλαδή εκείνος έδωσε εντολή στους άνδρες του
αποσπάσματος να τον πάρουν και να τον μεταφέρουν σ’ ένα
σημείο για να τον εκτελέσουν (η σύλληψη και κράτηση για δύο
ώρες περίπου του Δραγούμη έγινε στον σημερινό κόμβο της
Αλεξάνδρας στου Θων, όπου είχε τότε το στρατηγείο του ο
Γύπαρης).

Οι υποψίες έγιναν ψίθυρος που δυνάμωσε και έγινε βοή η οποία


παρέμεινε στην ιστορία, ότι δηλαδή με την εκτέλεση του Ίωνα,
ο Μπενάκης «ξέπλυνε» την ντροπή της οικογένειάς του.
Μπορούσε όμως να ευσταθήσει μια τόσο βαριά κατηγορία 12
χρόνια μετά τον χωρισμό της Πηνελόπης από τον Ίωνα;

Η δολοφονία του Ιωνα Δραγούμη υπήρξε αποτέλεσμα του


μίσους που υπήρχε τα χρόνια εκείνα μεταξύ βενιζελικών και
αντιβενιζελικών και ένα είδος εκδίκησης για την απόπειρα
δολοφονίας κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου, την προηγούμενη
βραδιά, της 30ης Ιουλίου 1920, στο Παρίσι.

Στις 8 μ.μ. της ημέρας εκείνης, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας,


υπερήφανος για το επίτευγμά του να υποχρεώσει την Τουρκία
να υπογράψει πριν δύο ημέρες τη Συνθήκη των Σεβρών, που
μεγάλωνε την Ελλάδα άλλη μία φορά, τη δεύτερη μετά το 1913,
έφθανε στο σιδηροδρομικό σταθμό, για να πάρει το τρένο και
να κατευθυνθεί προς τη Μασσαλία, όπου θα επιβιβαζόταν στον
«Αβέρωφ» για να έλθει στην Ελλάδα. Τότε του έγινε η επίθεση.

Ο Βενιζέλος τραυματίστηκε εκείνο το βράδυ στο χέρι, αλλά τα


νέα που έφθασαν το πρωί στην Αθήνα ήταν συγκεχυμένα και η
φήμη ότι μπορεί ο εθνάρχης να είχε πεθάνει είχε κατακλύσει
την πρωτεύουσα.

Μέσα σ’ αυτή την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα σημειώθηκαν


στην Αθήνα, την 31 Ιουλίου 1920, σκηνές βίας και
ρεβανσισμού, από οργή όχι μόνο κατά του υποτιθέμενου
θανάτου του Βενιζέλου, αλλά και λόγω των βιαιοπραγιών που
είχαν γίνει στο παρελθόν κατά των βενιζελικών από τους
επίστρατους του Ιωάννη Μεταξά, το 1916-1917.

Όλο το πρωί της 31ης Ιουλίου 1920, ο Ίων Δραγούμης


βρισκόταν στην Αθήνα, όπως και η ερωμένη του Μαρίκα
Κοτοπούλη, η οποία έκανε πρόβα για μια θεατρική παράσταση.
Όταν τελείωσε η πρόβα, η Μαρίκα, τρομοκρατημένη από τη
θύελλα που είχε ξεσπάσει στους δρόμους της Αθήνας κατά των
αντιβενιζελικών (στο στρατόπεδο των οποίων ανήκε και είχε
μια από τις 3 έως 4 ηγετικές θέσεις ο Ίων) πήρε τον αγαπημένο
της και επέβαλε στον σοφέρ του αυτοκινήτου τους να τους
μεταφέρει σε φιλικό τους σπίτι στην Κηφισιά, για λόγους
ασφαλείας, γιατί το δικό τους σπίτι στην Αθήνα, πιθανόν να
γινόταν στόχος επίθεσης.

Στην Κηφισιά όμως, όπου έφθασαν το μεσημέρι, ο Ίωνας δεν


μπορούσε να ησυχάσει και πήρε τον σωφέρ και το αυτοκίνητό
του για να επιστρέψει στην Αθήνα, προκειμένου να γράψει ένα
άρθρο στο περιοδικό του που θα κυκλοφορούσε την επομένη,
με το οποίο θα καταδίκαζε την απόπειρα κατά του Βενιζέλου
στο Παρίσι και θα καλούσε σε ύφεση των παθών και
συμφιλίωση.

Η Μαρίκα, έπεσε στα πόδια του ικετεύοντάς τον να μην πάει


«στη φωλιά του λύκου» γιατί θα έβαζε τον εαυτό του σε
κίνδυνο.

Εκείνος όμως δεν την άκουσε κι όταν το αυτοκίνητό του έφθασε


στου Θων, εξαγριωμένοι βενιζελικοί, στους οποίους δεν είχε
μεταδοθεί η είδηση ότι ο Βενιζέλος είχε απλώς τραυματιστεί, το
σταμάτησαν, αποβίβασαν τον Ίωνα και άρχισαν να τον
προπηλακίζουν, με κίνδυνο να τον σκοτώσουν.
Επενέβη τότε ο Γύπαρης και διέταξε να οδηγηθεί ο Ίων στα
«Παραπήγματα», όπου στεγαζόταν το «στρατηγείο» του, με
προφανή σκοπό, να διασώσει τον προπηλακιζόμενο από το
μαινόμενο πλήθος των ακραίων βενιζελικών.

Η ενέργειά του αυτή απετέλεσε αργότερα μεγάλο επιχείρημά


του για να πείσει το δικαστήριο που έγινε ότι δεν έδωσε ο ίδιος
τη διαταγή εκτέλεσης του Ίωνα, αλλά κάποιος πλούσιος
Έλληνας από το εξωτερικό που διέμενε στην Κηφισιά,
φωτογραφίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον Μπενάκη.

Την ώρα πάντως της κράτησης του Ίωνα, στα «παραπήγματα»


του Θων, τόσο ο Γύπαρης, όσο και ο Μπενάκης γνώριζαν ότι ο
Βενιζέλος είχε διαφύγει τον κίνδυνο.

Έτσι, αν και παρήλθαν 96 χρόνια από τότε, παραμένει άλυτο το


μυστήριο ποιος έδωσε τη διαταγή για την εκτέλεση του Ίωνα,
που πραγματοποιήθηκε γύρω στις 4.30 το απόγευμα, την 31
Ιουλίου 1920, στη δεξιά πλευρά της Βασιλίσσης Σοφίας, με
κατεύθυνση το Σύνταγμα, απέναντι από το σημείο όπου
βρίσκεται σήμερα το Χίλτον.
Στη δίκη που έγινε τον Μάρτιο του 1921, επί αντιβενιζελικής
κυβέρνησης, ο Μπενάκης δεν προσήλθε, αν και
κατηγορούμενος, ενώ στη δίκη που επαναλήφθηκε το Νοέμβριο
του 1922, επί της φιλοβενιζελικής κυβέρνησης της επανάστασης
των Πλαστήρα – Γονατά, προς την οποία ήταν φιλικότατα
διακείμενος, ο Μπενάκης προσήλθε και αθωώθηκε.

Τον Μάιο όμως του 1935, στη δίκη των πρωταγωνιστών του
αποτυχόντος βενιζελικού πραξικοπήματος του Μαρτίου, ο
Γυπάρης που προσήλθε ως μάρτυρας, κατά την κατάθεσή του,
με την άδεια του Προέδρου του Δικαστηρίου, έκανε μια
παρέκβαση και αναφέρθηκε στη δολοφονία του Ίωνα,
αποδίδοντας την ευθύνη της σε σχετική εντολή που έδωσε ο
Εμμ. Μπενάκης, του οποίου ναι μεν δεν ανέφερε το όνομα,
αλλά τον φωτογράφισε κατά τον τρόπο που προαναφέραμε,
γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του γιου του Αντώνη
Μπενάκη, με επιστολή του στον Τύπο της εποχής εκείνης, διότι
ο πατέρας του είχε προ πολλού πεθάνει

Αναφέρθηκαν τα περί δολοφονίας του Ίωνα, διότι αν η εντολή


είχε δοθεί από τον Μπενάκη, επρόκειτο ασφαλώς για εκδίκησή
του προς άτομο που δεν είχε σεβαστεί υποτίθεται το κύρος της
οικογένειάς του και παρέσυρε την κόρη του σε ερωτικό δεσμό
μαζί του. Το ζήτημα βέβαια ήταν ότι η κόρη του, η Πηνελόπη,
ήταν ενήλικη και κατά 4 χρόνια μεγαλύτερη του Ίωνα και είχε
επομένως αυτή το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη
σύναψη του δεσμού αυτού.

Αναφερόμενοι πάντως στον ερωτισμό που εξέπεμπε ο Ίωνας


Δραγούμης στις γυναίκες του κύκλου του, και στην έντονη επί
του ζητήματος αυτού δραστηριότητά του, πρέπει να
επισημάνουμε ότι κατά τη διάρκεια του δεσμού του με την
Μαρίκα Κοτοπούλη, είχε και άλλες συντρόφους, όπως και η
νεαρή ηθοποιός είχε πλείονες του ενός εραστές.

Ο Ίων μάλιστα είχε καταφέρει να διατηρεί τον δεσμό του με την


Μαρίκα, στα χρόνια της εξορίας του από την κυβέρνηση
Βενιζέλου, στην Κορσική, όπου η ερωτευμένη θεραπαινίδα του
θεάτρου τον επισκεπτόταν συχνά και περνούσε ημέρες και
νύχτες έρωτος μαζί του, στο ξενοδοχείο που διέμεναν και οι
άλλοι συνεξόριστοί του, του αντιβενιζελισμού (Γούναρης,
Μεταξάς, Μερκούρης, Δούσμανης, Πεσμαζόγλου κ.ά.).

Οι περιπτύξεις μάλιστα του ζεύγους, αν και κόσμιες, ενώπιον


των συνεξορίστων του Ίωνα και των συζύγων τους, γινόταν
παρουσία μίας ή δύο εκ των κυρίων αυτών, με τις οποίες ο
μεγάλος Έλληνας διανοητής και καρδιοκατακτητής (γιος του
Πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και προοριζόμενος να
κυβερνήσει κάποτε τον τόπο) είχε κρυφό δεσμό, στον τόπο της
εξορίας!

Σχετικά, ο αείμνηστος δημοσιογράφος Φρέντι Γερμανός έχει


γράψει δύο βιβλία με τίτλο: «Τα ερωτικά της Κορσικής» και
«Τερέζα», χωρίς όμως να αναφέρει τα ονόματα των ερωμένων
του Ίωνα.

Ιστορικές, δημοσιογραφικές έρευνες εντόπισαν τις δύο


πρωταγωνίστριες των ερωτικών περιπετειών, με τον Ίωνα, στην
Κορσική. Ήταν και οι δύο σύζυγοι συνεξορίστων και φίλων του
Ίωνα. Ό,τι έκαναν οι εν λόγω κυρίες, η ευθύνη ανήκε κυρίως σ’
αυτές, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα.

Λόγοι σεβασμού προς την οικογένειά τους και την προσφορά


του συζύγου τους στην πατρίδα και την κοινωνία, δεν
επιτρέπουν προς το παρόν, την αναφορά μας στο όνομά τους.

Μετά τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη και την εκδηλωθείσα


οργή του Ελευθερίου Βενιζέλου για το γεγονός αυτό, τόσον
δημοσίως, όσον και με προσωπική επιστολή του προς τους
γονείς του αντιβενιζελικού μάρτυρα, η Μαρίκα Κοτοπούλη
κράτησε το πένθος της για τον ήρωά της περί τα δύο ή τρία
χρόνια.

Μετά από αυτά παντρεύτηκε τον θεατρικό επιχειρηματία


Χέλμη, με τον οποίο φαίνεται ότι είχε δεσμό και όσο ζούσε ο
«επίσημος αγαπημένος» της. Ενώ η παλαιότερα ερωμένη του
Ίωνα, η Πηνελόπη Δέλτα, συνέχισε τη ζωή της στην Κηφισιά,
δεχόμενη τις επισκέψεις στο σπίτι της, του Βενιζέλου, του
Πλαστήρα και των άλλων πολιτικών ημιθέων της εποχής,
γράφοντας βιβλία για τα Ελληνόπουλα και υπερασπιζόμενη τη
μνήμη του πατέρα της στην υπόθεση της δολοφονίας του Ίωνα.

Εικοσιένα ακριβώς χρόνια μετά το βίαιο θάνατο του Ίωνα, η


Πηνελόπη Δέλτα, με την ψυχή της αφιερωμένη στην Ελλάδα,
δεν μπόρεσε να συνηθίσει στην ιδέα της κατοχής της πατρίδας
της από τους Γερμανούς ναζί και αυτοκτόνησε, καταπίνοντας το
δηλητήριο που έκρυβε σ’ ένα μπουκαλάκι. Ο έρωτας για την
πατρίδα αποδείχτηκε έτσι ισχυρότερος από τον έρωτα για τον
Ίωνα, για τον οποίο δύο απόπειρες αυτοκτονίας της υπήρξαν,
όπως αναφέρθηκε, ανεπιτυχείς.

Οι Βενιζέλοι και οι νύφες τους

Η εκτέλεση του Ίωνα Δραγούμη ζημίωσε πολιτικά του


Βενιζελικούς, οι οποίοι έχασαν τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου
1920 και εξ αιτίας του θανάτου του λαμπρού Έλληνα
λογοτέχνη, δημοσιογράφου, διπλωμάτη και πολιτικού ηγέτη.
Ο Βενιζέλος, που απέτυχε ακόμη και να εκλεγεί βουλευτής,
αποφάσισε να φύγει στο εξωτερικό. Τον ακολούθησαν περί τα
100 άτομα, πολιτικά στελέχη του όλοι, πρώην υπουργοί. Οι
περισσότεροι με τις συζύγους τους.

Η ομαδική αυτή έξοδος των κορυφαίων του Βενιζελισμού,


όσων δεν είχαν εκλεγεί βουλευτές και δεν καλύπτονταν από
ασυλία, αλλά και μερικών περιώνυμων κομματικών
παραγόντων των Φιλελευθέρων, οφείλονταν στον φόβο της
αντεκδίκησης της νέας κυβέρνησης και των πλέον φανατικών
από τους οπαδούς της.

Που θα βρίσκονταν όμως τόσα χρήματα για να καλυφθούν οι


δαπάνες του ταξιδιού και της διαμονής τόσων προσώπων σε
ξενοδοχεία του εξωτερικού, της διατροφής τους κ.λπ.,
τουλάχιστον για διάστημα λίγων μηνών ή εβδομάδων έστω;

Το ότι η φυγή έπρεπε να πραγματοποιηθεί εντός δύο ή τριών, το


πολύ, ημερών, μετά τις εκλογές, καθιστούσε την αντιμετώπιση
ενός τέτοιου ζητήματος ακόμη δυσχερέστερη υπόθεση.

Την κρίσιμη εκείνη στιγμή, μία παγκοσμίου φήμης Ελληνίδα


εφοπλίστρια, με καταγωγή από τη Χίο, αλλά τόπο κατοικίας και
έδρα των επιχειρήσεών της, το Λονδίνο, ανέλαβε να ρυθμίσει το
ζήτημα και να καλύψει τις δαπάνες, με τη συνδρομή μερικών
ακόμη πλουσίων Ελλήνων μεταξύ των οποίων και ο Εμμανουήλ
Μπενάκης. Το όνομά της, Έλενα Σκυλίτση.

Στους ώμους της κυρίας αυτής εναποτέθηκε το μεγαλύτερο


μέρος των δαπανών. Η πρώτη δαπάνη της αφορούσε την
ενοικίαση της θαλαμηγού του Εμπειρίκου «Νάρκισσος», στην
οποία επιβιβάστηκαν οι εκατό περίπου Φιλελεύθεροι πολιτικοί
παράγοντες, με επικεφαλής τον Βενιζέλο. Το «Νάρκισσος»
απέπλευσε αμέσως, με λιμάνι προορισμού τη Νίκαια.

Η πρωτοβουλία της Έλενας Σκυλίτση ήταν το επιστέγασμα της


εκδήλωσης ενός οκταετούς αδιάπτωτου ενδιαφέροντός της προς
τον επιφανέστερο Έλληνα της εποχής, τον Ελευθέριο Βενιζέλο,
από το 1912, όταν τον πρωτογνώρισε στο Λονδίνο.

Μεγαλωμένη στα ονομαστότερα αριστοκρατικά σαλόνια της


Αγγλίας και καταγόμενη από ιστορική οικογένεια (ένας
πρόγονός της ήταν συνεργάτης του Ρήγα Φεραίου και
εκτελέστηκε μαζί του από τους Τούρκους, το 1798),
κληρονόμος μεγάλου πλούτου, φιλοδόξησε από τότε που
γνώρισε τον εν χηρεία από το 1894 Ελευθέριο Βενιζέλο (η
πρώτη γυναίκα του οποίου Μαρία Κατελούζου πέθανε στη
γέννα του παιδιού τους Σοφοκλή) να γίνει η δεύτερη σύζυγός
του, Κυρία Βενιζέλου.

Το κατόρθωσε μετά πάροδο οκτώ περίπου ετών από τη


γνωριμία τους, περίοδο κατά την οποία ο Βενιζέλος είχε
πρόσκαιρες σχέσεις με Αθηναίες κυρίες της υψηλής κοινωνίας,
που τον πολιορκούσαν στενά, όταν τον εύρισκαν «ελεύθερο
καθηκόντων» για λίγες ώρες την εβδομάδα κι ενώ στο ίδιο
διάστημα ερχόταν από τα Χανιά στην Αθήνα για να τον
επισκεφθεί και να ζωντανέψει το παλιό ενδιαφέρον του για
εκείνη η συμπατριώτισσά του Παρασκευούλα Βλούμ.

Επρόκειτο για την πανέμορφη χήρα ενός Χανιώτη, η οποία


άρχισε να κρατά συντροφιά στον Ελευθέριο Βενιζέλο, λίγα
χρόνια μετά τη δική του χηρεία. Όταν μάλιστα ο Βενιζέλος ήλθε
στην Αθήνα το 1910 για ν’ αναλάβει τα ηνία της εξουσίας, η
Παρασκευούλα τον ακολούθησε. Στη βαλίτσα της είχε το
νυφικό το οποίο θα φορούσε κατά το γάμο τους, όπως
σχεδίαζαν, που αναβλήθηκε αρχικά, προσωρινά, λόγω των
σοβαρών καθηκόντων του Βενιζέλου και αργότερα οριστικά,
όταν προέκυψε η Έλενα.

Μόνο όταν ο Βενιζέλος παντρεύτηκε την Έλενα, συνήψε γάμο


και η Παρασκευούλα. Η διάρκειά του όμως ήταν μικρή και όταν
ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Ελλάδα, το 1927 και πήγε για λίγο
διάστημα στα Χανιά, ο έρωτας για την Παρασκευούλα
ξαναζωντάνεψε, παρότι για ένα διάστημα ήταν στην Κρήτη και
η Έλενα.

Η συντροφιά της Παρασκευούλας στην Κρήτη ξεκούραζε τον


Βενιζέλο και τον αναζωογονούσε. Κι εκείνη που ήξερε τα
μυστικά του, εκτός από τα δικά της αρώματα, του πρόσφερε και
τα αρώματα και τις γεύσεις της κρητικής κουζίνας, που
αποτελούσε μια από τις αδυναμίες του Προέδρου.

Η Παρασκευούλα πάντως, ήταν μια από τις γυναίκες που


κάλυπταν τα ερωτικά διαλείμματα του Βενιζέλου, του οποίου
κύρια ερωτική ενασχόληση υποτίθεται ότι απετέλεσε από τον
Σεπτέμβριο του 1921 η δεύτερη σύζυγός του Έλενα Σκυλίτση.

Αγάπησε ο Βενιζέλος την Έλενα; Αγάπησε την Παρασκευούλα;


Αγάπησε κάποια από τις αριστοκράτισσες που έπεφταν στα
πόδια του εκλιπαρώντας τον έρωτά του; Ουδείς μπορεί να
απαντήσει με βεβαιότητα. Ο Κρητικός ιστορικός (Ι. Δ.
Μουρέλλος μεγέθυνε το ερώτημα με την έκδοση του μικρού
βιβλίου του που έχει τίτλο: «Αγάπησε ποτέ;». Το βέβαιο είναι
ότι αγάπησε τη μητέρα των παιδιών του Μαρία Κατελούζου που
έφυγε πολύ νωρίς. Στα 24 χρόνια της.

Για την Έλενα, ο Βενιζέλος ήταν προφανές ότι έτρεφε απλώς


αισθήματα συμπάθειας και εκτίμησης. Δεν διακατεχόταν από
ερωτικό πόθο γι’ αυτήν. Όταν άλλωστε την παντρεύτηκε,
εκείνος ήταν 57 και εκείνη 50 ετών.

Πριν παντρευτεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος την Έλενα,


παντρεύτηκε ο γιος του Σοφοκλής, ο οποίος είχε εκλεγεί
βουλευτής Χανίων στις εκλογές του 1920.

Ο γάμος του έγινε την 14η Δεκεμβρίου 1920, στην Κυανή


Ακτή, στην έπαυλη της πάμπλουτης νύφης Κάθλην
(Αικατερίνης) Ζερβουδάκη, από την Αίγυπτο.

Ο Σοφοκλής και η Κάθλην γνωρίστηκαν το 1917 στο Παρίσι,


όταν εκείνη ήταν 20 ετών και εκείνος 23.

Ένας κοινός φίλος των δύο οικογενειών πρότεινε στη μητέρα


της Κάθλην, γάμο με τον Σοφοκλή. Εκείνη όμως αισθανόμενη
ότι η οικογένειά της ήταν ισχυρότερη από την οικογένεια
Βενιζέλου, λόγω του πλούτου που διέθετε, απάντησε στον
προξενητή:

«Ένα άγνωστο Κρητικάκι, επειδή συνέπεσε ο πατέρας του να


είναι μεγάλος, δεν μπορεί να γίνει γαμβρός μου» (Γρ. Δαφνή:
«Σοφοκλής Ελευθερίου Βενιζέλου», εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, 1970.

Αργότερα όταν η μητέρα της Κάθλην γνώρισε και προσωπικά


τον Σοφοκλή άρχισε να τον συμπαθεί και έστειλε μια
φωτογραφία του στην κόρη της, λέγοντάς της ότι θα ήταν ωραίο
να γίνει σύζυγός του και ότι της ταίριαζε.

Η Κάθλην όμως αντέδρασε και σε επιστολή της ανέφερε τον


λόγο της άρνησής της:

- Μαμά, έχει μεγάλα χείλη και επειδή και τα δικά μου είναι
μεγάλα, δεν θα είμαστε ωραίο ζευγάρι (σ.σ. η πληροφορία
προέρχεται από το βιβλίο του Δαφνή, φίλου και βιογράφου του
Σοφοκλή).

Με την εύθυμη αυτή νότα η νεαρή αριστοκράτισσα και


πάμπλουτη κληρονόμος των Ζερβουδάκηδων, απέφυγε το 1917-
1918 να κάνει συζήτηση για γάμο με ένα νέο που δεν είχε
ακόμη συναντήσει. Όταν συνέβη αυτό, τα πάντα άλλαξαν μέσα
της.

«Τον ερωτεύτηκα αμέσως παρότι ήταν κοντός. Είχε κάτι το


πολύ ευγενικό και μου άρεσε ως άνδρας», θα πει αργότερα η
ίδια. Τα ίδια αισθήματα είχε και ο Σοφοκλής απέναντι στην
Κάθλην. Αισθήματα ζωηρής αγάπης που την έκανε θερμότερη η
γέννηση ενός κοριτσιού. Της αγαπημένης τους Δέσποινας.

Οι αρραβώνες των δύο νέων έγιναν στο Παρίσι την 20η Μαΐου
1920 και την 14η Ιουνίου ο Σοφοκλής έφυγε για το
Μικρασιατικό μέτωπο, δεδομένου ότι υπηρετούσε ως μόνιμος
αξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό (τότε είχε το βαθμό του
Ταγματάρχη).
Από το μέτωπο ο Σοφοκλής θα γράψει στην αγαπημένη του, την
27 Ιουνίου 1920. Η επιστολή είναι από την Προύσα, πρώτη
πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

«Αγαπημένη μου, η είσοδός μας εις την πόλιν ήτο πάρα πολύ
συγκινητική και εγώ ιδιαιτέρως υπήρξα αντικείμενο
θερμοτάτων εκδηλώσεων… Άλλοι έκλαιον εκ χαράς και άλλοι
έκαμνον το σημείον του σταυρού εν μέσω απεριγράπτου
ενθουσιασμού, ενώ οι Τούρκοι εν πανικώ έφευγον προς το
εσωτερικόν της Μικράς Ασίας».

Το Νοέμβριο του 1920, ο Σοφοκλής εξελέγη βουλευτής


Χανίων, γεγονός που τον υποχρέωσε να παραιτηθεί από τον
Στρατό. Ενάμιση μήνα μετά, την 14η Δεκεμβρίου 1920,
παντρεύτηκε μία από τις πλουσιότερες νύφες της Ελληνικής
Διασποράς, αν όχι της Ευρώπης. Ο πατέρας του σκέφθηκε,
εκείνη την περίοδο, να τον ρίξει στη βιομηχανία και το εμπόριο
με την πρόσληψή του στις επιχειρήσεις Χωρέμη - Μπενάκη.
Σκέψη όμως που δεν προχώρησε στην πράξη, παρότι έγιναν
σχετικές συζητήσεις με την εταιρεία, η οποία έκανε επίσημη και
δελεαστική πρόταση στον Σοφοκλή και ο ίδιος πήγε στην
Αίγυπτο για ν’ αναλάβει καθήκοντα.

Εννέα μήνες μετά το γάμο του Σοφοκλή παντρεύτηκε και ο


πατέρας του Ελευθέριος Βενιζέλος, στο Λονδίνο.

Λίγο πριν γίνει ο γάμος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέφθηκε


στο Παρίσι τον στενότερο συνεργάτη του Εμμανουήλ Ρέπουλη,
αντιπρόεδρο της Κυβέρνησής του, στην περίοδο 1917-1920.

Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από την ταπεινότητα του


ξενοδοχείου στο οποίο έμενε ο Ρέπουλης. Πολύ φτωχικό
ξενοδοχείο. Γι’ αυτό όμως έφταναν τα χρήματα του άλλοτε
πανίσχυρου Ρέπουλη. Πρόκειται για εικόνα που συγκρινόμενη
με τη δυνατότητα των ανέσεων που έχουν οι σημερινοί
πολιτικοί, αποδεικνύει το ήθος των πολιτικών του παρελθόντος
και την αποχή τους από ενέργειες απόκτησης πλούτου.

Σοβαρό οικονομικό πρόβλημα δεν είχε μόνο ο Ρέπουλης, αλλά


όλοι σχεδόν οι υπουργοί και συνεργάτες του Βενιζέλου και ο
Βενιζέλος ο ίδιος, ο οποίος αναγκάστηκε ένα διάστημα να ζει με
δανεικά, πριν παντρευτεί την Έλενα, προς την οποία μάλιστα
όφειλε να κάνει και δώρο του γάμου, ένα ακριβό δακτυλίδι.

Η επίσκεψη του Βενιζέλου στον Ρέπουλη απέβλεπε στο να τον


ενημερώσει για τον γάμο του με την Έλενα και να πάρει τη
γνώμη του.

- Θέλετε τη γνώμη μου κύριε Πρόεδρε;

- Ναι

- «Εσείς, κύριε Πρόεδρε, υπήρξατε νυμφίος της Ελλάδος. Πώς


είναι δυνατόν να γίνεται νυμφίος μιας γυναικός;», είπε ο
Ρέπουλης στον Βενιζέλο και τον άφησε άναυδο.

Η πλειοψηφία όμως των βενιζελικών στην πατρίδα θεωρούσε


ότι ο αρχηγός τους θα γνώριζε κοντά στην Έλενα την ευτυχία
και ενέκρινε τον γάμο, που τελέστηκε στην αίθουσα μουσικής,
της κατοικίας του σερ Άρθουρ και της λαίδης Κρόσφηλντ, στο
Λονδίνο. Αποφεύχθηκε η εκκλησία, διότι «εκείνη την εποχή η
ζωή του Προέδρου κινδύνευε και η Αστυνομία μας είχε
αποτρέψει να τελεσθεί ο γάμος στην εκκλησία», έγραψε η
Έλενα στο βιβλίο της, με τίτλο «Στη σκιά του Βενιζέλου»,
(εκδόσεις «Ωκεανίδα»).
Τα στέφανα, διευκρινίζει η Έλενα ήταν από δάφνη.

Όπως έγραψε η «Εστία» της 3ης Σεπτεμβρίου 1920 (την


επομένη του γάμου) το προηγούμενο βράδυ «εις πολλά
αθηναϊκά σπίτια ηνοίχθησαν φιάλαι σαμπάνιας εις υγείαν των
νεονύμφων».

Το ταξίδι του μέλιτος έγινε στην Αμερική και η Έλενα γράφει


στο βιβλίο της γι’ αυτό:

«Η πόλη της Νέας Υόρκης μας υποδέχθηκε με νεανικό


ενθουσιασμό… Πολύ πριν αγκυροβολήσει το καράβι, πετούσαν
από πάνω του αεροπλάνα, που έριχναν ταινίες, άνθη, ακόμα και
κοσμήματα… Σε όλα τα παράθυρα κυμάτιζαν αγκαλιασμένες
ελληνικές και αμερικανικές σημαίες. Σαν παλίρροια ανέβαιναν
οι φωνές του πλήθους: «Ζήτω ο Βενιζέλος».

Στο Σικάγο τους υποδέχτηκαν 40.000 άτομα,


Ελληνοαμερικάνοι.

Σε κάποιο σημείο της διηγήσεώς της, η Έλενα αναφέρεται στην


αγάπη του Βενιζέλου για το γκολφ και τη φυσική του δύναμη:
«Νέος δίπλωνε πεντόφραγκα με τα δάκτυλά του», θα
αποκαλύψει με θαυμασμό.

Λίγο μετά τον γάμο η Έλενα έστειλε στον Μπενάκη 500 λίρες
Αγγλίας, της εποχής εκείνης, ώστε να προστεθούν στο ποσό του
εράνου που ο πλούσιος Έλληνας της Αλεξάνδρειας
πραγματοποιούσε για να ενισχυθούν οι ευρισκόμενοι στην
Κωνσταντινούπολη βενιζελικοί αξιωματικοί που διαβιούσαν
εκεί για να αποφύγουν τις διώξεις του αντιβενιζελικού κράτους
των Αθηνών.
Ταυτόχρονα, η Έλενα έστειλε στην Αθήνα 460 λίρες, για το
ενοίκιο και την κάλυψη όλων των δαπανών των γραφείων του
κόμματος των Φιλελευθέρων.

Ο γάμος βέβαια με την Έλενα έλυσε πολλά οικονομικά


προβλήματα του Βενιζέλου στο εξωτερικό, σε μια περίοδο που
λόγω των πολιτικών παθών στην Ελλάδα, ούτε σύνταξη
έπαιρνε, ούτε βουλευτική αποζημίωση εισέπραττε, αφού δεν
είχε εκλεγεί βουλευτής. Τα μόνα έσοδά του ήταν από τους
τόκους ομολόγων και μετοχών που είχε αποκτήσει από τους
μισθούς του των περασμένων ετών. Εισόδημα το οποίο δεν ήταν
σίγουρο. Η οικονομική δυσπραγία του αποτελούσε την
καλύτερη απόδειξη της εντιμότητάς του κατά την δεκαετία
1910-1920, με μια μικρή διακοπή, που κυβέρνησε την Ελλάδα.

Τον πρώτο ευτυχισμένο καιρό του ζεύγους Ελευθερίου


Βενιζέλου και Έλενας διαδέχθηκαν ημέρες με σύννεφα που
έφεραν αστραπόβροντα και κεραυνούς για μια πενταετία
περίπου. Από το 1923, μάλιστα οι σχέσεις τους πέρασαν οξεία
φάση, λόγω της ζηλόφθονης συμπεριφοράς της Έλενας προς το
ζεύγος Σοφοκλή - Κάθλην και των άσχημων χαρακτηρισμών, με
τους οποίους περιέλουσε τον Σοφοκλή και τον Κυριάκο, σε
φιλική προς τον Πρόεδρο και τα παιδιά του παρέα.

Ο Σοφοκλής προέβη σε πλήρη αναφορά προς τον πατέρα του


και παρέσχε τις εξηγήσεις που όφειλε με αντικειμενικότητα και
ψυχραιμία. Γεγονός που έπεισε τον πατέρα του ότι έπρεπε να
χωρίσει την Έλενα «από τραπέζης και κοίτης» και να γράψει
στον Σοφοκλή:

«Μετά την εξέλιξιν ταύτων αι σχέσεις μας με την γυναίκα μου


παραμένουν τεταμέναι και επί του παρόντος τουλάχιστον
πρόκειται να ζήσωμεν χωριστά!».
Σε επιστολή του ο Σοφοκλής διευκρινίζει στον πατέρα του ότι
όσα καταμαρτύρησε η Έλενα εναντίον του και εναντίον του
αδελφού του Κυριάκου, θα μπορούσαν να εκληφθούν από τους
ακροατές της, που ήταν κοινοί φίλοι και ως άποψη του ίδιου του
Ελευθερίου Βενιζέλου για τα παιδιά του.

Η αντίδραση πάντως του Βενιζέλου στη συμπεριφορά της


Έλενας και η απόφασή του ακόμη και να χωρίσει αποδεικνύει
ότι εξακολουθούσε να είναι ένας στοργικός πατέρας που πάνω
από οτιδήποτε, πάνω και από την Έλενα, εφόσον αυτή ήταν
άδικη, έβαζε τα παιδιά του και την αξιοπρέπεια τους.

Τίποτα δεν μπορούσε να τα παραμερίσει από την ψυχή του.


Ούτε η Έλενα, ούτε η ομορφιά της που άλλωστε δεν είχε, ούτε
τα χρήματά της.

Οι τεταμένες σχέσεις Βενιζέλου και Έλενας βελτιώθηκαν μετά


την απόφαση του Βενιζέλου (1927) να επανέλθει στην πολιτική
ζωή της Ελλάδας.

Οι σχέσεις όμως Σοφοκλή Βενιζέλου και Έλενας


αποκαταστάθηκαν πλήρως, μόνο μετά τον θάνατο του
Ελευθερίου.
Οι Παπανδρέου: Έρωτες, πάθη και διαζύγια

Άλλης μορφής ήταν οι έρωτες και οι γάμοι των Βενιζέλων και


άλλης των Παπανδρέου. Αλλά διαφορετική ήταν και η
ψυχοσύνθεση των δημιουργών των δύο πολιτικών δυναστειών
και των διαδόχων τους, γεγονός που επηρέασε και την πολιτική
συμπεριφορά τους.
Οι Βενιζέλοι ήταν περισσότερο ρεαλιστές, πραγματιστές. Οι
Παπανδρέου περισσότερο συναισθηματικοί και ρομαντικοί.
Αλλά και παρορμητικοί.

Από τους δύο γάμους του Ελευθερίου Βενιζέλου μόνο αυτός με


την Μαρία Κατελούζου, τη μητέρα των παιδιών του, ήταν από
βαθύ έρωτα. Ενώ και οι δύο γάμοι του Γεωργίου Παπανδρέου,
πατέρα του Ανδρέα, με τη Σοφία Μινέικο και την Κυβέλη ήταν
από έρωτα και μάλιστα σφοδρό.

Από τους τρεις γάμους του Ανδρέα, εξάλλου, οι δύο τελευταίοι


(με την Μαργαρίτα και τη Δήμητρα) ήταν από σφοδρό έρωτα. Ο
πρώτος (με την Χριστίνα Ρασιά) ήταν αποτέλεσμα μάλλον
παρορμητικής απόφασης, που έκρυβε και έντονα ερωτικά
στοιχεία, υπό την επιρροή και της μοναξιάς που πιθανόν
αισθανόταν ο Ανδρέας όταν πρωτοπήγε στην Αμερική. Ενώ ο
Σοφοκλής Βενιζέλος συνήψε ένα και μοναδικό γάμο που
στηρίχτηκε στη συμπάθεια και τον έρωτα, αλλά ήταν και γάμος
που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως γάμος συμφέροντος.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου υπήρξε εξαιρετική προσωπικότητα.


Βαθιά μορφωμένος, με παιδεία κλασσική, αλλά και νομικές,
οικονομικές και πολιτικές γνώσεις ανωτέρου επιπέδου, που
απέκτησε στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και κατά την
μετεκπαίδευσή του στη Γερμανία. Είχε τρία προτερήματα: Ήταν
έξυπνος, μελετηρός και διέθετε σπάνια ευφράδεια που τον
καθιστούσε «Δημοσθένη» της εποχής του. Θα έλεγα
«Δημοσθένη» της νεότερης Ελλάδας.

Τα δύο πρώτα από τα προσόντα του, του εξασφάλιζαν πάντοτε,


από την πρώτη Δημοτικού μέχρι το τέλος των σπουδών του, το
«άριστα» και συνεχόμενες υποτροφίες και χρηματικά βραβεία,
γεγονός ιδιαίτερα επιβοηθητικό για ένα φτωχό παιδί, από χωριό
(Καλέτζι Αχαΐας), γιο παπά.

Δεινός ρήτορας, ψηλός και αρρενωπός υπήρξε κατακτητής


πολλών γυναικείων καρδιών.

Οι γυναίκες όμως που σημάδεψαν τη ζωή του ήταν δύο. Η


Σοφία Μινέικο και η Κυβέλη. Η πρώτη φιλόλογος, αρκετά
μορφωμένη, ο πρώτος έρωτας του Γιώργου από τα
πανεπιστημιακά χρόνια στην Αθήνα. Ο έρωτας της νιότης.

Η δεύτερη, μεγάλη ηθοποιός του θεάτρου, έρωτας για τον


Γιώργο Παπανδρέου των πρώτων χρόνων της ωριμότητάς του.

Κατέκτησε τη δεύτερη, ενώ ήταν παντρεμένος με την πρώτη και


είχε κάνει μαζί της τον Ανδρέα.

Μεταπτυχιακός σπουδαστής στη Γερμανία, στην περίοδο πριν


τους Βαλκανικούς Πολέμους, παράτησε τις σπουδές του και
ήρθε στην Ελλάδα για να ντυθεί το χακί και να πολεμήσει για το
διπλασιασμό της. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1940-41, ο
Ανδρέας δεν έκανε το ίδιο, διωγμένος και άγρια
ταλαιπωρημένος λίγους μήνες πριν από τη δικτατορία Μεταξά.
Υπηρέτησε όμως στο συμμαχικό αμερικανικό ναυτικό και πήρε
μετά την αμερικανική υπηκοότητα. Είναι πολύ πιθανόν, όταν
αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα και αναμίχτηκε στην
πολιτική της, το υποσυνείδητό του να προκάλεσε την έντονα
αντιαμερικανική στάση του, προκειμένου να απωθηθεί η
ιστορία του 1940-45.

Ας επανέλθουμε όμως στον πατέρα, Γεώργιο Παπανδρέου.

Όταν επέστρεψε στη Γερμανία είχε μαζί του και τη Σοφία


Μινέικο, γυναίκα του πλέον, μετά από ένα μακρύ χρονικό
διάστημα ερωτικού δεσμού.

Η Σοφία Μινέικο που γνώριζε τον Γιώργο Παπανδρέου από την


Πάτρα, ήταν από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Πολωνό, ο
οποίος συνέβαλε στο να πέσει γρηγορότερα και με βεβαιότητα
το Μπιζάνι στα χέρια των Ελλήνων, τον Φεβρουάριο του 1913,
με τους χάρτες του που παρέδωσε στον ελληνικό στρατό.

Ο Σίγκμουντ Μινέικο ήταν αξιωματικός μιας πολωνικής


δυνάμεως υπό ρωσική διοίκηση αφού η Πολωνία ήταν υπό την
κατοχή της τσαρικής Ρωσίας και υπηρετούσε κάπου στη
Σιβηρία, στα μέσα του 19ου αιώνα.

Φύσει φιλελεύθερος ο Μινέικο το έσκασε από τον καταπιεστικό


και ιμπεριαλιστικό ρωσικό στρατό και κατέφυγε στην Ιταλία
όπου πολέμησε στον απελευθερωτικό στρατό του Γαριβάλδι.
Από εκεί πέρασε στην υπηρεσία του Σουλτάνου, στην περιοχή
των Ιωαννίνων, όπου, αφού διαπίστωσε την καταπιεστική και
δυναστική πολιτική της Πύλης κατά των Ελλήνων,
επαναστάτησε, πήρε τους χάρτες της Ηπείρου και του
Μπιζανίου και ήρθε στην Ελλάδα, όπου και εγκαταστάθηκε
μόνιμα. Οι χάρτες αυτοί παραδόθηκαν στο ελληνικό κράτος και
κατά ομολογία του πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη
βοήθησαν την ελληνική κυβέρνηση στη χάραξη των συνόρων,
ενώ τον Φεβρουάριο του 1913 βοήθησαν τον ελληνικό στρατό
στην εκπόρθηση του Μπιζανίου.

Ως πρωθυπουργός, ο εγγονός του Μινέικο, Ανδρέας


Παπανδρέου, επισκέφθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, τη
γενέτειρα πόλη του παππού του (από τη μητέρα του), όπου και
μίλησε στο εκεί πανεπιστήμιο, από το οποίο και τιμήθηκε.

Ερμηνεύοντας ο γράφων τη συμπεριφορά του Ανδρέα, με βάση


τον χαρακτήρα του πατέρα του και του παππού του Μινέικο,
μπορεί να συμπεράνει ότι από τον πρώτο κληρονόμησε την
πνευματικότητα και την έφεση προς τις επιστήμες, που τον
διέκρινε σε όλη του τη ζωή, αλλά και τον έντονο ερωτισμό και
την κατακτητική του τάση έναντι του ωραίου φύλου.

Ενώ από τον παππού του κληρονόμησε τον περιπετειώδη και


ελευθερόφρονα βίο με την επαναστατική τάση απαλλαγής από
τις δυναστικές πολιτικές κατά της πατρίδας του. Από τον
παππού του, επίσης, πρέπει να κληρονόμησε και την έφεσή του
προς τις πρακτικές επιστήμες (οικονομικά, μαθηματικά) –ο
Μινέικο ήταν αξιωματικός του Μηχανικού.

Αντίθετα προς τον συμπέθερό του Σίγκμουντ Μινέικο, ο οποίος


συγκρούστηκε με τη Μεγάλη Δύναμη (Ρωσία) που ασκούσε
πολιτική κυριαρχίας επί της πατρίδας του, ο Γεώργιος
Παπανδρέου στην κρισιμότερη φάση της ζωής του, εκτιμήσας
ότι αυτό επέβαλε το ελληνικό εθνικό συμφέρον (1944),
συνεργάστηκε με τους Βρετανούς (η πολιτική του Στάλιν,
άλλωστε, δεν διέφερε από αυτή των Βρετανών έναντι της
Ελλάδας, το 1944).
Δεν αποκλείεται, πάντοτε κατά τον γράφοντα το παρόν, η
φιλοβρετανική (φιλοδυτική) πολιτική του Γεωργίου
Παπανδρέου, το 1944, να λειτούργησε αποτρεπτικά στο
υποσυνείδητο του Ανδρέα Παπανδρέου, στα χρόνια της πρώτης
ανάμιξής του στην πολιτική, κυρίως στα πρώτα χρόνια του
ΠΑΣΟΚ ως αντιπολίτευσης, ώστε ο αρχηγός του να
παρουσιαστεί έντονα αντιδυτικός.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, πάντως, απέκτησε την


επαναστατικότητα που τον διέκρινε σε όλη τη ζωή του, τόσο
από τον παππού του Μινέικο, όσο και από τον πατέρα του. Ο
δεύτερος μάλιστα τον εισήγαγε και στην ιδέα του σοσιαλισμού
και τον προέτρεπε από μικρό να διαβάσει Μαρξ.

Αλλά ενώ ο πατέρας έμεινε στο χώρο του δημοκρατικού


σοσιαλισμού, οπαδός του Γερμανού Κάουτσκι που ήταν στο
ζενίθ του τα χρόνια που ο Γεώργιος Παπανδρέου σπούδαζε στη
Γερμανία, ο Ανδρέας προσχώρησε στον τροτσκισμό και ως
φοιτητής είχε αναπτύξει τέτοια δράση που η Αστυνομία του
Μεταξά τον συνέλαβε και τον βασάνισε. Γι’ αυτό και με τη
βοήθεια της μητέρας του, διότι ο πατέρας του ήταν εξορία,
έφυγε για την Αμερική, όπου συνέχισε τις σπουδές του.

Τον πρώτο καιρό της εκεί διαμονής του γνώρισε την


Ελληνοαμερικανίδα Χριστίνα Ρασιά που σπούδαζε ιατρική. Την
ερωτεύτηκε, όπως της είπε, και της πρότεινε να παντρευτούν.
Εκείνη, χωρίς να έχει νιώσει αγάπη γι’ αυτόν όπως αναφέρει
στο βιβλίο της «Δέκα χρόνια σύζυγος του Ανδρέα
Παπανδρέου» (εκδόσεις «Ξενοφών»), δέχτηκε τελικά την
πρότασή του, υπό την πίεση των γονιών και συγγενών της.

Όπως υποστηρίζει η ίδια, όταν της πρότεινε γάμο ο Ανδρέας,


εκείνη του απάντησε: «Μα εγώ δε σε αγαπώ». Και κείνος της
παρατήρησε: «Αυτό θα έλθει μετά το γάμο».

Αν και άτομο με σύγχρονες αντιλήψεις, ο Ανδρέας, όταν


διαπίστωσε ότι για την αγαπημένη του Χριστίνα θα ήταν ο
πρώτος άνδρας στη ζωή της και επειδή γνώριζε τις
συντηρητικές απόψεις της ελληνοαμερικανικής κοινότητας, που
ασπάζονταν και οι γονείς της, ο Ανδρέας της είπε πως: «ένα
κορίτσι σαν κι αυτήν θα έπρεπε να περιμένει τον γάμο για να
έχει την πρώτη του ερωτική ολοκλήρωση».

Διαβάζοντας το βιβλίο της Χριστίνας, ο αναγνώστης καταλήγει


στο συμπέρασμα ότι για τον χωρισμό τους, στις αρχές της
δεκαετίας του 1950, η ευθύνη βαρύνει μάλλον αυτήν, καθώς
φαίνεται ότι δεν μπόρεσε να εναρμονιστεί μαζί του ερωτικά και
ότι όπως αναφέρει η ίδια μόνο μία φορά, στα δέκα χρόνια του
έγγαμου βίου της έζησε την ολοκληρωτική απόλαυση με τον
Ανδρέα και αυτήν όταν εκείνος υπηρετούσε στο Ναυτικό των
ΗΠΑ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια άδειας
που του δόθηκε για να την επισκεφτεί.

Εύλογο είναι να υποθέσει κανείς, ότι μετά από μια τέτοια


αρνητική στάση της Χριστίνας, η οποία ενδεχομένως οφειλόταν
στις καταπιέσεις που υφίστατο από μικρή στο σπίτι της και στο
νευρωτικό αν όχι καταθλιπτικό χαρακτήρα που φαίνεται να είχε
αποκτήσει και την ταλαιπωρούσε, αν δεν την βασάνιζε, στα
χρόνια του έγγαμου βίου της με τον Ανδρέα, δικαιολογημένος ο
τελευταίος οδηγήθηκε στην απόφαση του χωρισμού όταν
γνώρισε τη Μαργαρίτα.

Προσωπικά, ωστόσο, θεωρώ πολύ σημαντικό το βιβλίο της


Χριστίνας για τη ζωή της με τον Ανδρέα, διότι, παρά τις όποιες
πικρίες από τις οποίες η συγγραφέας φαίνεται να διακατέχεται,
διότι έχασε την ευκαιρία να είναι εκείνη η πρώτη κυρία της
Ελλάδας, όταν ο πρώην σύζυγός της έγινε πρωθυπουργός, μας
παρέχει πολύτιμες πληροφορίες γύρω από τη γνωριμία της με
πρόσωπα της οικογένειας Παπανδρέου, τα οποία γνώρισε κατά
τη διάρκεια ταξιδίων τους στην Αμερική, όπως ο Γεώργιος
Παπανδρέου (πατέρας), η Σοφία Μινέικο, η Κυβέλη, η κόρη της
Κυβέλης, Αλίκη, από τον άλλο γάμο της, που αγαπούσε
ξεχωριστά τον Ανδρέα και του αφιέρωσε την αδελφική της
αγάπη μέχρι το τέλος.

Από τις συζητήσεις της Χριστίνας με τους γονείς του Ανδρέα


και την Κυβέλη επιβεβαιώνεται ότι όλοι τους ζούσαν σ’ ένα
περιβάλλον χωρίς ζήλιες και κακίες, παρά τον χωρισμό του
Γεωργίου από τη Σοφία και το γάμο του με την μεγάλη
Ελληνίδα ηθοποιό.

Διαπιστώνεται ακόμη ότι ο Ανδρέας αποτελούσε το επίκεντρο


της εν ευρεία εννοία οικογένειας. Οι μόνες δύσκολες σχέσεις
που φαίνεται ότι είχε η Χριστίνα ήταν με την Σοφία, τη μητέρα
του Ανδρέα, γεγονός για το οποίο κάποτε τη μάλωσε η Κυβέλη.

Ιδού πως περιγράφει η Χριστίνα ένα επεισόδιο μαζί της.

«Η Κυβέλη, η μητριά του (Ανδρέα), βρισκόταν στη Νέα Υόρκη


(σσ. λίγο μετά τον πόλεμο), προσπαθώντας, ως συνήθως, να
βρει ένα σχολείο κατάλληλο για τον γιο της Γιώργο, ετεροθαλή
αδελφό του Ανδρέα. Μια μέρα με στρίμωξε και με περιέλουσε
για τον τρόπο που συμπεριφέρομαι στη Σοφία. Μου είπε πως
ήταν απαίσιο εκ μέρους μου να επιτρέψω στον Ανδρέα να έλθει
στη Νέα Υόρκη χωρίς τη «μητερούλα» του. Αν ήμουν στη θέση
σου θα του έλεγα να βάλει τη μητερούλα του στην τσέπη του
και να τη φέρει μαζί του».
Η παρατήρηση της Κυβέλης αποδεικνύει ότι η δεύτερη σύζυγος
του Γεωργίου Παπανδρέου υπερασπιζόταν τα δικαιώματα της
πρώτης συζύγου του, της Σοφίας.

Η Χριστίνα μιλάει για «επίθεση» της Κυβέλης εναντίον της,


όταν σε έντονο ύφος της είπε:

«Ποια νομίζεις πως είσαι; Μήπως νομίζεις πως είσαι


παντρεμένη με τον γιο ενός καροτσιέρη; Είσαι παντρεμένη με
έναν Παπανδρέου. Κοίταξέ με. Παράτησα την επίζηλη θέση της
πρώτης κυρίας του ελληνικού θεάτρου για να παντρευτώ έναν
Παπανδρέου. Κοίταξε το πρόσωπό μου. Μπορώ να επιστρέψω
στη σκηνή όποτε θέλω, αλλά βάζω τον Παπανδρέου πάνω από
κάθε προσωπική μου επιθυμία, πάνω απ’ όλα!».

«Ήθελα να της πω» συνεχίζει η Χριστίνα, «πώς τολμάς να μου


μιλάς έτσι. Μπήκες στη ζωή εκείνης της φτωχής γυναίκας (σσ.
εννοεί της Σοφίας) σαν μπουλντόζα και τώρα τολμάς να μου
υποδεικνύεις πώς να της φέρομαι; Αλλά δεν είπα τίποτα».

Αυτό, πάντως, που φαίνεται ότι στεναχώρησε περισσότερο την


Χριστίνα ήταν μία επισήμανση του πεθερού της, Γεωργίου
Παπανδρέου, για τις γυναίκες, λέγοντας πως η ολοκλήρωση
μιας γυναίκας επέρχεται με τη γέννα. «Μια γυναίκα δεν είναι
γυναίκα αν δεν γεννήσει», της είπε.

Δεδομένου ότι είχαν περάσει κάπου οκτώ χρόνια γάμου και η


Χριστίνα δεν είχε γεννήσει, τέτοιες παρατηρήσεις ασφαλώς την
πλήγωναν.

Η ιστορία αυτή έχει και συνέχεια. Ο Γεώργιος Παπανδρέου,


μέγας ιεροφάντης του έρωτα, για να ενισχύσει ίσως τον ερωτικό
προορισμό της νύφης του και να την τονώσει ηθικά, εκτός από
τα δώρα που της πήγε από την Ελλάδα, αποφάσισε να της κάνει
ένα ξεχωριστό δώρο, παρουσία του Ανδρέα και των άλλων
κυριών της παρέας.

Την οδήγησε σ’ ένα κατάστημα εσωρούχων και εκεί ζήτησε να


της παρουσιάσουν ένα ωραίο, νεανικό, μοντέρνο και προφανώς
ερωτικό νυχτικό.

«Ήταν φτιαγμένο από ανοιχτοπράσινο κρεπ ντε σιν και είχε


βαθύ ντεκολτέ… Το αραχνοΰφαντο πενιουάρ είχε το ίδιο
χρώμα… Με έβαλε να το φορέσω. Ταίριαζε τέλεια με τα
χρώματά μου, τονίζοντας το ηλιοκαμένο δέρμα μου και τα
πράσινα μάτια μου», γράφει η Χριστίνα στο βιβλίο της, ενώ η
παρέα την αποθαύμαζε.

Η Χριστίνα κλείνει το σχετικό κεφάλαιο, με την αναχώρηση του


Γεωργίου Παπανδρέου για την Ελλάδα και το πρώτο
τηλεφώνημά του προς τους τρεις τους (Ανδρέα, Σοφία,
Χριστίνα), όταν επέστρεψε στην Αθήνα. Αναφέρει σχετικά στο
βιβλίο της η Χριστίνα: «Και οι τρεις μας, ο Ανδρέας, η μητέρα
του κι εγώ του μιλήσαμε με τη σειρά στο τηλέφωνο. Όταν του
μίλησε η Σοφία, η φωνή της τρεμούλιασε από την τρυφερότητα.
Ήταν φανερό πως εξακολουθούσε να τον αγαπά απελπισμένα».

Η αγάπη αυτή εκδηλώθηκε και μετά το θάνατο του Γεωργίου


Παπανδρέου, όταν η Σοφία επέστρεψε από το εξωτερικό με τον
Ανδρέα, μετά την πτώση της δικτατορίας. Μια από τις πρώτες
της ενέργειες τότε, ήταν να ανάψει το καντήλι στον τάφο του
Γεωργίου Παπανδρέου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Οι εβδομάδες περνούσαν και μου ήταν αδύνατο να του γράψω


(του Γεωργίου Παπανδρέου, πατέρα του Ανδρέα), θα προσθέσει
στο βιβλίο της η Ρασιά και θα συνεχίσει: «Ρωτούσε τον Ανδρέα
(ο πατέρας του), γιατί δεν του έγραφα και όταν αναφερόταν σε
μένα με αποκαλούσε «εκείνη η χρυσή και τρυφερή ψυχούλα».